Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Δημήτρης Τζιώτης: «Ολυμπιακοί αγώνες: Η αληθινή Ιστορία»

 


Το βιβλίο του Δημήτρη Τζιώτη Ολυμπιακοί αγώνες: Η αληθινή Ιστορία δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική μελέτη, αλλά ένα νομικό και πολιτικό μανιφέστο. Μέσα από τη δημοσίευση πρωτογενών πηγών, δικογράφων, γνωμοδοτήσεων του Κ. Βολτή και αποφάσεων του Αρείου Πάγου, ο συγγραφέας αποδομεί με χειρουργική ακρίβεια την κυρίαρχη αφήγηση που θέλει τον Ολυμπισμό να γεννιέται αποκλειστικά στο Παρίσι του 1894.

Η ροή του κειμένου συνδέει αριστοτεχνικά το όραμα του Ρήγα Φεραίου και τις θυσίες του Ευαγγέλη Ζάππα με τις σύγχρονες δικαστικές αίθουσες. Ο Ζάππας, αγωνιστής του 1821 που πολέμησε υπό τον Μπότσαρη και τον Καραϊσκάκη, οραματίστηκε την αναβίωση των Αγώνων ως «συμπλήρωμα του εθνικού προγράμματος» της παλιγγενεσίας. Το έργο αναδεικνύει μια συστηματική αδυναμία της ελληνικής Πολιτείας να διαχειριστεί την άυλη κληρονομιά των εθνικών ευεργετών, μετατρέποντας μια οικουμενική ιδέα σε «ραχιτική» γραφειοκρατική εκκρεμότητα, όπως ήδη προειδοποιούσε ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου από το 1879.

Χωρίς ρητορικές εξάρσεις, αλλά με την πειστικότητα των ένορκων βεβαιώσεων προσωπικοτήτων όπως ο Πέτρος Κόκκαλης και η Φανή Χαλκιά, ο Τζιώτης αποδεικνύει ότι η αναβίωση ήταν μια ελληνική πρωτοβουλία με βαθιές ρίζες. Αποκαλύπτεται ότι οι Αγώνες αναβίωσαν πραγματικά στο Παναθηναϊκό Στάδιο το 1870, όταν ο Πιερ ντε Κουμπερτέν ήταν μόλις επτά ετών. Επιπλέον, τεκμηριώνεται η ιστορική αυθεντικότητα των Αγώνων του 1906, τους οποίους η ΔΟΕ περιλάμβανε στον επίσημο οδηγό της μέχρι το 1972, προτού τους υποβαθμίσει αδίκως σε «Μεσοολυμπιάδα».

Η έρευνα προχωρά σε μια βαθιά θεσμική ανατομία, αποκαλύπτοντας πως η μετονομασία του «Μεγάρου των Ολυμπίων» σε «Ζάππειο» δεν ήταν μια αθώα συντόμευση, αλλά μια προσπάθεια αποσύνδεσης του κτιρίου από τον ολυμπιακό του προορισμό. Μέσα από τη μελέτη του Βασιλικού Διατάγματος του 1858, τεκμηριώνεται ότι ο πρώτος Κανονισμός των Αγώνων προηγήθηκε της γέννησης του Κουμπερτέν, ανατρέποντας το ευρωκεντρικό μονοπώλιο της ολυμπιακής ιδέας.

Ο συγγραφέας καταδεικνύει πώς η Ελλάδα απεμπόλησε δικαιώματα δισεκατομμυρίων επί των ολυμπιακών σημάτων και αναρωτιέται πού χάθηκε η αμύθητη περιουσία που προοριζόταν για τη μόνιμη τέλεση των Αγώνων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη «μαύρη τρύπα» των ολυμπιακών πόρων και στην απώλεια των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Ο συγγραφέας καταδεικνύει πώς η Ελλάδα απεμπόλησε δικαιώματα δισεκατομμυρίων επί των ολυμπιακών σημάτων και αναρωτιέται πού χάθηκε η αμύθητη περιουσία που προοριζόταν για τη μόνιμη τέλεση των Αγώνων. Η παράθεση της πρότασης του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1980 για μόνιμη επιστροφή των Αγώνων στην κοιτίδα τους αναδεικνύεται ως η τελευταία μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας πάνω στο ολυμπιακό σύμβολο.

