Ο Ροσίνι όπως και ο Μότσαρτ είχε τεράστια ευκολία στο
να συνθέτει (έλεγε χαριτολογώντας ότι «μπορεί να μελοποιήσει ακόμα και έναν
τιμοκατάλογο»).
Ωστόσο, η επιρροή του Μότσαρτ πάνω του ήταν δομική. Ο
Ροσίνι «δανείστηκε» το στυλ, τη θεματολογία, την ενορχήστρωση και τη δομή
των έργων του Μότσαρτ με πολύ συγκεκριμένους τρόπους:
Η «συνέχεια» του Φίγκαρο (Ο Κουρέας της
Σεβίλλης)
Το πιο τρανταχτό παράδειγμα σύνδεσης των δύο συνθετών
είναι ο χαρακτήρας του Φίγκαρο.
·
Ο Μότσαρτ έγραψε τους περίφημους Γάμους του Φίγκαρο
(1786).
·
30 χρόνια μετά, ο Ροσίνι έγραψε τον Κουρέα της
Σεβίλλης (1816).
Και οι δύο όπερες βασίζονται στην ίδια τριλογία θεατρικών έργων του Μπωμαρσέ. Ο
Ροσίνι ουσιαστικά πήρε τους ίδιους χαρακτήρες (τον Φίγκαρο, τον Κόμη Αλμαβίβα, τη Ροζίνα) και
έγραψε το "prequel" (την ιστορία που προηγείται) της
όπερας του Μότσαρτ. Μουσικά, η διάσημη άρια του Φίγκαρο στον Ροσίνι (Largo al factotum) έχει την ίδια σπιρτάδα, την ταχύτητα
και το χιούμορ με τις άριες του Φίγκαρο στον Μότσαρτ.
Στους Γάμους
του Φίγκαρο του Μότσαρτ, η Ροζίνα δεν εμφανίζεται πλέον με το πατρικό της
όνομα, αλλά είναι η Κόμισσα Αλμαβίβα (La Contessa Almaviva).
Η Ροζίνα είναι η ίδια γυναίκα και στις δύο όπερες,
απλώς τη βρίσκουμε σε διαφορετικές φάσεις της ζωής της:
·
Στον Κουρέα της Σεβίλλης (Ροσίνι): Είναι η νεαρή, έξυπνη και σπιρτόζα
κοπέλα που είναι κλεισμένη στο σπίτι του αυστηρού κηδεμόνα της (Μπάρτολο). Με
τη βοήθεια του Φίγκαρο, κλέβεται με τον νεαρό Κόμη Αλμαβίβα.
·
Στους Γάμους του Φίγκαρο (Μότσαρτ): Η ιστορία διαδραματίζεται μερικά
χρόνια μετά τον γάμο τους. Η Ροζίνα είναι πλέον η ώριμη, μελαγχολική Κόμισσα.
Ο έρωτας έχει ξεθωριάσει και ο σύζυγός της, ο Κόμης, την απατά και κυνηγάει τη
Σουζάνα (την υπηρέτρια της Κόμισσας και αρραβωνιαστικιά του Φίγκαρο).
Έτσι, η Ροζίνα από νεαρή ερωτευμένη κοπέλα στον Ροσίνι,
γίνεται μια πληγωμένη αλλά αξιοπρεπής σύζυγος στον Μότσαρτ, η οποία συμμαχεί με
τον Φίγκαρο και τη Σουζάνα για να δώσει ένα μάθημα στον άπιστο άνδρα της.
Η πιο διάσημη άριά της στην όπερα του Μότσαρτ είναι το "Dove sono i bei momenti" (Πού είναι οι όμορφες στιγμές), όπου θρηνεί για
τον χαμένο έρωτα του Κόμη και θυμάται τα νιάτα της.
Εκτός από τη Ροζίνα και τον Φίγκαρο, υπάρχουν τρεις ακόμα
πολύ συγκεκριμένοι χαρακτήρες και ένα μουσικό τρικ που μεταφέρθηκαν αυτούσια
από την όπερα του Μότσαρτ σε αυτή του Ροσίνι:
Ο Κόμης Αλμαβίβα (Conte Almaviva)
·
Στον Ροσίνι (Κουρέας της Σεβίλλης): Είναι ο νεαρός, ρομαντικός και
παράφορα ερωτευμένος ευγενής. Για να κερδίσει την καρδιά της Ροζίνας,
μεταμφιέζεται σε φτωχό φοιτητή (Λιντόρο), σε μεθυσμένο στρατιώτη και σε δάσκαλο
μουσικής.
