Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη: «Εισαγωγή στην ελληνική Οπτική Λαογραφία»

 


Στον χώρο των Οπτικών Σπουδών / Visual Studies, η έννοια του οπτικού έχει εκ περιτροπής εξεταστεί και αξιολογηθεί ανάλογα με την επιστήμη στην οποία υπάγεται. Άλλες φορές γίνεται λόγος για Οπτική Κοινωνιολογία, άλλες πάλι η αναφορά εστιάζει στην Οπτική Εθνογραφία, η οποία ως καθιερωμένη επιστημονική μεθοδολογία υιοθετείται από κοινού, τόσο από την Ανθρωπολογία όσο κι από τη Λαογραφία. Ωστόσο, ενώ στον αγγλοσαξονικό χώρο η Οπτική Ανθρωπολογία αποτελεί ένα διακριτό πεδίο με σαφείς θεωρητικές και πρακτικές εφαρμογές, που εκκινούν από την πρώτη εμφάνιση και χρήση της φωτογραφικής μηχανής, σαφώς περιορισμένη είναι η ενασχόληση με την Οπτική Λαογραφία, η οποία αναπτύσσεται κυρίως στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1960. Τι ακριβώς συμβαίνει όμως στην Ελλάδα; Η απάντηση δίνεται στο βιβλίο Εισαγωγή στην ελληνική Οπτική Λαογραφία (Εκδόσεις Παπαζήση, 2025) της Ορσαλίας-Ελένης Κασσαβέτη. Αποτελώντας μία πρωτοποριακή συμβολή στον ελληνικό χώρο των ανθρωπιστικών σπουδών και ανοίγοντας έναν μέχρι σήμερα σχετικά ανεξερεύνητο διάλογο μεταξύ της Λαογραφίας, του οπτικού πολιτισμού και των μέσων μαζικής επικοινωνίας, το βιβλίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως θεωρητική εισαγωγή και ως ερευνητικό εργαλείο, με στόχο τη διαμόρφωση μιας ερμηνευτικής πρότασης για τη μελέτη των οπτικοακουστικών τεκμηρίων του λαϊκού πολιτισμού.

Στην αρχή του βιβλίου, η συγγραφέας εισάγει τον αναγνώστη στην έννοια της Οπτικής Λαογραφίας και εξετάζει την πορεία της οπτικοακουστικής τεκμηρίωσης στις κοινωνικές επιστήμες, τονίζοντας τη σημασία της εικόνας ως φορέα μνήμης, ιδεολογίας και πολιτισμικής ταυτότητας. Από τις πρώτες σελίδες διαφαίνεται η πρόθεσή της να συνδέσει τη Λαογραφία με τις Πολιτισμικές Σπουδές και τη θεωρία των μέσων και να μετακινήσει την έρευνα «από την παραγωγή στην αναπαραγωγή εικόνων του λαϊκού πολιτισμού».

Το βιβλίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως θεωρητική εισαγωγή και ως ερευνητικό εργαλείο, με στόχο τη διαμόρφωση μιας ερμηνευτικής πρότασης για τη μελέτη των οπτικοακουστικών τεκμηρίων του λαϊκού πολιτισμού.

Αρχικά, σκιαγραφείται η εξέλιξη της Οπτικής Λαογραφίας στις ΗΠΑ, όπου η συγγραφέας παρουσιάζει το θεωρητικό υπόβαθρο του κλάδου μέσα από παραδείγματα οπτικοακουστικών ερευνών και καταγραφών. Η ανάλυση των αμερικανικών προσεγγίσεων λειτουργεί ως βάση για τη μετέπειτα κριτική επισκόπηση της ελληνικής περίπτωσης (βλ. Γ.Ν. Πολίτης, Δ. Λουκάτος κ.ά.), η οποία χαρακτηρίζεται από την απουσία συστηματικής οπτικοακουστικής τεκμηρίωσης στη Λαογραφία και από τον περιορισμό της εικόνας σε βοηθητικό ρόλο. Ωστόσο, εξαίρεται η συμβολή του Γ.Ν. Αικατερινίδη, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος που «όργωσε» την Ελλάδα και αποθησαύρισε σε φωτογραφίες, φιλμ, αλλά και ηχογραφήσεις τις τελευταίες στιγμές του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού.

Στη συνέχεια της εισαγωγής, η συγγραφέας εντοπίζει τις ελλείψεις των ελληνικών προσεγγίσεων και προτείνει νέους τρόπους ανάγνωσης της εικόνας ως ισοδύναμου εθνογραφικού τεκμηρίου. Η ενότητα αυτή συνιστά μια σημαντική συμβολή, καθώς χαρτογραφεί για πρώτη φορά τις ελληνικές προσπάθειες και συνδέει τη Λαογραφία με τις σύγχρονες πολιτισμικές πρακτικές των μέσων. Κλείνοντας το εισαγωγικό μέρος του βιβλίου, η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη προτείνει μια τυπολογία των πηγών της Οπτικής Λαογραφίας (φωτογραφία, κινηματογράφο, τηλεόραση κ.λπ.) παρέχοντας στον αναγνώστη τη δυνατότητα να κατανοήσει πώς κάθε μέσο παράγει διαφορετικές εκδοχές του «λαϊκού».

