- Αναστασία Μιχοπούλου
Στον χώρο των Οπτικών Σπουδών / Visual Studies, η έννοια του οπτικού έχει εκ περιτροπής εξεταστεί και αξιολογηθεί ανάλογα με την επιστήμη στην οποία υπάγεται. Άλλες φορές γίνεται λόγος για Οπτική Κοινωνιολογία, άλλες πάλι η αναφορά εστιάζει στην Οπτική Εθνογραφία, η οποία ως καθιερωμένη επιστημονική μεθοδολογία υιοθετείται από κοινού, τόσο από την Ανθρωπολογία όσο κι από τη Λαογραφία. Ωστόσο, ενώ στον αγγλοσαξονικό χώρο η Οπτική Ανθρωπολογία αποτελεί ένα διακριτό πεδίο με σαφείς θεωρητικές και πρακτικές εφαρμογές, που εκκινούν από την πρώτη εμφάνιση και χρήση της φωτογραφικής μηχανής, σαφώς περιορισμένη είναι η ενασχόληση με την Οπτική Λαογραφία, η οποία αναπτύσσεται κυρίως στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1960. Τι ακριβώς συμβαίνει όμως στην Ελλάδα; Η απάντηση δίνεται στο βιβλίο Εισαγωγή στην ελληνική Οπτική Λαογραφία (Εκδόσεις Παπαζήση, 2025) της Ορσαλίας-Ελένης Κασσαβέτη. Αποτελώντας μία πρωτοποριακή συμβολή στον ελληνικό χώρο των ανθρωπιστικών σπουδών και ανοίγοντας έναν μέχρι σήμερα σχετικά ανεξερεύνητο διάλογο μεταξύ της Λαογραφίας, του οπτικού πολιτισμού και των μέσων μαζικής επικοινωνίας, το βιβλίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως θεωρητική εισαγωγή και ως ερευνητικό εργαλείο, με στόχο τη διαμόρφωση μιας ερμηνευτικής πρότασης για τη μελέτη των οπτικοακουστικών τεκμηρίων του λαϊκού πολιτισμού.
Στην αρχή του βιβλίου, η συγγραφέας εισάγει τον αναγνώστη στην έννοια της Οπτικής Λαογραφίας και εξετάζει την πορεία της οπτικοακουστικής τεκμηρίωσης στις κοινωνικές επιστήμες, τονίζοντας τη σημασία της εικόνας ως φορέα μνήμης, ιδεολογίας και πολιτισμικής ταυτότητας. Από τις πρώτες σελίδες διαφαίνεται η πρόθεσή της να συνδέσει τη Λαογραφία με τις Πολιτισμικές Σπουδές και τη θεωρία των μέσων και να μετακινήσει την έρευνα «από την παραγωγή στην αναπαραγωγή εικόνων του λαϊκού πολιτισμού».
Το βιβλίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως θεωρητική εισαγωγή και ως ερευνητικό εργαλείο, με στόχο τη διαμόρφωση μιας ερμηνευτικής πρότασης για τη μελέτη των οπτικοακουστικών τεκμηρίων του λαϊκού πολιτισμού.
Αρχικά, σκιαγραφείται η εξέλιξη της Οπτικής Λαογραφίας στις ΗΠΑ, όπου η συγγραφέας παρουσιάζει το θεωρητικό υπόβαθρο του κλάδου μέσα από παραδείγματα οπτικοακουστικών ερευνών και καταγραφών. Η ανάλυση των αμερικανικών προσεγγίσεων λειτουργεί ως βάση για τη μετέπειτα κριτική επισκόπηση της ελληνικής περίπτωσης (βλ. Γ.Ν. Πολίτης, Δ. Λουκάτος κ.ά.), η οποία χαρακτηρίζεται από την απουσία συστηματικής οπτικοακουστικής τεκμηρίωσης στη Λαογραφία και από τον περιορισμό της εικόνας σε βοηθητικό ρόλο. Ωστόσο, εξαίρεται η συμβολή του Γ.Ν. Αικατερινίδη, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος που «όργωσε» την Ελλάδα και αποθησαύρισε σε φωτογραφίες, φιλμ, αλλά και ηχογραφήσεις τις τελευταίες στιγμές του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού.