·
Στον Μότσαρτ (Γάμοι του Φίγκαρο): Έχοντας πλέον παντρευτεί τη Ροζίνα, ο
Κόμης έχει μετατραπεί σε έναν αλαζόνα, αυταρχικό και άπιστο σύζυγο, ο οποίος
χρησιμοποιεί την εξουσία του για να πολιορκήσει την υπηρέτρια του σπιτιού, τη
Σουζάνα.
Ο Ντοκτόρ Μπάρτολο (Don Bartolo)
·
Στον Ροσίνι: Είναι ο ηλικιωμένος, γκρινιάρης και άπληστος κηδεμόνας
της Ροζίνας, ο οποίος θέλει να την παντρευτεί ο ίδιος για να της φάει την
περιουσία.
·
Στον Μότσαρτ: Εμφανίζεται ξανά ως γιατρός, γεμάτος κακία και επιθυμία
για εκδίκηση εναντίον του Φίγκαρο (επειδή ο Φίγκαρο του χάλασε τα σχέδια στον Κουρέα).
Στην πορεία των Γάμων του Φίγκαρο, μάλιστα, αποκαλύπτεται μια τεράστια
ανατροπή: ο Μπάρτολο είναι ο χαμένος... πατέρας του
Φίγκαρο!
Ο Ντον Μπαζίλιο (Don Basilio)
·
Στον Ροσίνι: Είναι ο υποκριτής και διεφθαρμένος δάσκαλος μουσικής της
Ροζίνας, ο οποίος βοηθάει τον Μπάρτολο και τραγουδάει την περίφημη άρια της
«Συκοφαντίας» (La calunnia), εξηγώντας πώς μια μικρή κουβέντα
μπορεί να καταστρέψει μια φήμη.
·
Στον Μότσαρτ: Παραμένει ο ίδιος ανυπόφορος δάσκαλος μουσικής στο
παλάτι, ο οποίος λατρεύει τα κουτσομπολιά, μεταφέρει τις ίντριγκες του Κόμη και
ανακατεύεται στις ζωές όλων.
·
Η επιρροή από το Così fan tutte (Έτσι κάνουν
όλες)
Όταν ο Ροσίνι έγραφε την όπερα «Ο Τούρκος στην Ιταλία»
(Il turco in Italia, 1814), επηρεάστηκε άμεσα από την
όπερα του Μότσαρτ Così fan tutte, η οποία παιζόταν στο ίδιο θέατρο (τη
Σκάλα του Μιλάνου) λίγο καιρό πριν. Ο Ροσίνι «αντέγραψε» τον τρόπο που ο
Μότσαρτ έστηνε τα ντουέτα και τα σύνολα πολλών φωνών για να δημιουργήσει κωμικό
κομφούζιο και παρεξηγήσεις στη σκηνή.
Το «Δάνειο» της Ενορχήστρωσης (Τα
Πνευστά)
Πριν τον Μότσαρτ, η ιταλική όπερα βασιζόταν σχεδόν
αποκλειστικά στις φωνές των τραγουδιστών, ενώ η ορχήστρα απλώς «συνόδευε»
βαρετά από κάτω. Ο Ροσίνι πήρε τη γερμανική/αυστριακή τεχνική του Μότσαρτ και έδωσε
πρωταγωνιστικό ρόλο στα ξύλινα πνευστά (κλαρινέτα, όμποε, φλάουτα). Οι
περίφημες Εισαγωγές (Overtures) των οπερών του Ροσίνι (όπως της Κλέφτρας
Κίσσας ή της Ιταλίδας στο Αλγέρι) είναι γεμάτες από «μοτσαρτικούς»
διάλογους ανάμεσα στα πνευστά όργανα.
Η δομή της "Opera Buffa" (Κωμική Όπερα)
Ο Μότσαρτ τελειοποίησε την κωμική όπερα με το Ντον
Τζοβάνι και τους Γάμους του Φίγκαρο. Ο Ροσίνι πήρε αυτή τη δομή
(γρήγορη πλοκή, εναλλαγή σοβαρού και αστείου, μεγάλα ορχηστρικά φινάλε στο
τέλος των πράξεων) και την εξέλιξε στο δικό του στυλ, προσθέτοντας το δικό του
σήμα κατατεθέν: το περίφημο Rossini Crescendo (τη μουσική που ξεκινά σιγανά και
σταδιακά δυναμώνει μέχρι να γίνει έκρηξη).
Όπως είχε πει και ο ίδιος ο Ροσίνι: «Ο Μότσαρτ είναι ο
μόνος μουσικός που είχε τόση γνώση όσο και ιδιοφυΐα, και τόση ιδιοφυΐα όση και
γνώση».