Στα επόμενα κεφάλαια ακολουθούν οι πηγές της Οπτικής Λαογραφίας, αρχής γενομένης της φωτογραφίας. Το εν λόγω κεφάλαιο εξετάζει τη φωτογραφική εικόνα ως μέσο τεκμηρίωσης και αναπαράστασης του λαϊκού πολιτισμού. Η συγγραφέας αναλύει τα ποικίλα είδη φωτογραφίας (εθνογραφική, καλλιτεχνική, τουριστική, δημοσιογραφική) και παρουσιάζει πώς οι αισθητικές επιλογές των φωτογράφων διαμορφώνουν διαφορετικά νοήματα αυθεντικότητας. Η φωτογραφία αναδεικνύεται ως βασικό πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στο «παραδοσιακό» και το «μοντέρνο», είτε πρόκειται για φωτογραφία από το οικογενειακό άλμπουμ είτε μέρος προώθησης σε συσκευασία παραδοσιακών γλυκών.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Το κεφάλαιο που αφορά στον κινηματογράφο χωρίζεται σε δύο μεγάλες ενότητες: τη μυθοπλασία και την τεκμηρίωση. Στην πρώτη, η συγγραφέας εξετάζει τον παλαιό και τον νέο ελληνικό κινηματογράφο (χωρίς να αποκλείσει και τον σύγχρονο), αναλύοντας την κινηματογραφική αναπαράσταση του λαϊκού ως συναισθηματικό, κοινωνικό και αισθητικό αφήγημα. Οι ταινίες της δεκαετίας του 1960 και του 1970 (ταινίες φουστανέλας, κωμωδίες, μελοδράματα κ.ά.) ερμηνεύονται ως πεδία όπου ο φολκλορισμός και η ιδεολογία της παράδοσης εξυπηρετούν εθνικές και ταξικές αφηγήσεις. Στη δεύτερη ενότητα (τεκμηρίωση) διερευνάται ο ρόλος του ντοκιμαντέρ και της εθνογραφικής κινηματογράφησης, με έμφαση στις πρακτικές τεκμηρίωσης του άυλου πολιτισμού από παλαίμαχους ντοκιμαντερίστες, όπως ο Νέστορας Μάτσας, έως και πιο πρωτοποριακές συμβολές, όπως εκείνες του Λευτέρη Ξανθόπουλου.

Στο τρίτο κεφάλαιο αναλύεται η τηλεόραση ως το μέσο που συνέβαλε περισσότερο στην εκλαΐκευση και την ανακύκλωση των λαϊκών μοτίβων. Η συγγραφέας επισημαίνει την εργαλειακή χρήση της παράδοσης από τις τηλεοπτικές εκπομπές και τονίζει πώς η «τηλεοπτική αυθεντικότητα» λειτουργεί ως κατασκευή και συχνά αναπαράγει στερεότυπα γύρω από το έθνος και την παράδοση, όπως στις σειρές Το καφέ της Χαράς ή Ψίθυροι καρδιάς.

Το τέταρτο κεφάλαιο για το βίντεο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: τη Μυθοπλασία, τις Επαγγελματικές και ημιεπαγγελματικές βιντεοσκοπήσεις και το Προσωπικό αρχείο. Εδώ, η συγγραφέας αναδεικνύει τη λαϊκή βιντεοκουλτούρα των ετών 1985-1990 ως ένα νέο, «από τα κάτω» αρχείο της καθημερινότητας. Εξετάζει τη βιντεοταινία (σε βιντεοταινίες με εθνοπολιτισμικές ομάδες, όπως οι Ρομά), τις ερασιτεχνικές καταγραφές γάμων, εορτών και πανηγυριών ως πολύτιμα τεκμήρια πολιτισμικής αυτοαναπαράστασης.

Στο πέμπτο κεφάλαιο, το ενδιαφέρον μετατίθεται στις εμπορικές (προωθητικές) οπτικοακουστικές παραγωγές, όπου η παράδοση εργαλειοποιείται για την κατασκευή ταυτοτήτων και lifestyle. Η συγγραφέας εξετάζει τα αισθητικά και σημειολογικά μοτίβα της ελληνικής διαφήμισης και του μουσικού βίντεο που χρησιμοποιούν ως πρώτη ύλη την παράδοση, επισημαίνοντας πώς το λαϊκό στοιχείο επανεμφανίζεται μέσα από τη γλώσσα της ποπ κουλτούρας.

Στο κεφάλαιο για το διαδίκτυο μεταφέρει τη συζήτηση στη νέα εποχή της ψηφιακής Οπτικής Λαογραφίας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι πλατφόρμες βίντεο και τα προσωπικά ψηφιακά αρχεία παρουσιάζονται ως σύγχρονες μορφές συλλογικής μνήμης και συμμετοχικής τεκμηρίωσης. Μάλιστα, η συγγραφέας συσχετίζει τη διαδικτυακή αυτοαναπαράσταση με τα ερωτήματα της νεωτερικότητας, της κοινότητας και της πολιτισμικής συνέχειας σε πλατφόρμες διαμοιρασμού οπτικοακουστικού υλικού, όπως το YouTube.

Το τελευταίο κεφάλαιο αποτελεί την πιο σύνθετη θεωρητικά και γόνιμη μεθοδολογικά ενότητα του βιβλίου, όπου η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη επιχειρεί να συνθέσει ό,τι έχει προηγηθεί, δηλαδή τη μελέτη των οπτικών μέσων, την εθνογραφική τεκμηρίωση, την πολιτισμική κριτική, σε ένα ενιαίο πλαίσιο ερμηνείας του εθνογραφικού οπτικοακουστικού υλικού, με στόχο την ανάδειξη των (στατικών και κινούμενων) εικόνων ως πολιτισμικών μορφών, φορέων νοήματος και κοινωνικών σχέσεων. Για να το επιτύχει αυτό, η συγγραφέας προτείνει την εφαρμογή της εικονογραφικής-εικονολογικής μεθόδου στο πεδίο της Λαογραφίας, παραλλαγμένης ωστόσο, από το πρότυπο που εισήγαγαν ο E. Panofsky ή ο A. Warburg. Οφείλω εδώ να επισημάνω ότι η παραδοσιακή εικονολογία εστιάζει στην ανάλυση της εικονιστικής φόρμας, της θεματολογίας και του πολιτισμικού συμβολισμού, αναζητώντας παράλληλα την προέλευση των εικονιζόμενων μοτίβων, την τυπολογική ιστορία. Ωστόσο, η συγγραφέας της Οπτικής Λαογραφίας, αφού αφομοίωσε το τρίτο στάδιο της μεθόδου, κατάφερε να μετατοπίσει το ενδιαφέρον προς την κοινωνική λειτουργία της εικόνας, δηλαδή στο πώς η εικόνα ενεργεί, κυκλοφορεί και αναπαράγει αξίες στο εσωτερικό της κοινότητας. Έτσι, η συγγραφέας επιτυγχάνει να αναλύσει την τυπολογία των εικόνων-πηγών και να μελετήσει την έκφραση των βασικών τάσεων της ποπ κουλτούρας και της μικροϊστορίας μέσα από συγκεκριμένες θεματικές και αναπαραστάσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της χρήσης και «μεταμόρφωσης» της εικονογραφικής-εικονολογικής μεθόδου στο εν λόγω βιβλίο αποτελούν η ανάλυση του βιντεοκλίπ του Π. Θαλασσινού ή του πλάνου της εκπομπής Χρυσό κουφέτο, το οποίο εμπεριέχει το στοιχείο του εγκιβωτισμού της εικόνας μες σε μιαν άλλη, όπως ακριβώς συμβαίνει σε πληθώρα έργων τέχνης από την Αναγέννηση κι έπειτα (π.χ. βλ. το πορτρέτο του Ζολά από τον Μανέ, 1868).