Στη συνέχεια της εισαγωγής, η συγγραφέας εντοπίζει τις ελλείψεις των ελληνικών προσεγγίσεων και προτείνει νέους τρόπους ανάγνωσης της εικόνας ως ισοδύναμου εθνογραφικού τεκμηρίου. Η ενότητα αυτή συνιστά μια σημαντική συμβολή, καθώς χαρτογραφεί για πρώτη φορά τις ελληνικές προσπάθειες και συνδέει τη Λαογραφία με τις σύγχρονες πολιτισμικές πρακτικές των μέσων. Κλείνοντας το εισαγωγικό μέρος του βιβλίου, η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη προτείνει μια τυπολογία των πηγών της Οπτικής Λαογραφίας (φωτογραφία, κινηματογράφο, τηλεόραση κ.λπ.) παρέχοντας στον αναγνώστη τη δυνατότητα να κατανοήσει πώς κάθε μέσο παράγει διαφορετικές εκδοχές του «λαϊκού».
Στα επόμενα κεφάλαια ακολουθούν οι πηγές της Οπτικής Λαογραφίας, αρχής γενομένης της φωτογραφίας. Το εν λόγω κεφάλαιο εξετάζει τη φωτογραφική εικόνα ως μέσο τεκμηρίωσης και αναπαράστασης του λαϊκού πολιτισμού. Η συγγραφέας αναλύει τα ποικίλα είδη φωτογραφίας (εθνογραφική, καλλιτεχνική, τουριστική, δημοσιογραφική) και παρουσιάζει πώς οι αισθητικές επιλογές των φωτογράφων διαμορφώνουν διαφορετικά νοήματα αυθεντικότητας. Η φωτογραφία αναδεικνύεται ως βασικό πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στο «παραδοσιακό» και το «μοντέρνο», είτε πρόκειται για φωτογραφία από το οικογενειακό άλμπουμ είτε μέρος προώθησης σε συσκευασία παραδοσιακών γλυκών.
Το κεφάλαιο που αφορά στον κινηματογράφο χωρίζεται σε δύο μεγάλες ενότητες: τη μυθοπλασία και την τεκμηρίωση. Στην πρώτη, η συγγραφέας εξετάζει τον παλαιό και τον νέο ελληνικό κινηματογράφο (χωρίς να αποκλείσει και τον σύγχρονο), αναλύοντας την κινηματογραφική αναπαράσταση του λαϊκού ως συναισθηματικό, κοινωνικό και αισθητικό αφήγημα. Οι ταινίες της δεκαετίας του 1960 και του 1970 (ταινίες φουστανέλας, κωμωδίες, μελοδράματα κ.ά.) ερμηνεύονται ως πεδία όπου ο φολκλορισμός και η ιδεολογία της παράδοσης εξυπηρετούν εθνικές και ταξικές αφηγήσεις. Στη δεύτερη ενότητα (τεκμηρίωση) διερευνάται ο ρόλος του ντοκιμαντέρ και της εθνογραφικής κινηματογράφησης, με έμφαση στις πρακτικές τεκμηρίωσης του άυλου πολιτισμού από παλαίμαχους ντοκιμαντερίστες, όπως ο Νέστορας Μάτσας, έως και πιο πρωτοποριακές συμβολές, όπως εκείνες του Λευτέρη Ξανθόπουλου.
Στο τρίτο κεφάλαιο αναλύεται η τηλεόραση ως το μέσο που συνέβαλε περισσότερο στην εκλαΐκευση και την ανακύκλωση των λαϊκών μοτίβων. Η συγγραφέας επισημαίνει την εργαλειακή χρήση της παράδοσης από τις τηλεοπτικές εκπομπές και τονίζει πώς η «τηλεοπτική αυθεντικότητα» λειτουργεί ως κατασκευή και συχνά αναπαράγει στερεότυπα γύρω από το έθνος και την παράδοση, όπως στις σειρές Το καφέ της Χαράς ή Ψίθυροι καρδιάς.
Το τέταρτο κεφάλαιο για το βίντεο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: τη Μυθοπλασία, τις Επαγγελματικές και ημιεπαγγελματικές βιντεοσκοπήσεις και το Προσωπικό αρχείο. Εδώ, η συγγραφέας αναδεικνύει τη λαϊκή βιντεοκουλτούρα των ετών 1985-1990 ως ένα νέο, «από τα κάτω» αρχείο της καθημερινότητας. Εξετάζει τη βιντεοταινία (σε βιντεοταινίες με εθνοπολιτισμικές ομάδες, όπως οι Ρομά), τις ερασιτεχνικές καταγραφές γάμων, εορτών και πανηγυριών ως πολύτιμα τεκμήρια πολιτισμικής αυτοαναπαράστασης.
