- Ασπασία Αλιγιζάκη
Στον πυρήνα του βιβλίου της Νέλλας Συναδινού Πεταλούδες στο χάος βρίσκεται ένας άξονας θεωρητικός, αλλά και απολύτως βιωματικός: η θεωρία του χάους. Η ιδέα ότι ένα τυχαίο γεγονός, ένα ανεπαίσθητο «πέταγμα» μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αλλαγές που φτάνουν να επηρεάσουν τη ζωή μας σε βαθμό που δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Η μεταφορά της «Πεταλούδας του Αμαζονίου» δεν λειτουργεί στο βιβλίο ως μια απλή, ωραία εικόνα. Είναι θεμέλιο πλοκής, τρόπος θέασης της πραγματικότητας, υπόμνηση ότι καμία ζωή δεν εξελίσσεται γραμμικά και ότι η τυχαιότητα συχνά μας οδηγεί σε μονοπάτια που δεν θα διαλέγαμε, αλλά που τελικά μας συγκροτούν.
Και όπως ακριβώς μια πεταλούδα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο στα πέρατα της γης, έτσι κι ένα φαινομενικά ασήμαντο γεγονός αλλάζει τις ζωές επτά γυναικών που συναντιούνται τυχαία στο ίδιο γυμναστήριο. Εκεί, κάτω από τον ρυθμό των κινήσεων, τις φωνές της γυμνάστριας και τον ιδρώτα της καθημερινότητας, εναρμονίζονται οι αύρες τους, όπως λέει η συγγραφέας, και αυτό είναι η πρώτη βαθμίδα μιας φιλίας που δεν ήταν προγραμματισμένη. Η πρώτη πράξη ενός ταξιδιού που κανείς δεν περίμενε, αλλά όλες είχαν ανάγκη.
Μέσα σε αυτή την επταμελή παρέα, δύο μορφές αναδεικνύονται ως οιονεί οικοδέσποινες: η Καίτη και η Ελένη. Η Καίτη, συνταξιούχος φιλόλογος, ανεξάρτητη και δραστήρια, με το σταθερό βλέμμα μιας γυναίκας που δεν φοβάται να είναι μόνη της, αλλά ούτε και να ανοίξει χώρο για τους άλλους. Και η Ελένη, η βραχύσωμη αλλά ψυχικά ογκώδης λογίστρια, ανύπαντρη μητέρα, που κουβαλά το χάρισμα της ζεστασιάς και της πρωτοβουλίας. Αυτές οι δύο γυναίκες γίνονται οι κινητήριες δυνάμεις των εξόδων, των συγκεντρώσεων, των συναντήσεων στο «Ουζερί, Μπιραρί, Κρασερί» – ένα στέκι που μοιάζει φτιαγμένο για να φιλοξενήσει όλο το εύρος της ανθρώπινης συναισθηματικής κλίμακας: από το σπινθηροβόλο χιούμορ μέχρι τις πιο μύχιες εξομολογήσεις.
Ένα έργο πολυπρόσωπο, βαθιά ανθρώπινο, συγχρονισμένο με την εποχή του, αλλά και διαχρονικό στη θεματολογία του.