Η εκπαίδευση του βλέμματος είναι προϋπόθεση για μια νέα, δημοκρατικότερη μορφή πολιτισμικής ερμηνείας.

Στο κείμενο, λοιπόν, της Ορσαλίας-Ελένης Κασσαβέτη διακρίνεται μια σαφής μεθοδολογική πρόταση: εκτός από την περιγραφή της αισθητικής ή τεχνικής διάστασης του οπτικοακουστικού τεκμηρίου, ο ερευνητής χρειάζεται να συνυπολογίζει το πλαίσιο παραγωγής, τους μηχανισμούς διάδοσης και κυρίως τη σημειωτική του δράση μέσα στο κοινωνικό σώμα. Έτσι, κάθε φωτογραφία, κινηματογραφική ταινία ή βίντεο προσεγγίζεται ως εικονιστικό πεδίο πολλαπλών επιπέδων σημασίας. Συνεπώς, θα πρέπει να υιοθετείται μια διπλή οπτική στάση: αφενός, η αναλυτική, που αποδομεί τη δομή και το περιεχόμενο της εικόνας, και, αφετέρου, η αναστοχαστική, που εξετάζει τη δική του θέση απέναντι στο ερευνητικό υλικό. Αυτό είναι αναμενόμενο, αφού η συγγραφέας επισημαίνει ότι κάθε οπτικοακουστική αναπαράσταση του λαϊκού πολιτισμού εμπλέκει σχέσεις εξουσίας, δηλαδή ποιος βλέπει ποιον, ποιος έχει τη δυνατότητα να εκπροσωπήσει και ποιος να ερμηνεύσει.

Ένα σημαντικό σημείο του συγκεκριμένου κεφαλαίου είναι η αναφορά στη διακειμενικότητα των εικόνων: τη συνύπαρξη παλαιών και νέων μορφών οπτικής έκφρασης, την ανακύκλωση εικονογραφικών μοτίβων, τη διάχυση του φολκλορικού μέσα στην εμπορική ή ψηφιακή κουλτούρα. Η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη βλέπει την εικονολογική ανάλυση ως το μέσο για να ανασυστήσει αυτά τα δίκτυα αναφορών και να αποκαλύψει την ιστορική συνέχεια ή ασυνέχεια της λαϊκής εικονοποιίας. Η θεωρητική της στάση χαρακτηρίζεται από κριτικό ρεαλισμό, αφού απορρίπτει την ιδέα της ουδέτερης εικόνας και αντιμετωπίζει το οπτικό τεκμήριο ως πολιτισμικό προϊόν με συγκεκριμένες προθέσεις, τεχνολογικές συνθήκες και κοινωνικές διαστάσεις. Επιπλέον, η συγγραφέας υπογραμμίζει τη σημασία της βιωματικής θέασης, της συγκριτικής μελέτης εικόνων και της διασταύρωσης των οπτικών μέσων ως τρόπων καλλιέργειας της «οπτικής εγγραμματοσύνης». Η εκπαίδευση του βλέμματος, σημειώνει, είναι προϋπόθεση για μια νέα, δημοκρατικότερη μορφή πολιτισμικής ερμηνείας.

Το βιβλίο Εισαγωγή στην ελληνική Οπτική Λαογραφία έχει σημαντική θεωρητική, μεθοδολογική και παιδαγωγική συμβολή, ενώ ξεχωρίζει για τη διαύγεια της γραφής, την εκτενή βιβλιογραφική τεκμηρίωση και τη διαθεματική του οπτική. Επιτυγχάνει να συνδέσει το ελληνικό παράδειγμα με τις διεθνείς συζητήσεις για τον οπτικό πολιτισμό, ενώ αναδεικνύει την ανάγκη για έναν νέο τρόπο «οπτικής ανάγνωσης» της παράδοσης στη σύγχρονη εποχή των εικόνων. Ενδεχομένως περισσότερα παραδείγματα και εικόνες θα συμπλήρωναν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την έκδοση, γνωρίζουμε, ωστόσο, την προβληματική χρήση και αδειοδότηση χρήσης φωτογραφιών σε εκπαιδευτικά εγχειρίδια στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να αποτελεί ένα σημαντικό εγχειρίδιο που αναδεικνύει τις χρήσεις και την αξία του Οπτικού στη σύγχρονη έρευνα που συνδέεται με τις καταγραφές και αναπαραστάσεις του λαϊκού πολιτισμού, ειδικά όταν αυτές έχουν γίνει μέσο κατανάλωσης και ρομαντισμού.

[Η Αναστασία Μιχοπούλου είναι υποψήφια διδάκτωρ Ιστορίας της τέχνης και ποιήτρια.]