Στο πέμπτο κεφάλαιο, το ενδιαφέρον μετατίθεται στις εμπορικές (προωθητικές) οπτικοακουστικές παραγωγές, όπου η παράδοση εργαλειοποιείται για την κατασκευή ταυτοτήτων και lifestyle. Η συγγραφέας εξετάζει τα αισθητικά και σημειολογικά μοτίβα της ελληνικής διαφήμισης και του μουσικού βίντεο που χρησιμοποιούν ως πρώτη ύλη την παράδοση, επισημαίνοντας πώς το λαϊκό στοιχείο επανεμφανίζεται μέσα από τη γλώσσα της ποπ κουλτούρας.
Στο κεφάλαιο για το διαδίκτυο μεταφέρει τη συζήτηση στη νέα εποχή της ψηφιακής Οπτικής Λαογραφίας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι πλατφόρμες βίντεο και τα προσωπικά ψηφιακά αρχεία παρουσιάζονται ως σύγχρονες μορφές συλλογικής μνήμης και συμμετοχικής τεκμηρίωσης. Μάλιστα, η συγγραφέας συσχετίζει τη διαδικτυακή αυτοαναπαράσταση με τα ερωτήματα της νεωτερικότητας, της κοινότητας και της πολιτισμικής συνέχειας σε πλατφόρμες διαμοιρασμού οπτικοακουστικού υλικού, όπως το YouTube.
Το τελευταίο κεφάλαιο αποτελεί την πιο σύνθετη θεωρητικά και γόνιμη μεθοδολογικά ενότητα του βιβλίου, όπου η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη επιχειρεί να συνθέσει ό,τι έχει προηγηθεί, δηλαδή τη μελέτη των οπτικών μέσων, την εθνογραφική τεκμηρίωση, την πολιτισμική κριτική, σε ένα ενιαίο πλαίσιο ερμηνείας του εθνογραφικού οπτικοακουστικού υλικού, με στόχο την ανάδειξη των (στατικών και κινούμενων) εικόνων ως πολιτισμικών μορφών, φορέων νοήματος και κοινωνικών σχέσεων. Για να το επιτύχει αυτό, η συγγραφέας προτείνει την εφαρμογή της εικονογραφικής-εικονολογικής μεθόδου στο πεδίο της Λαογραφίας, παραλλαγμένης ωστόσο, από το πρότυπο που εισήγαγαν ο E. Panofsky ή ο A. Warburg. Οφείλω εδώ να επισημάνω ότι η παραδοσιακή εικονολογία εστιάζει στην ανάλυση της εικονιστικής φόρμας, της θεματολογίας και του πολιτισμικού συμβολισμού, αναζητώντας παράλληλα την προέλευση των εικονιζόμενων μοτίβων, την τυπολογική ιστορία. Ωστόσο, η συγγραφέας της Οπτικής Λαογραφίας, αφού αφομοίωσε το τρίτο στάδιο της μεθόδου, κατάφερε να μετατοπίσει το ενδιαφέρον προς την κοινωνική λειτουργία της εικόνας, δηλαδή στο πώς η εικόνα ενεργεί, κυκλοφορεί και αναπαράγει αξίες στο εσωτερικό της κοινότητας. Έτσι, η συγγραφέας επιτυγχάνει να αναλύσει την τυπολογία των εικόνων-πηγών και να μελετήσει την έκφραση των βασικών τάσεων της ποπ κουλτούρας και της μικροϊστορίας μέσα από συγκεκριμένες θεματικές και αναπαραστάσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της χρήσης και «μεταμόρφωσης» της εικονογραφικής-εικονολογικής μεθόδου στο εν λόγω βιβλίο αποτελούν η ανάλυση του βιντεοκλίπ του Π. Θαλασσινού ή του πλάνου της εκπομπής Χρυσό κουφέτο, το οποίο εμπεριέχει το στοιχείο του εγκιβωτισμού της εικόνας μες σε μιαν άλλη, όπως ακριβώς συμβαίνει σε πληθώρα έργων τέχνης από την Αναγέννηση κι έπειτα (π.χ. βλ. το πορτρέτο του Ζολά από τον Μανέ, 1868).
Η εκπαίδευση του βλέμματος είναι προϋπόθεση για μια νέα, δημοκρατικότερη μορφή πολιτισμικής ερμηνείας.