Η Καίτη και η Ελένη δεν είναι απλώς δύο δυναμικές ηρωίδες. Είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο υφαίνεται η φιλία. Μια φιλία ώριμη, ενήλικη, τρυφερή και ταυτόχρονα σκληρή όταν χρειάζεται. Μια φιλία που αποδεικνύεται ανθεκτική ακόμη και απέναντι στο πιο καταιγιστικό γεγονός της σύγχρονης εποχής: την πανδημία. Η πανδημία, βεβαίως, δεν είναι το θέμα του βιβλίου. Είναι όμως το φόντο του. Και όπως όλα τα μεγάλα φόντα –οι πόλεμοι, οι κρίσεις, οι κοινωνικές μεταμορφώσεις– έχει τη δύναμη να φωτίσει τα πρόσωπα μέσα από τη δική του άγρια λάμψη. Το βιβλίο παρακολουθεί με συγκινητική ακρίβεια τις διαδοχικές φάσεις της Covid-19, χρησιμοποιεί ως ντοκουμέντα ειδήσεις και εφημερίδες, και έτσι δημιουργεί μια αφήγηση που πατάει σε δύο επίπεδα: στην Ιστορία και στη ζωή. Στο συλλογικό και στο ατομικό. Στο γεγονός και στο συναίσθημα.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, οι ηρωίδες απομονώνονται. Η καθεμία κλείνεται στον «θάλαμο» της πανδημίας, στον δικό της μικρό χώρο φόβου, αναστοχασμού, μνήμης. Και εκεί η συγγραφέας μάς χαρίζει τις πιο αριστοτεχνικές σελίδες του βιβλίου. Γιατί η εναλλαγή των προσωπικών ιστοριών, η σπονδυλωτή δομή, η διαδοχή φάσεων εγκλεισμού δημιουργούν ένα έργο σχεδόν θεατρικό, με έντονη κινηματογραφικότητα. Οι διάλογοι είναι κομμένοι και ραμμένοι στο ύφος της κάθε ηρωίδας, τόσο που νιώθεις πως ακούς πραγματικές φωνές – όχι λογοτεχνικές κατασκευές. Η Νάντια μιλάει με λόγιες φράσεις. Η Φώφη εκφράζεται με στιχάκια. Η Καλλιρρόη σχεδόν ζωγραφίζει αντί να μιλά. Ή μάλλον μιλάει ζωγραφίζοντας.
Και εδώ θέλω να σταθώ σε μια από τις ωραιότερες λεπτομέρειες του βιβλίου: το πρώτο σκίτσο της Καλλιρρόης, της καλλιτέχνιδας της παρέας. Εκείνο το πρώτο «πεταλούδισμα» που δημιουργεί πάνω σε χαρτοπετσέτες στο στέκι, στη διάρκεια ενός από τα «συμπόσια». Το σκίτσο αυτό γίνεται έμβλημα των συναντήσεων, επανέρχεται καθώς φέρνει μαζί της τα μπλοκ της, γίνεται ένας οπτικός τρόπος να αποτυπωθεί η κυματιστή, άναρχη, ποιητική δύναμη της τυχαιότητας. Και είναι σαν αυτό το μικρό σχέδιο να φέρει μέσα του το DNA όλου του βιβλίου.
Είναι εδώ που αναδύεται η κινηματογραφικότητα του έργου. Οι σκηνές του γυμναστηρίου, οι βραδιές στο στέκι, οι ατομικές ιστορίες μέσα στο σπίτι κατά τη διάρκεια του lockdown, οι επανενώσεις μέσω τηλεφώνου ή διαδικτύου, οι μετατοπίσεις χρόνου, οι επιστροφές στο 2017, η «αλλοτροπία» – όλα είναι δοσμένα με τόση καθαρότητα, τόση εναλλαγή ρυθμού, τόση θεατρικότητα στους διαλόγους, που το βιβλίο μοιάζει έτοιμο να μεταφερθεί στην οθόνη. Σαν να έχει γραφτεί με φως. Με κάμερα, όχι με πένα.
Και όμως, στο κέντρο όλων, πίσω από τη δομή, πίσω από τις τεχνικές, πίσω από την εντυπωσιακή αρχιτεκτονική της αφήγησης, βρίσκεται αυτό που η Νέλλα Συναδινού ξέρει να κάνει βαθιά και αυθεντικά: να μιλά για αληθινές γυναίκες. Για τις γυναίκες της διπλανής πόρτας. Χωρίς φτιασίδια, χωρίς υπερβολές, χωρίς ωραιοποιήσεις. Γυναίκες που αγαπούν, που πληγώνονται, που φοβούνται, που χάνουν, που ανασταίνονται. Γυναίκες που δεν ζουν σε ροζ σύννεφα αλλά μέσα στην πραγματικότητα, με τις δυσκολίες και τις αντιφάσεις της. Και παρ’ όλα αυτά, ή ίσως εξαιτίας όλων αυτών, ζουν με δύναμη και αξιοπρέπεια.