 

Εισαγωγή στην ελληνική Οπτική Λαογραφία
Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη
Εκδόσεις Παπαζήση
200 σελ.
ISBN 978-960-02-4514-1
Τιμή €13,78

https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/26102-eisagogi-stin-elliniki-optiki-laografia


https://diastixo.gr

Stephen King – Maurice Sendak: «Χάνσελ και Γκρέτελ»

 


«Αναγνώστη, ελπίζω να απολαύσεις αυτή τη μικρή προσπάθειά μου να δώσω νέα πνοή σε μια παλιά ιστορία, και είμαι σίγουρος ότι θα απολαύσεις την τέχνη του Μορίς Σέντακ, που είναι φωτεινή απ’ έξω και σκοτεινή από μέσα. Ή το αντίστροφο». Με αυτά τα λόγια κλείνει το εισαγωγικό σημείωμα ο Στίβεν Κινγκ στη νέα εκδοχή του κλασικού παραμυθιού των αδελφών Γκριμ, «Χάνσελ και Γκρέτελ», σε εικονογράφηση του Μορίς Σέντακ (1928-2012). Οι δύο κορυφαίοι δημιουργοί «συναντιούνται» σε μια μοναδική λογοτεχνική συνεργασία.

Οι εικόνες του Σέντακ δημιουργήθηκαν το 1997 ως σχέδια για τα σκηνικά και τα κοστούμια της όπερας Hansel and Gretel του Engelbert Humperdinck. Το Ίδρυμα Μορίς Σέντακ προσέγγισε τον Στίβεν Κινγκ ζητώντας του να γράψει μια νέα αφήγηση, που να ταιριάζει με το σκοτεινό και απόκοσμο ύφος των σχεδίων του Σέντακ. Το παραμύθι δημοσιεύτηκε αρχικά από τους αδελφούς Γκριμ στα Παιδικά και σπιτικά παραμύθια το 1812. Ενδεχομένως να προέρχεται από τη μεσαιωνική περίοδο του Μεγάλου Λιμού (1315-1321), που ανάγκασε τους απελπισμένους ανθρώπους να παρατήσουν τα παιδιά τους για να φροντίσουν τον εαυτό τους ή ακόμη και να καταφύγουν στον κανιβαλισμό. Στην αρχική έκδοση, τα παιδιά εγκαταλείπονται από τους βιολογικούς τους γονείς. Οι μεταγενέστερες εκδόσεις αποσύρθηκαν λόγω του τρόμου που προκάλεσε η ιδέα μιας μητέρας που θα σκότωνε τα ίδια της τα παιδιά και τη θέση της πήρε μια μητριά.

Το παραμύθι, στο πρώτο μισό του, έχει ομοιότητες με τον «Κοντορεβιθούλη» του Σαρλ Περό (1697) και το «Finette Cendron» (1721) της Μαντάμ Ντ’ Ολνουά. Σύμφωνα με τους λαογράφους Αϊόνα και Πίτερ Όπι (στο The Classic Fairy Tales, 1974) το «Χάνσελ και Γκρέτελ» ανήκει σε μία ομάδα ευρωπαϊκών παραμυθιών, που είναι κυρίως γνωστά στα Βαλκάνια, όπου παιδιά ξεγελούν αγριάνθρωπους μέσα στην ίδια τους την παγίδα. Είναι γνωστό ότι η αρχική μορφή των παραμυθιών των Γκριμ απέχει πολύ από την τελική εκδοχή τους, θυμίζοντας συχνά έργα τρόμου. Έτσι, η επιλογή του Στίβεν Κινγκ για μια σύγχρονη απόδοση του βιβλίου δεν είναι τυχαία.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, μάλιστα, δηλώνει ότι τα κλασικά παραμύθια αποτελούν τη ρίζα της λογοτεχνίας τρόμου, ότι η ουσία των παραμυθιών –ένα φωτεινό εξωτερικό που κρύβει ένα σκοτεινό κέντρο– είναι το θεμέλιο κάθε καλής ιστορίας. Σε σχετική συνέντευξη στον Οbserver δήλωσε πως σε όλη του την καριέρα γράφει ιστορίες για «γενναία παιδιά», όπως ο Χάνσελ και η Γκρέτελ, από την Κάρι Γουάιτ στο Κάρι μέχρι τον Μαρκ Πέτρι στο Σάλεμς Λοτ. «Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ είναι γενναία παιδιά. Είναι ευρηματικά παιδιά. Σκέφτομαι παιδιά που ζουν σε κακοποιητικά σπίτια. Αυτά είναι τα παιδιά στα οποία απευθύνεται πραγματικά το βιβλίο. Παιδιά που έχουν να αντιμετωπίσουν αντίξοες συνθήκες στη ζωή τους».

Η ουσία των παραμυθιών –ένα φωτεινό εξωτερικό που κρύβει ένα σκοτεινό κέντρο– είναι το θεμέλιο κάθε καλής ιστορίας.