Η έκδοση αυτή δεν συνιστά μια παθητική ανάγνωση του παρελθόντος, αλλά μια ενεργητική παρέμβαση στο παρόν. Ο Τζιώτης χρησιμοποιεί τα δικαστικά πειστήρια ως έναν μεγεθυντικό φακό που αποκαλύπτει πώς η Ελλάδα, από πρωταγωνιστής και γεννήτορας της Ολυμπιακής Ιδέας, υποβιβάστηκε σε απλό θεατή των εξελίξεων. Η τεκμηριωμένη ανάδειξη της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής (ΕΟΕ) και του ρόλου της στη διαφύλαξη των κληροδοτημάτων θέτει προ των ευθυνών τους όλους όσοι διαχειρίστηκαν την εθνική μας ταυτότητα ως εμπορεύσιμο προϊόν. Το βιβλίο υπογραμμίζει ότι η αναγνώριση της αληθινής Ιστορίας δεν είναι ζήτημα στείρου παρελθοντολογικού ενδιαφέροντος, αλλά προϋπόθεση για τη χάραξη μιας νέας εθνικής στρατηγικής. Μιας στρατηγικής που θα διεκδικεί την επιστροφή των Αγώνων στην κοιτίδα τους όχι με όρους επαιτείας, αλλά με τη δύναμη του δικαίου και της ιστορικής αλήθειας. Η αποκάλυψη αυτής της «μεγάλης απάτης» είναι το πρώτο βήμα για την αποκατάσταση της ηθικής τάξης στον παγκόσμιο αθλητισμό.

Τέλος, το έργο λειτουργεί ως κάλεσμα αφύπνισης. Προτείνει την επανίδρυση ενός Ολυμπιακού Πάρκου στην καρδιά της Αθήνας και τη διεκδίκηση ενός «Λούβρου του Ολυμπισμού», υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι απλώς ο τόπος αφής της φλόγας, αλλά ο μόνιμος θεματοφύλακας των ολυμπιακών αξιών. Πρόκειται για ένα απαραίτητο ανάγνωσμα, που αποκαλύπτει τις ευθύνες του κράτους για τη διαχρονική παραβίαση της θέλησης των ευεργετών, μια διαδρομή από το «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» στην αποκάλυψη μιας ιστορικής απάτης.

 

Ολυμπιακοί αγώνες: Η αληθινή ιστορία
Το όραμα του Ρήγα, η διαθήκη του Ζάππα, ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ και οι ευθύνες του κράτους
Δημήτρης Τζιώτης
Πρόλογος: Ξενοφών Κοντιάδης
Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου
541 σελ.
ISBN 978-618-5999-00-1
ebook – Διαβάστε το εδώ: https://www.epoliteia.gr/e-books/2026/02/05/olympiakoi-agwnes-h-alhthinh-istoria-d-tziwths/

https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/26274-tziotis-olympiakoi-agones


https://diastixo.gr/ 

Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου: «Το Κουτί της Βοήθειας» και «Δεν είναι αστείο, Σκοτ!»

 


Η Γιώτα Αλεξάνδρου, νηπιαγωγός και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας (δύο ιδιότητες που αλληλοσυμπληρώνονται με ιδιαίτερο τρόπο), γράφει βιβλία που πάντα στο επίκεντρο έχουν ιστορίες που προβληματίζουν, θίγουν κοινωνικά θέματα –όπως ο σχολικός εκφοβισμός–, ευαισθητοποιούν –όπως η κοκκινομάλλα Φένια με την αναπηρία όρασης– ή αγγίζουν βαθιά φιλοσοφικές έννοιες, όπως η ομορφιά.