Το Μουσικό «Δάνειο»: Η Εισαγωγή χωρίς
ανάπτυξη
Ο Ροσίνι, εκτός από τους χαρακτήρες, αντέγραψε και ένα
σπάνιο συνθετικό τρικ του Μότσαρτ για τις διάσημες Εισαγωγές (Overtures) των οπερών του.
Όταν ο Μότσαρτ έγραψε την Εισαγωγή για τους Γάμους του
Φίγκαρο, παρέλειψε εντελώς το παραδοσιακό τμήμα της «ανάπτυξης» (development) της μουσικής, προτιμώντας να περάσει κατευθείαν από το
ένα χαρούμενο θέμα στο άλλο για να κρατήσει την ενέργεια στα ύψη. Ο Ροσίνι
ενθουσιάστηκε με αυτή τη δομή και τη χρησιμοποίησε ως μόνιμη «φόρμουλα» (γνωστή
ως μορφή σονατίνας) σχεδόν σε όλες τις δικές του διάσημες εισαγωγές,
όπως στον Κουρέα της Σεβίλλης και την Ιταλίδα στο Αλγέρι.
Το τρίτο και τελευταίο μέρος της ιστορίας βρίσκεται στο
θεατρικό έργο «Η Ένοχη Μητέρα» (La Mère coupable, 1792) του Μπωμαρσέ.
Εδώ οι χαρακτήρες έχουν πλέον γεράσει, η
ατμόσφαιρα δεν είναι καθόλου κωμική, αλλά ένα σκοτεινό οικογενειακό δράμα
γεμάτο ένοχα μυστικά από το παρελθόν:
Το μεγάλο μυστικό της Ροζίνας
Η Ροζίνα (η Κόμισσα) και ο Κόμης Αλμαβίβα ζουν πλέον στη
Γαλλία. Ο γάμος τους έχει καταστραφεί εντελώς. Το σοκαριστικό μυστικό είναι ότι
η Ροζίνα, πληγωμένη από τις απιστίες του Κόμη, είχε μια παράνομη νύχτα
πάθους με τον Σερουμπίνο (τον νεαρό ακόλουθο από την όπερα του Μότσαρτ).
Από αυτή τη νύχτα γεννήθηκε ένας παράνομος γιος, ο Λεόν. Ο Σερουμπίνο πέθανε
λίγο μετά στον πόλεμο.
Το μυστικό του Κόμη
Ο Κόμης δεν πάει πίσω. Έχει και αυτός έναν δικό του παράνομο
έρωτα, από τον οποίο απέκτησε μια νόθα κόρη, τη Φλορεστίν. Ο Κόμης δεν ξέρει
ότι ο Λεόν δεν είναι δικό του παιδί, και η Ροζίνα δεν ξέρει την αλήθεια για τη
Φλορεστίν.
Το δράμα της νέας γενιάς
Τα δύο αυτά παιδιά, ο Λεόν και η Φλορεστίν, μεγαλώνουν
μαζί στο ίδιο σπίτι, δεν ξέρουν ότι είναι ετεροθαλή αδέρφια και ερωτεύονται
παράφορα το ένα το άλλο!
Ο Φίγκαρο σώζει ξανά την κατάσταση
Ο Φίγκαρο και η Σουζάνα είναι πλέον ηλικιωμένοι, αλλά
παραμένουν πιστοί στην Κόμισσα. Ένας νέος «κακός» (ο Μπεγκεάρς) προσπαθεί να
αποκαλύψει τα μυστικά για να κλέψει την περιουσία του Κόμη. Ο Φίγκαρο,
χρησιμοποιώντας για τελευταία φορά την εξυπνάδα του, καταφέρνει:
·
Να ξεσκεπάσει τον απατεώνα.
·
Να συμφιλιώσει τον Κόμη με την Κόμισσα, οι οποίοι
συγχωρούν ο ένας τον άλλον για τα παλιά τους παραπτώματα.
·
Να αποκαλύψει ότι ο Λεόν και η Φλορεστίν δεν έχουν τελικά
κοινό αίμα (καθώς ο Λεόν είναι παιδί του Σερουμπίνο), επιτρέποντάς τους να
παντρευτούν.
Έγινε ποτέ όπερα;
Αν και ο Ροσίνι και ο Μότσαρτ δεν πρόλαβαν να
μελοποιήσουν αυτό το τρίτο μέρος, η Ένοχη Μητέρα έγινε όπερα τον 20ό
αιώνα από τον Γάλλο συνθέτη Ντάριους Μιγιό (La Mère coupable, 1966), κλείνοντας έτσι μουσικά την
περίφημη τριλογία του Φίγκαρο.