Η ιστορία, ξαναειπωμένη από τον Στίβεν Κινγκ, διαφοροποιείται από την κλασική εκδοχή σε αρκετά σημεία, καθώς ο Κινγκ προσάρμοσε την αφήγηση στις απόκοσμες εικόνες του Σέντακ. «Όταν είδα με τα μάτια μου τις εικόνες, αποφάσισα να το προσπαθήσω. Ειδικά δύο απ’ αυτές μού μίλησαν: η μία ήταν αυτή της κακιάς μάγισσας καβάλα στη σκούπα της, να σέρνει πίσω της το τσουβάλι με τα παιδιά που είχε αρπάξει, και η άλλη, του διαβόητου ζαχαρόσπιτου που μεταμορφώνεται σε τρομερό πρόσωπο. Έτσι είναι στ’ αλήθεια το σπίτι, σκέφτηκα, ένας ακόλαστος κι αρρωστημένος δαίμονας, και δείχνει το αληθινό του πρόσωπο μονάχα όταν τα παιδιά γυρίζουν την πλάτη τους. Αυτό ήθελα να το γράψω! Για μένα ήταν η ουσία του συγκεκριμένου παραμυθιού και, στην πραγματικότητα, όλων των παραμυθιών: φωτεινό περίβλημα, σκοτεινός και φρικαλέος πυρήνας, γενναία και επινοητικά παιδιά», γράφει. Η εικονογράφηση του Σέντακ επιτρέπει στο Κινγκ να αναδείξει τη δυαδικότητα της ιστορίας. Έτσι, για παράδειγμα, το ζαχαρωτό σπίτι, που παραδοσιακά φαίνεται λαχταριστό, Κινγκ και Σέντακ το αποδίδουν έτσι ώστε να μεταφέρει την αίσθηση του άμεσου κινδύνου κι όχι μια απλή παγίδα. Επιπλέον, ο Κινγκ έχει αφαιρέσει τις μαγικές λύσεις. Η μαγική πάπια που βοηθά τα παιδιά να περάσουν το ποτάμι στο τέλος της ιστορίας, ως από μηχανής θεός, απαλείφεται. Προτίμησε τα παιδιά να βασιστούν αποκλειστικά στην εξυπνάδα και το θάρρος τους.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Για όσους αναρωτιούνται για το εν λόγω εγχείρημα (που, ειρήσθω εν παρόδω, έγινε μπεστ σέλερ με το που κυκλοφόρησε), αξίζει να επισημανθεί πως η νέα έκδοση προσφέρει μια φρέσκια και ουσιαστική ματιά που απευθύνεται στην ψυχολογία του σημερινού παιδιού, παρά την κλασική προέλευση της ιστορίας. Ας μην ξεχνάμε ότι στα παιδιά αρέσουν τα «τρομακτικά πράγματα». Μέσα από την ασφάλεια ενός βιβλίου, ωστόσο, το παιδί μαθαίνει να επεξεργάζεται δύσκολα συναισθήματα και φόβους (όπως την εγκατάλειψη ή τον κίνδυνο), κάτι που λειτουργεί θεραπευτικά για την ψυχική του ωρίμανση, ενώ η αντιπαράθεση των πρωταγωνιστών με τις δύσκολες συνθήκες καλλιεργεί στα παιδιά την ενδυνάμωση και την αυτοπεποίθηση. Ο Στίβεν Κινγκ τονίζει ότι τα παιδιά είναι «κύριοι της μοίρας τους». Αντί να περιμένουν μια μαγική λύση ή εξωτερική βοήθεια, ο Χάνσελ και η Γκρέτελ χρησιμοποιούν τη στρατηγική σκέψη, την εφευρετικότητα και το θάρρος τους για να επιβιώσουν, προσφέροντας πρότυπα ανθεκτικότητας. Ταυτόχρονα, τα μηνύματα του βιβλίου προάγουν και την κριτική σκέψη, καθώς σε αυτό θίγονται θέματα όπως η υποκρισία και οι δύσκολες οικογενειακές συνθήκες, ενθαρρύνοντας το παιδί να αναγνωρίζει την αλήθεια πέρα από τις επιφανειακές υποσχέσεις (όπως το ζαχαρωτό σπίτι που κρύβει κίνδυνο).

Στο κείμενο, αν και διατηρούνται τα υφολογικά χαρακτηριστικά του παραμυθιού, χρησιμοποιείται γλώσσα που συνδυάζει το κλασικό με το μοντέρνο, κάνοντας την αφήγηση πιο ζωντανή και άμεση για τους σημερινούς αναγνώστες.

Ο Μορίς Σέντακ, που η καλλιτεχνική του έκφραση επηρεάστηκε από την απώλεια πολλών συγγενών του στο Ολοκαύτωμα, αναφέρεται ως «ο πιο σημαντικός δημιουργός παιδικών βιβλίων του 20ού αιώνα». Το 1964 τιμήθηκε με το βραβείο Caldecott Medal για τη Χώρα των τεράτων, ενώ το 1970 του απονεμήθηκε το βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν για την προσφορά του ως εικονογράφου βιβλίων για παιδιά. Το 2003 του απονεμήθηκε το πρώτο Βραβείο στη Μνήμη της Άστριντ Λίντγκρεν, διεθνές βραβείο παιδικής λογοτεχνίας που θέσπισε η σουηδική κυβέρνηση.

Η νέα έκδοση προσφέρει μια φρέσκια και ουσιαστική ματιά που απευθύνεται στην ψυχολογία του σημερινού παιδιού, παρά την κλασική προέλευση της ιστορίας.

Στο βιβλίο, η εικονογράφηση του Μορίς Σέντακ δεν είναι απλώς συνοδευτική, αλλά αποτελεί αυτόνομο έργο τέχνης με θεατρική αισθητική, αφού βασίζεται σε σκηνικά όπερας. Φέρνει το παιδί σε επαφή με μια πλούσια, λεπτομερή και εικαστικά απαιτητική οπτική αφήγηση, που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα «χαριτωμένα» παιδικά βιβλία. Με στοιχεία μιας ρετρό αισθητικής, ενσωματώνει στις σκηνές του δάσους κρυμμένα στοιχεία τρόμου, ενισχύοντας την αίσθηση του κειμένου ότι τα δύο αδέλφια κινούνται σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Σε πολλά σημεία κυριαρχεί μια σκηνογραφική προσέγγιση, καθώς τα δέντρα και η πυκνή βλάστηση σε κάποιες σελίδες λειτουργούν ως θεατρικά σκηνικά, «εγκλωβίζοντας» τον αναγνώστη μέσα στην εικόνα. Από τα πιο εμβληματικά οπτικά στοιχεία η απόδοση του σπιτιού της μάγισσας ως μιας τερατώδους, ζωντανής οντότητας, που η εικόνα του μεταλλάσσεται όταν τα παιδιά κοιμούνται. Και αυτές οι εικόνες ήταν το ερέθισμα που επέτρεψε στον Στίβεν Κινγκ να επεκτείνει την ιστορία.