Αυτή τη φορά, η συγγραφέας καταθέτει δύο βιβλία, από τις Εκδόσεις Susaeta, που απευθύνονται σε ηλικίες 4+ ετών, σε μια εξαιρετικά προσεγμένη δίγλωσση απόδοση της ιστορίας που αφηγείται στο καθένα. Και τα δύο μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο στο σπίτι όσο και στη σχολική τάξη, καθώς περιλαμβάνουν προτάσεις για δημιουργική απασχόληση, καθώς και QR code με την αφήγηση της ιστορίας, συμβάλλοντας στην κοινωνικοσυναισθηματική μάθηση και τη γλωσσική ενίσχυση.

Ιδιαίτερα στο σχολικό περιβάλλον, δίνουν τη δυνατότητα αξιοποίησής τους τόσο στο πλαίσιο των εργαστηρίων δεξιοτήτων ή στη διαχείριση συγκρούσεων μέσα από παιχνίδι ρόλων (role-playing). Τα παιδιά, εμπνεόμενα από το κείμενο, μπορούν να δημιουργήσουν τη δική τους Γωνιά της Ηρεμίας στην τάξη ή το δικό τους Βιβλιόδεντρο, πάνω στο οποίο κάθε φορά που ένα παιδί κάνει μια καλή πράξη ή διαβάζει ένα βιβλίο, κολλάει ένα «φύλλο» με το όνομά του, όπως οι ήρωες της ιστορίας. Έτσι, η ανάγνωση μετατρέπεται σε βιωματική εμπειρία, ενισχύοντας το ομαδικό πνεύμα και τον αλληλοσεβασμό στην τάξη.

Βασικοί πρωταγωνιστές και στα δύο βιβλία είναι η Γκίλι η Κατσίκα και ο Φλιν ο Αλεπουδίνος, που εξαρχής δηλώνουν πως είναι… BFF. Στο πρώτο βιβλίο, με τίτλο Το Κουτί της Βοήθειας – The Helping Box, η Γκίλι και ο Φλιν είχαν μια ιδέα. Έβαλαν ένα κουτί στη Γωνιά της Ηρεμίας κάτω από το Βιβλιόδεντρο. Tο ονόμασαν «Το Κουτί της Βοήθειας». «Αν χρειάζεστε βοήθεια, αφήστε μια ζωγραφιά ή ένα σημείωμα μέσα στο κουτί», είπαν στους συμμαθητές τους. Κι έτσι, επί μία βδομάδα, προσφέρουν ανιδιοτελώς τη βοήθειά τους σε όποιον το έχει ανάγκη. Βοήθησαν τον κύριο Ριντ να φυτέψει καρότα, τον κύριο Σκίουρο με τις δουλειές, τον κύριο Κάστορα με τα ξύλα του σπιτιού του και κάνουν παρέα στην Ντέμπι την Ελαφίνα και τον παππού της, που συνεχώς ρωτά πού είναι το σπίτι του… Στο τέλος, μαζί με τους φίλους τους θα γιορτάσουν, γιατί «κάθε μέρα είναι μια πιο χαρούμενη μέρα για όλους, με μια μικρή πράξη καλοσύνης». Η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια, η προσφορά και η καλοσύνη προς τους άλλους, η κατανόηση και διαχείριση βασικών συναισθημάτων είναι τα θεματικά κέντρα της ιστορίας. Μέσα από την κίνηση των ηρώων να φτιάξουν ένα «κουτί βοήθειας», το παιδί μαθαίνει να αναγνωρίζει τις ανάγκες των άλλων και να προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα, αναπτύσσοντας την κοινωνική του συνείδηση.

Το δίγλωσσο κείμενο έρχεται να αναδείξει ότι η επικοινωνία πραγματώνεται ακόμα κι αν δεν έχουμε τον ίδιο γλωσσικό κώδικα.

Στο δεύτερο βιβλίο, το Δεν είναι αστείο, Σκοτ! – It’s not funny, Scott!, η Αλεξάνδρου πραγματεύεται το πώς ένα αστείο μπορεί να γίνεται προσβλητικό όταν δεν γελούν όλοι μαζί. Η ιστορία θέτει το ερώτημα: Πότε ένα αστείο είναι πραγματικά αστείο; Πότε ένα «αστείο» είναι πείραγμα που γίνεται εκφοβισμός και πληγώνει; Γιατί, ας μην ξεχνάμε.. πολλά ξεκινάνε από ένα «αστείο», από μια «πλάκα», και καταλήγουν να έχουν συνέπειες συχνά τραγικές για το παιδί που το υφίσταται.