Στο κείμενο, λοιπόν, της Ορσαλίας-Ελένης Κασσαβέτη διακρίνεται μια σαφής μεθοδολογική πρόταση: εκτός από την περιγραφή της αισθητικής ή τεχνικής διάστασης του οπτικοακουστικού τεκμηρίου, ο ερευνητής χρειάζεται να συνυπολογίζει το πλαίσιο παραγωγής, τους μηχανισμούς διάδοσης και κυρίως τη σημειωτική του δράση μέσα στο κοινωνικό σώμα. Έτσι, κάθε φωτογραφία, κινηματογραφική ταινία ή βίντεο προσεγγίζεται ως εικονιστικό πεδίο πολλαπλών επιπέδων σημασίας. Συνεπώς, θα πρέπει να υιοθετείται μια διπλή οπτική στάση: αφενός, η αναλυτική, που αποδομεί τη δομή και το περιεχόμενο της εικόνας, και, αφετέρου, η αναστοχαστική, που εξετάζει τη δική του θέση απέναντι στο ερευνητικό υλικό. Αυτό είναι αναμενόμενο, αφού η συγγραφέας επισημαίνει ότι κάθε οπτικοακουστική αναπαράσταση του λαϊκού πολιτισμού εμπλέκει σχέσεις εξουσίας, δηλαδή ποιος βλέπει ποιον, ποιος έχει τη δυνατότητα να εκπροσωπήσει και ποιος να ερμηνεύσει.
Ένα σημαντικό σημείο του συγκεκριμένου κεφαλαίου είναι η αναφορά στη διακειμενικότητα των εικόνων: τη συνύπαρξη παλαιών και νέων μορφών οπτικής έκφρασης, την ανακύκλωση εικονογραφικών μοτίβων, τη διάχυση του φολκλορικού μέσα στην εμπορική ή ψηφιακή κουλτούρα. Η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη βλέπει την εικονολογική ανάλυση ως το μέσο για να ανασυστήσει αυτά τα δίκτυα αναφορών και να αποκαλύψει την ιστορική συνέχεια ή ασυνέχεια της λαϊκής εικονοποιίας. Η θεωρητική της στάση χαρακτηρίζεται από κριτικό ρεαλισμό, αφού απορρίπτει την ιδέα της ουδέτερης εικόνας και αντιμετωπίζει το οπτικό τεκμήριο ως πολιτισμικό προϊόν με συγκεκριμένες προθέσεις, τεχνολογικές συνθήκες και κοινωνικές διαστάσεις. Επιπλέον, η συγγραφέας υπογραμμίζει τη σημασία της βιωματικής θέασης, της συγκριτικής μελέτης εικόνων και της διασταύρωσης των οπτικών μέσων ως τρόπων καλλιέργειας της «οπτικής εγγραμματοσύνης». Η εκπαίδευση του βλέμματος, σημειώνει, είναι προϋπόθεση για μια νέα, δημοκρατικότερη μορφή πολιτισμικής ερμηνείας.
Το βιβλίο Εισαγωγή στην ελληνική Οπτική Λαογραφία έχει σημαντική θεωρητική, μεθοδολογική και παιδαγωγική συμβολή, ενώ ξεχωρίζει για τη διαύγεια της γραφής, την εκτενή βιβλιογραφική τεκμηρίωση και τη διαθεματική του οπτική. Επιτυγχάνει να συνδέσει το ελληνικό παράδειγμα με τις διεθνείς συζητήσεις για τον οπτικό πολιτισμό, ενώ αναδεικνύει την ανάγκη για έναν νέο τρόπο «οπτικής ανάγνωσης» της παράδοσης στη σύγχρονη εποχή των εικόνων. Ενδεχομένως περισσότερα παραδείγματα και εικόνες θα συμπλήρωναν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την έκδοση, γνωρίζουμε, ωστόσο, την προβληματική χρήση και αδειοδότηση χρήσης φωτογραφιών σε εκπαιδευτικά εγχειρίδια στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να αποτελεί ένα σημαντικό εγχειρίδιο που αναδεικνύει τις χρήσεις και την αξία του Οπτικού στη σύγχρονη έρευνα που συνδέεται με τις καταγραφές και αναπαραστάσεις του λαϊκού πολιτισμού, ειδικά όταν αυτές έχουν γίνει μέσο κατανάλωσης και ρομαντισμού.
[Η Αναστασία Μιχοπούλου είναι υποψήφια διδάκτωρ Ιστορίας της τέχνης και ποιήτρια.]
Εισαγωγή στην ελληνική Οπτική Λαογραφία
Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη
Εκδόσεις Παπαζήση
200 σελ.
ISBN 978-960-02-4514-1
Τιμή €13,78
https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/26102-eisagogi-stin-elliniki-optiki-laografia