Ακουαρέλες, άλλοτε σε γήινα χρώματα άλλοτε σε ζωηρά, εικόνες ονειρικές – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Άγγελοι, ντυμένοι στα λευκά, που περιστρέφονται γύρω από το φεγγάρι στο όνειρο της Γκρέτελ, αλλά και εικόνες από το όνειρο του αδελφού της, του Χάνσελ, στο οποίο μια μάγισσα με κονδυλώδη μύτη πετάει στον αέρα, αιχμαλωτισμένα παιδιά που ουρλιάζουν από την τσάντα που κουβαλάει πίσω της. Καθώς η ιστορία προχωρά, τα σκοτεινά χρώματα τα διαδέχονται τα φωτεινά. «Τώρα οι έγνοιες τους είχαν τελειώσει, ο πατέρας τους υποσχέθηκε να μην τους αδικήσει ποτέ ξανά, και ξέρετε τι ακολουθεί». Δίπλα στο κείμενο υπάρχει ένα πλατύ πρόσωπο, με μαλλιά που είναι (;) οι ακτίνες του ήλιου. Τα μάτια του είναι χαμηλωμένα. Δεν χαμογελάει. Η εικονογράφηση του Μορίς Σέντακ είναι άχρωμη σέπια.

Κι «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» σε μια από αυτές τις ιστορίες για την αθωότητα και το κακό, όπου δύο θρυλικοί δημιουργοί, γνωστοί για το σκοτεινό τους ύφος, «συναντιούνται» για να δημιουργήσουν μια νέα, διαφορετική οπτική σε ένα γνωστό παιδικό παραμύθι.

 

Χάνσελ και Γκρέτελ
Stephen King
εικονογράφηση: Maurice Sendak
μετάφραση: Έφη Τσιρώνη
Κλειδάριθμος
56 σελ.
ISBN 978-960-645-814-9
Τιμή €19,90

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/26100-hansel-and-gretel


https://diastixo.gr

Τρία ποιήματα του Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς

 

Λεπτομέρεια από το έργο «Per Amica Silentia Lunae» της Κατερίνας Επιτηδείου


Τρία ποιήματα του Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς


μετάφραση: Θάνος Κωνσταντάρας

 

ΤΟ ΡΟΔΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ           

Ρόδο των Ρόδων όλων, Ρόδο του Κόσμου ολόκληρου!
Τα ψηλά, από σκέψη υφασμένα πανιά που πλαταγίζουν ανοιγμένα
πάνω απ’ την παλίρροια των ωρών, δυσκολεύουν τον άνεμο,
Κι η σημαδούρα του θεού ηχούσε προσέχοντας το νερό
ενώ σιωπηλοί από τρόμο ή φωνάζοντας από ελπίδα μια ομάδα ανθρώπων
με μουσκεμένα μαλλιά που ανεμίζουν κρατιούνται χέρι-χέρι
σαν να γυρνούν από μάχες που δεν έχουν δοθεί.
Τους φωνάζω, καθώς περνούν μπροστά μου ένας-ένας,
Ο κίνδυνος δεν κρύβει καταφύγιο, κι ούτε ο πόλεμος ειρήνη
για κείνον που ακούει τον έρωτα να τραγουδά και να μην ησυχάζει
δίπλα στο φρεσκοσκουπισμένο της τζάκι, τη γαλήνια σκιά της·
Μα, μαζευτείτε όλοι που για σας καμιά αγάπη δεν έχει υφάνει
τη σιγή, ή δεν ήρθε παρά να φορτώσει
ένα τραγούδι στον άνεμο, και το τραγούδι να περάσει
να χαμογελάσει στην ωχρή αυγή· και να σε περισυλλέξει
εσένα που έχεις αναζητήσει πιο πολλά απ’ όσα υπάρχουν στη βροχή ή τη δροσιά,
ή στον ήλιο και το φεγγάρι, ή στη γη,
ή σε αναστεναγμούς μέσα στην περιπλάνηση, στη χαρά των άστρων,
ή να ’ρχεται γελώντας απ’ τα λυπημένα χείλη της θάλασσας
και να διεξάγει τις μάχες του θεού στα μακρόστενα γκρίζα πλοία.
Τα λυπημένα, τα μοναχικά, τ’ αχόρταγα
σ’ αυτά η Μεγάλη Νύχτα θα φανερώσει όλα τα μυστήρια
Η καμπάνα του Θεού έχει απαιτήσει απ’ αυτά μέσ’ απ’ το λιγοστό κλάμα
των λυπημένων τους καρδιών, μήτε να ζουν, μήτε να πεθαίνουν.

Ρόδο των Ρόδων όλων, Ρόδο του Κόσμου ολόκληρου!
Εσύ, επίσης, έχεις έρθει εκεί που οι θολές παλίρροιες κουλουριάζονται
Πάνω στις αποβάθρες της λύπης κι έχεις ακουστεί να κρούεις
την καμπάνα που μας καλεί· αυτό το γλυκό απόμακρο πράγμα
Ομορφιά που μελαγχολεί μες στην αιωνιότητά της
σ’ έφτιαξε από εμάς, κι απ’ τη θολή γκρίζα θάλασσα
Απ’ τα μακρόστενα καράβια μας που χαλαρώνουν
τα κοίλα απ’ τη σκέψη μας πανιά και περιμένουν
γιατί ο Θεός τα έχει διατάξει να μοιράζονται την ίδια μοίρα
Κι όταν τελικά, νικημένα στους Πολέμους Του
έχουν σαλπάρει κάτω απ’ τα ίδια λευκά άστρα,
δεν θ’ ακούμε πια το μικρό κλάμα
των λυπημένων μας καρδιών, που ούτε να ζουν μπορούν, ούτε να πεθαίνουν.

 

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ
ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ

Αν και είσαι στις λαμπρές σου μέρες,
με φωνές ανάμεσα στο πλήθος
και νέους φίλους που σε παινεύουν,
μη γίνεσαι αγενής και περήφανος
μα σκέψου κυρίως τους παλιούς φίλους.
Η πικρή πλημμύρα του χρόνου θα έρθει
Η ομορφιά σου θα φθαρεί και θα χαθεί
σ’ όλων τα μάτια, εκτός από εκείνων.

 

ΘΑ ’ΘΕΛΕ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Να ’χα άραγε τα κεντητά ρούχα του ουρανού
τυλιγμένα με χρυσό κι ασημένιο φως,
τα γαλάζια, τα γκρίζα και τα σκοτεινά ρούχα
της νύχτας, και τα φωτεινά και μισοφώτεινα
θα τα σκορπούσα κάτω απ’ τα πόδια σου.
Μα, όντας φτωχός, έχω μόνο τα όνειρά μου
Τα έχω σκορπίσει κάτω απ’ τα πόδια σου
να πατιούνται απαλά
καθώς πατάς πάνω στα όνειρά μου.