Το ερώτημα, λοιπόν, που θέτει είναι εξαιρετικά χρήσιμο για ένα παιδί, διότι αγγίζει ένα από τα πιο λεπτά ζητήματα της κοινωνικής συμβίωσης: τα όρια του χιούμορ. Έτσι, το παιδί μαθαίνει τη διαφορά μεταξύ «γελώ με…» και «κοροϊδεύω», και καταλαβαίνει ότι ένα αστείο παύει να είναι αστείο όταν κάποιος άλλος πληγώνεται ή νιώθει άβολα. Μέσα από την ιστορία, το παιδί μπαίνει στη θέση του άλλου και αντιλαμβάνεται πώς τα λόγια ή οι πράξεις του επηρεάζουν τα συναισθήματα των γύρω του. Το βιβλίο «διδάσκει» στο παιδί τόσο να σέβεται τους άλλους, όσο και να διεκδικεί τον σεβασμό. Επαναφέρει με κάποιον τρόπο ένα από τα αγαπημένα θέματα της Αλεξάνδρου, την πρόληψη φαινομένων σχολικού εκφοβισμού, καθώς καλλιεργεί μια κουλτούρα αμοιβαίου σεβασμού και αποδοχής, αφού μετατρέπει μια καθημερινή παρεξήγηση σε ένα σπουδαίο μάθημα ζωής, βοηθώντας το παιδί να χτίσει πιο γερές και ειλικρινείς φιλίες.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Η Ναταλία Καπατσούλια, που εικονογραφεί τα δύο βιβλία, αφηγείται εικαστικά τα συναισθήματα των ηρώων. Τα χρώματα είναι ζωντανά, με παλέτες που αποπνέουν γαλήνη και χαρούμενη διάθεση. Τα ζώα δεν παρουσιάζονται μονοδιάστατα και χάρη στον ανθρωπομορφισμό τους διευκολύνεται η ταύτιση των μικρών αναγνωστών με τους ήρωες. Και στα δύο βιβλία ο τρόπος που αποδίδονται τα συναισθήματα είναι ιδιαίτερα «ευανάγνωστος». Στο Κουτί της Βοήθειας, η ζεστασιά στο βλέμμα των πρωταγωνιστών αντανακλά και τα συναισθήματα που απορρέουν ως αποτέλεσμα της συνεργασίας και της καλοσύνης. Εξίσου επιτυχής είναι και στο Δεν είναι αστείο, Σκοτ ο τρόπος που βοηθά τα παιδιά να αναγνωρίσουν οπτικά την ενσυναίσθηση, καθώς αποτυπώνει ξεκάθαρα τη διαφορά ανάμεσα στο χαρούμενο πρόσωπο αυτού που κάνει το αστείο και τη σύγχυση ή τον φόβο στο πρόσωπο εκείνου που το δέχεται. Παράλληλα, προσθέτοντας μικρές λεπτομέρειες στον χώρο, όπως το Βιβλιόδεντρο, εμπλουτίζει την οπτική αφήγηση και διεγείρει τη φαντασία των παιδιών.