Δεν είναι τυχαίο –για να επιστρέψουμε πάλι στο κεντρικό νήμα της θεωρίας του χάους– ότι στο τρίτο κεφάλαιο η συγγραφέας μάς ανοίγει μια πόρτα σε πιθανές εναλλακτικές εκδοχές ζωής. Τι θα γινόταν, αν μια μικρή μετατόπιση είχε συμβεί; Αν ένας αριθμός είχε στρογγυλοποιηθεί αλλιώς; Αν μια σχέση είχε πάρει άλλη τροχιά; Αν μια πόρτα είχε ανοίξει μια στιγμή νωρίτερα ή ένα λεπτό αργότερα; Είναι το κεφάλαιο της «αλλοτροπίας» και λειτουργεί σαν ένας καθρέφτης, όχι μόνο για τους ήρωες, αλλά και για εμάς τους αναγνώστες. Μας καλεί να θυμηθούμε ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ότι όλα τα ενδεχόμενα είναι παρόντα. Κι ότι η ζωή μας, όπως και η ζωή των επτά γυναικών και του ενός άντρα, αναπτύσσεται πάνω σε ένα σκοινί που τεντώνεται ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη δυνατότητα.
Η ιστορία ολοκληρώνεται με τον τρόπο που ξεκίνησε: με δύο γυναίκες σε ένα φουρτουνιασμένο ακρογιάλι. Μόνο που τώρα έχουν όνομα, έχουν φωνή και κουβαλούν στις λέξεις τους ολόκληρη την αφήγηση. Όλες οι αποκαλύψεις συμπληρώνονται στην τελευταία φράση. Ο κύκλος κλείνει απλά, καθαρά, συγκινητικά. Σαν το απαλό κλείσιμο των φτερών μιας πεταλούδας.
Αυτό όμως που μένει στον αναγνώστη δεν είναι απλώς η πλοκή. Είναι η αίσθηση ότι συναντήσαμε πρόσωπα που υπάρχουν. Ότι τις είδαμε να γελούν, να ζουν, να θυμούνται, να φοβούνται, να ανασαίνουν. Είναι η αίσθηση ότι η ζωή, παρά τις ανατροπές, παρά τις απουσίες, παρά τις απώλειες, έχει μια καταιγιστική δύναμη. Όπως και η φιλία. Μια δύναμη που δεν σβήνει, ακόμη και όταν ο κόσμος τριγύρω μοιάζει να καταρρέει.
Και αυτή είναι η μεγάλη επιτυχία της Νέλλας Συναδινού στο Πεταλούδες στο χάος: ένα έργο πολυπρόσωπο, βαθιά ανθρώπινο, συγχρονισμένο με την εποχή του, αλλά και διαχρονικό στη θεματολογία του. Ένα βιβλίο που μιλά σε όλους μας γιατί μιλά για όλους μας. Γιατί όλες και όλοι, κάποια στιγμή, νιώσαμε πως μια μικρή πεταλούδα άλλαξε τη ζωή μας. Κι αυτό το βιβλίο μάς βοηθά να την αναγνωρίσουμε.
[HΔρ Ασπασία Αλιγιζάκη είναι μέλος Διδακτικού Προσωπικού Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, δικηγόρος, διεθνολόγος, συγγραφέας, δημοτική σύμβουλος Πειραιά, πρώην αντιδήμαρχος.]
Πεταλούδες στο χάος
Νέλλα Συναδινού
Φίλντισι
416 σελ.
ISBN 978-618-573-858-7
Τιμή €18,02
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/26002-petaloudes-sto-xaos