 

Ο Ιρλανδός ποιητής Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (William Butler Yeats, 1865-1939), ανανεωτής της αγγλόφωνης ποίησης και ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του 20ού αιώνα, επηρεάστηκε από τον γαλλικό συμβολισμό. Το ποιητικό του έργο βρίθει συμβόλων παρμένων κυρίως από τους κελτικούς μύθους. Έγραψε επίσης θεατρικά έργα, μελέτες και δοκίμια. Τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1923.


https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/26094-poiimata-william-butler-yeats


https://diastixo.gr

Βασιλεία Οικονόμου: συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου

 


Η Βασιλεία Οικονόμου γεννήθηκε το 1983 στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το 2015 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή, Το υπόλοιπο της αφαίρεσης (Εκδόσεις Γκοβόστη), η οποία συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή του περιοδικού Ο Αναγνώστης. Το 2018 κυκλοφόρησε η δεύτερη ποιητική της συλλογή, Εφήμερα ζώα (Εκδόσεις Θράκα), ενώ το 2025 εξέδωσε την τρίτη της συλλογή, Όταν πάψει η βροχή, θα είμαστε ξένες (Εκδόσεις Ενύπνιο), η οποία μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη. Έχει συμμετάσχει σε παρουσιάσεις βιβλίων και σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες κι έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, κροατικά, αλβανικά, ισπανικά και σε άλλες γλώσσες.

Θα ήθελα να ξεκινήσω με μια ερώτηση που φαντάζομαι ότι σας κάνουν συχνά: Γιατί γράφετε ποίηση;

Τελικά ίσως γράφω για να παρηγορηθώ. Γιατί ψάχνω τρόπο να συνδεθώ, με εμένα και με τον κόσμο.

Όταν πάψει η βροχή, θα είμαστε ξένες: πείτε μας δυο λόγια για τη νέα σας ποιητική συλλογή.

Η συλλογή αυτή γράφτηκε μέσα σε ένα χρονικό διάστημα έξι ετών. Πέρασε μια καραντίνα, μια απώλεια, μια αλλαγή χώρας, μια ηλικιακή κρίση. Ήθελα να αφήσω τον εαυτό μου εντελώς ελεύθερο να εκφραστεί σε αυτό το βιβλίο, να πειραματιστεί και να δοκιμάσει πράγματα. Επίσης, θέλησα να είμαι απολύτως ειλικρινής απέναντι στον εαυτό μου και στην τέχνη μου, κι αυτό είναι ένα βιβλίο που λειτουργεί και ως προσωπικό coming out, χωρίς να το επιδιώκει εξαρχής.

Καμιά φορά, κουβαλάμε μνήμες που δεν ξέρουμε πώς έγιναν δικές μας.

Ως ποιήτρια, πώς αναμετριέστε με τις λέξεις;

Με υπομονή, με σεβασμό, με τρυφερότητα.

Ποια θέματα ή συναισθήματα κυριαρχούν στα ποιήματά σας;

Η απώλεια, ο έρωτας, η μοναξιά. Δεν θα έλεγα πως είμαι πρωτότυπη σε αυτό.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Υπάρχουν προσωπικές εμπειρίες που οδήγησαν στη συγγραφή της τελευταίας σας συλλογής;

Ξεκάθαρα ναι. Όλη η συλλογή είναι μια βιωματική κατάθεση. Πολλές φορές όμως δεν χρειάζεται κάτι να συμβεί στον έξω κόσμο, για να έχει βιωθεί στον έσω. Οι εμπειρίες συχνά μεταμορφώνονται και, καμιά φορά, κουβαλάμε μνήμες που δεν ξέρουμε πώς έγιναν δικές μας.

Πώς βλέπετε τον ρόλο της ποίησης στη σύγχρονη κοινωνία και ποια είναι η αγωνία σας ως προς αυτό; Μπορεί η ποίηση να αγγίξει τους αναγνώστες σήμερα;

Δεν νομίζω ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά σίγουρα τον φωτίζει αλλιώς. Μέσα στην ταχύτητα και τον καταιγισμό της πληροφορίας της εποχής μας, θέλω να ελπίζω ότι εξακολουθεί να μας θυμίζει την αξία της παύσης, της προσοχής και μιας γλώσσας που μπορεί να αφυπνίσει. Η δική μου αγωνία είναι να μη χαθεί εντελώς στη διαμεσολάβηση, αλλά να φτάσει σε έναν αναγνώστη που θα νιώσει πως ακούστηκε κάτι δικό του. Κι αν αγγίξει έστω έναν άνθρωπο, τότε έχει ήδη βρει τον σκοπό της.

Υπάρχουν σχέδια για νέα έργα ή συλλογές;

Δεν έχω σχέδια. Έχω μόνο την ελπίδα να με ξαναβρούν μερικά ποιήματα.

 

Όταν πάψει η βροχή, θα είμαστε ξένες
Βασιλεία Οικονόμου
Εκδόσεις Ενύπνιο
52 σελ.
ISBN 978-618-576-994-9
Τιμή €8,90

Η Κωνσταντίνα Δρακουλάκου είναι δημοσιογράφος.

https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/26096-vasilia-oikonomou


https://diastixo.gr/  

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Το πορτραίτο της Ωραίας Ελένης


 Οι μόνες πληροφορίες που έχουμε είναι του Ομήρου και του Δάρη του Φρύγα.

Όμηρος: Η Ελένη είχε λευκούς βραχίονες, (Ιλιάδα Γ 121)
Δάρης: Η Ελένη είχε ωραιότατες γάμπες, μικρό στόμα και ένα σημάδι ανάμεσα στα φρύδια, (Ιστορία για την άλωση της Τροίας, 12.)

Δεν αναφέρεται το χρώμα των μαλλιών, το ύψος και η ηλικία της.