Η Αλεξάνδρου αφιερώνει τα βιβλία «Σε όσους μιλάμε την ίδια γλώσσα, κι ας μη μιλάμε την ίδια γλώσσα». Έτσι, το δίγλωσσο κείμενο έρχεται να αναδείξει ότι η επικοινωνία πραγματώνεται ακόμα κι αν δεν έχουμε τον ίδιο γλωσσικό κώδικα. Ταυτόχρονα, φέρνει τα παιδιά σε επαφή με την αγγλική γλώσσα, διευκολύνοντας την εκμάθηση λεξιλογίου με παιγνιώδη και ευχάριστο τρόπο. Η ιδέα της δίγλωσσης έκδοσης αποπνέει και μια κουλτούρα σεβασμού και συμπερίληψης, καθώς πολλές οικογένειες είναι δίγλωσσες αλλά και στα σχολεία πολλά παιδιά προέρχονται από μη ελληνόφωνα περιβάλλοντα. Η μέθοδος CLIL (Content and Language Integrated Learning – Ολοκληρωμένη Εκμάθηση Περιεχομένου και Γλώσσας), που φαίνεται να λαμβάνει υπόψη η έκδοση ενός δίγλωσσου βιβλίου για μικρά παιδιά, είναι μια εκπαιδευτική προσέγγιση όπου ένα σχολικό αντικείμενο διδάσκεται μέσω μιας ξένης γλώσσας. Επιτυγχάνεται έτσι ένας διπλός στόχος: ταυτόχρονη εκμάθηση του γνωστικού αντικειμένου και της γλώσσας και ολιστική μάθηση, αφού προωθεί τη γνωστική ανάπτυξη, την κριτική σκέψη και τη διαπολιτισμική συνείδηση.

Η Γιώτα Αλεξάνδρου δημιουργεί ήρωες που μιλάνε στην ψυχή του μικρού παιδιού, που με λόγο φυσικό και πειστικό, με χιούμορ και φαντασία επιτρέπουν στα παιδιά-αναγνώστες να ταυτιστούν μαζί τους. Ταυτόχρονα, ως παιδαγωγός, ξέρει πώς να φέρει τα παιδιά σε επαφή με θέματα που τα απασχολούν στην καθημερινότητά τους, καλλιεργώντας τους κοινωνικές δεξιότητες.

 

Το Κουτί της Βοήθειας – The Helping Box
Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου
εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια
Susaeta
40 σελ.
ISBN 978-618-224-312-1
Τιμή €8,80

 

Δεν είναι αστείο, Σκοτ! – It’s not funny, Scott!
Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου
εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια
Susaeta
40 σελ.
ISBN 960-618-224-311-4
Τιμή €8,80

Η Κατερίνα Ζαμαρία είναι φιλόλογος και κριτικός βιβλίου για παιδιά και νέους.

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/26273-to-kouti-tis-boitheias-kai-den-einai-asteio-skot


https://diastixo.gr/ 

Μάρω Δούκα: «Ζήτω η Άγκαθα Κρίστι»

 


Δεν ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα, αν πούμε πως τα λόγια είναι φτωχά προκειμένου να περιγράψουμε το συγγραφικό μέγεθος μιας δημιουργού όπως είναι η Μάρω Δούκα, ενώ παράλληλα ελλοχεύει ο κίνδυνος επανάληψης όλων των επαινετικών σχολίων που κατά καιρούς έχουμε χρησιμοποιήσει, αντιμετωπίζοντας κριτικά ένα έργο εκλεκτό και εξαιρετικά σημαντικό. Ας πούμε λοιπόν, αφού για μια ακόμη φορά βρισκόμαστε ενώπιον ενός μύθου αληθινά ενδιαφέροντος, πως ο τίτλος παραπέμπει σε αστυνομικής πλοκής μυθιστόρημα, στην πραγματικότητα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι· βεβαίως, έχουμε ένα πτώμα που ξεβράζεται ανοιχτά του Σουνίου, κοντά στις Καβοκολόνες, ωστόσο η συνέχεια όσο και το φινάλε δεν μας κάνουν σοφότερους για το πώς επήλθε ο θάνατος ενός ανθρώπου, αν δηλαδή ήταν δυστύχημα, δολοφονία, αυτοκτονία… Σε αυτό το βιβλίο η Μάρω Δούκα, κατά παρέκβαση των συνηθειών της, χρησιμοποιεί πολύ λίγους πρωταγωνιστές – ποτέ δεν ξεχνάμε, για να μείνουμε μόνο στην τριλογία των 2.000 σελίδων, όπου μιλώντας με φίλους αναγνώστες της μου ανέφεραν ότι διαβάζοντας τα βιβλία της είχαν δίπλα τους ένα τετράδιο στο οποίο σημείωναν ονόματα και ανέτρεχαν εκεί όταν κάποιος ήρωας έκανε την εμφάνισή του. Το γεγονός ότι η Δούκα στο συγκεκριμένο έργο κατασκευάζει λίγες περσόνες δεν είναι τυχαίο. Με αυτόν τον τρόπο θέλει να δώσει, σε αντίθεση με τα ιστορικά γεγονότα που ήθελαν άλλη επεξεργασία, περισσότερη έμφαση στις ερωτικές και κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται, σχέσεις που καθορίζουν ανθρώπους νέους, μεσήλικες και ηλικιωμένους. Δεν θα ήταν υπερβολή αν σημειώναμε πως, ενώ στοχεύει στην ανθρώπινη υπεράσπιση, όπως και να φανερώνεται αυτή σε κάθε περίπτωση, όχι μόνο δηλαδή ως ερωτική επαφή, όχι μόνο ως σαρκική έλξη αλλά και ως σύνδεση άκρως προβληματική, που μπορεί να προκύψει, παράλληλα μένουν οι δρόμοι κλειστοί στις σχέσεις παιδιών και γονιών, καθώς οι σημερινοί νέοι έχουν άλλες προτεραιότητες και άλλα πιστεύω, ακόμη και όταν μιλάμε για χωρισμένες γυναίκες, που δεν έχουν και τις καλύτερες σχέσεις με τα παιδιά τους και πολύ περισσότερο με τους πρώην άντρες τους. Άρα, για να καταλήξουμε στο πρώτο συμπέρασμα, στο παρόν μυθιστόρημα λίγοι άνθρωποι, σε ορισμένο τόπο, έχουν γνωριστεί μεταξύ τους με πολλούς τρόπους και με αφορμή το συγκεκριμένο γεγονός του πτώματος που ξεβράζει το κύμα, γίνεται ο καθένας κριτής του εαυτού του, άλλοτε ερωτευόμενος, άλλοτε χωρίζοντας και άλλοτε, όπως οι δύο αστυνομικοί που βρέθηκαν στην περιοχή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις οικογένειές τους, με βία και ευαίσθητες και τρυφερές σκηνές και καθημερινές τριβές.

Μια μοναδική περίπτωση για τα γράμματά μας, μια μεγάλη συγγραφέας.