Συμπεραίνουμε ότι ήταν μελαχροινή, διότι εάν ήταν ξανθιά θα αναφέρονταν όπως τα ξανθά αδέλφια της Κάστορας και Πολυδεύκης (Δάρης, 12.), ο κοκκινομάλλης Μενέλαος (Δάρης, 13.), ο ξανθός Νέστωρας (Δάρης 13.), ο ξανθός Μενέλαος (δ 30, 59, 76, 147, 265, Γ 284, Δ 183, Ρ 6, Ψ 293), ο ξανθός Αχιλλέας (Α 197, Ψ 141-143).

Στο Γ 329, ο 58 & 123 ο Όμηρος αναφέρει ότι είχε όμορφα μαλλιά αλλά δεν λέει για ξανθά. Συνεπώς η αντίληψη της ξανθιάς Ελένης είναι άλλη μια στρεβλωτική τακτική και διασκευή των μεταγενεστέρων στον βωμό της βιομηχανίας του θεάματος από την αρχαιότητα έως το Χόλιγουντ.

ΕΠΟΜΕΝΩΣ
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: ο Όμηρος δεν δίνει καμία συγκεκριμένη περιγραφή της Ελένης πέρα από τυπικά, συμβατικά επίθετα, και ο Δάρης ο Φρύγας είναι ο μόνος που προσφέρει πραγματολογικές λεπτομέρειες· συνεπώς, κάθε μεταγενέστερη «ξανθιά» Ελένη είναι προϊόν εικονογραφικής παράδοσης και όχι αρχαίας μαρτυρίας.
1. Τί πράγματι λέει ο Όμηρος
Ο Ὅμηρος χρησιμοποιεί μόνο τυπικά, συμβολικά επίθετα:
  • λευκώλενος (Ιλ. Γ 121) — «με λευκούς βραχίονες». Το επίθετο αυτό είναι συμβατικό για γυναίκες που δεν εργάζονται στον ήλιο· δεν δηλώνει φυλετικό ή χρωματικό τύπο.
  • καλλίκομος (Οδ. ο 58) — «με ωραία μαλλιά», χωρίς χρώμα.
  • τανύπεπλος (Οδ. δ 305) — «με μακρύ πέπλο», επίσης τυπικό.
Ούτε το χρώμα των μαλλιών, ούτε το ύψος, ούτε η ηλικία της αναφέρονται.
Η μόνη «περιγραφή» που δίνεται από τους Τρώες είναι ότι έχει «δεινὴν ὄψιν θεάων», δηλαδή θεϊκή, φοβερή ομορφιά — όχι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
2. Τί λέει ο Δάρης ο Φρύγας
Ο Δάρης (12) προσφέρει τις μοναδικές πραγματολογικές λεπτομέρειες:
  • ωραιότατες γάμπες
  • μικρό στόμα
  • σημάδι ανάμεσα στα φρύδια
Καμία μνεία για χρώμα μαλλιών, ύψος ή ηλικία.
3. Υπήρχε «ξανθιά» Ελένη στην αρχαιότητα;
Οι αρχαίες πηγές δεν την αποκαλούν ξανθή.
Αντιθέτως, όταν οι ποιητές θέλουν να δηλώσουν ξανθότητα, το κάνουν ρητά:
  • ξανθός Μενέλαος (πολλαπλές ομηρικές αναφορές)
  • ξανθός Νέστωρ
  • ξανθός Αχιλλεύς
  • ξανθοί Διόσκουροι (στον Δάρη)
Αν ο ποιητής ήθελε να τονίσει ξανθότητα της Ελένης, θα το έκανε — όπως ακριβώς κάνει για όλους τους παραπάνω. Αυτό είναι εύλογο συμπέρασμα, όχι αυθαίρετο.
Σημαντικό επίσης: η σύγχρονη έρευνα τονίζει ότι οι αρχαίες χρωματικές λέξεις δεν αντιστοιχούν ακριβώς στις νεότερες (π.χ. ξανθή μπορεί να σημαίνει «λαμπρή», «λαμπερή», όχι απαραίτητα «blonde»).
4. Μεταγενέστερες παραδόσεις και η «ξανθιά» Ελένη
Η εικόνα της ξανθής Ελένης:
  • δεν προέρχεται από τον Όμηρο,
  • δεν προέρχεται από τον Δάρη,
  • δεν προέρχεται από καμία πρώιμη πηγή.
Αναπτύσσεται κυρίως:
  1. στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εικονογραφία, όπου η ξανθότητα συνδέεται με θεϊκότητα ή ερωτική λάμψη·
  2. στην αναγεννησιακή και νεοκλασική ζωγραφική, όπου η «ξανθιά θεά» γίνεται αισθητικό πρότυπο·
  3. στην βιομηχανία του θεάματος, από την όπερα έως το Χόλιγουντ, όπου η Ελένη παρουσιάζεται ως «ξανθό αρχέτυπο» της ομορφιάς.
Η σύγχρονη φιλολογική έρευνα επιβεβαιώνει ότι ο Όμηρος δεν δίνει καμία τέτοια πληροφορία και ότι η ξανθότητα είναι μεταγενέστερη προβολή.
5. Συμπέρασμα
Τα δεδομένα των πηγών:
  • Ο Όμηρος δεν περιγράφει ξανθά μαλλιά.
  • Ο Δάρης δεν περιγράφει ξανθά μαλλιά.
  • Οι αρχαίοι ποιητές όταν θέλουν να δηλώσουν ξανθότητα, το κάνουν ρητά.
  • Η Ελένη δεν περιγράφεται ποτέ ως ξανθή στις πρώιμες πηγές.
  • Η «ξανθιά Ελένη» είναι μεταγενέστερη κατασκευή, όχι ομηρική πραγματικότητα.

Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη: «Εισαγωγή στην ελληνική Οπτική Λαογραφία»

  Αναστασία Μιχοπούλου      Στον χώρο των Οπτικών Σπουδών / Visual Studies, η έννοια του οπτικού έχει εκ περιτροπής εξεταστεί και αξιολογηθε...