Στο παρόν μυθιστόρημα η Μάρω Δούκα δεν επιφυλάσσει τρομερές εκπλήξεις, δεν επιχειρεί τολμηρές ανατροπές, η αφήγηση είναι γραμμική, στα όρια της λογικής, όση λογική μπορεί να εμπεριέχει μια φανταστική ιστορία, έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για τον μύθο, ο οποίος είναι ακραιφνώς ισοδύναμος και τολμηρός. Η Πολυξένη, λοιπόν, η κεντρική ηρωίδα, ο Οδυσσέας, ένας δημοσιογράφος που διαθέτει χώρο σε διεθνές έντυπο, και δύο αστυνομικοί, οι οποίοι βρίσκονται στο σημείο εντελώς τυχαία αφού η δουλειά τους ήταν στο Λαύριο, γίνονται μάρτυρες ενός γεγονότος, το οποίο τους ταράζει συθέμελα. Το κύμα ξεβράζει έναν νεκρό άνθρωπο. Στη συνέχεια, η Πολυξένη αρχίζει ερωτικό δεσμό με τον Κώστα, έναν ταβερνιάρη της περιοχής, ο οποίος διατηρείται με πολλά κενά διαστήματα. Η Πολυξένη, ο Κώστας, ο Οδυσσέας, η Ηγησώ και οι δύο αστυνομικοί με τις οικογένειές τους έρχονται πολύ κοντά, άλλοτε συζητώντας για το πού η αστυνομία έχει φτάσει στις έρευνες για τον νεκρό και άλλοτε μιλώντας για διάφορα θέματα κοινωνικού περιεχομένου. Η Πολυξένη έχει μια κόρη η οποία βρίσκεται στο Λονδίνο, όπου ζει και ο πρώην σύζυγός της, στον οποίο οι γιατροί έχουν συστήσει για το τέλος του, μιας και πάσχει από καρκίνο, να μπορέσει να φιλοξενηθεί σε περιβάλλον ήλιου και θάλασσας, κάτι που η Πολυξένη δεν επιθυμεί. Ο Οδυσσέας χωρίζει με την Ηγησώ παρά την προτροπή της μητέρας του, η οποία διέβλεπε έναν καλό γάμο μα διαψεύστηκε. Τέλος, οι δύο αστυνομικοί –με δύο παιδιά ο ένας και ένα ο άλλος–, με όλα τα καλά και τα κακά που η συμβίωση παρουσιάζει, αποτελούν κύτταρα μιας κοινωνίας, η οποία το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει από αυτούς είναι η καχυποψία για την εντιμότητά τους. Από το έργο δεν λείπουν όλες οι πολιτικές και γεωστρατηγικές συνδέσεις που ταλανίζουν και τη χώρα μας και τον κόσμο ολόκληρο, περισσότερο από το πώς αυτά παρουσιάζονται απ’ τα συστημικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα οποία και καταφεύγουν όλα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Και φτάνουμε στο κυρίως ψαχνό του έργου, το οποίο έχει να κάνει με τη μεγάλη πείρα της συγγραφέως στο θέμα της διαχείρισης των ερωτικών σχέσεων των ηλικιωμένων ηρώων της, στο πώς αυτοί συμπεριφέρονται, στο πώς φτιάχνουν τη ζωή τους σε μια χρονική περίοδο που για άλλους έχουν όλα τελειώσει. Πράγματι, από την 150ή σελίδα μέχρι το τέλος, η Δούκα αναλύει ως εγχειρίδιο τις ασχολίες, τις παραξενιές, τα πείσματα και όλες τις υπόλοιπες συνήθειες αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι και θέλουν μια καινούργια εμπειρία, θέλουν να συνεχίσουν πέρα από στερεότυπα, θέλουν έναν καινούργιο άνθρωπο με τον οποίο θα πάνε παρακάτω. Στο συγκεκριμένο μέρος του μυθιστορήματος, το οποίο ακτινογραφεί και την ηρωίδα του, η συγγραφέας περιγράφει με εντυπωσιακή πιστότητα τον ψυχολογικό κόσμο ανθρώπων που έχουν τη διάθεση, όχι τόσο τη σαρκική όσο την πνευματική, να γνωριστούν με κάποιον ή κάποια, ακόμη και αν υπάρχει διαφορά ηλικίας, διαφορά κοινωνική, διαφορά μόρφωσης. Όταν οι νεότεροι, όπως ο Οδυσσέας και η Ηγησώ, χωρίζουν για το παραμικρό, για το τίποτα, για πολύ απλές συναισθηματικές αντιμαχίες, η Πολυξένη και ο κυρ Κώστας αγαπιούνται αληθινά, κάνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις, νοσταλγούν τα παιδιά τους που βρίσκονται μακριά και παράλληλα σχεδόν δεν γνωρίζουν τίποτα για το πώς ζουν, εν κατακλείδι ποθούν ο ένας τον άλλον, δεν μπορούν να ζουν μακριά ο ένας από τον άλλον και δημιουργούν έναν δεσμό, ο οποίος και αντέχει με αλληλοσεβασμό, με ευθύνη και έγνοια του ενός για τον άλλον. Όσο και αν οι νέοι βλέπουν με αρνητική χροιά δεσμούς των χωρισμένων γονιών τους ή του ενός γονιού, μετά τον θάνατο του άλλου, η ουσία είναι πως όλοι έχουν θέση σε ένα όνειρο, καθώς η καρδιά συνεχίζει να χτυπά, καθώς η ψυχή είναι το λιγότερο ανεξερεύνητη, καθώς το σώμα ζητά έναν σύντροφο για να ζεσταθεί.

Δεν έχω να προσθέσω τίποτα περισσότερο για το βιβλίο της Μάρως Δούκα, γιατί εν τέλει, διαμορφωμένο όπως το υλοποιεί, για μια ακόμη φορά, την έχουμε αγαπήσει ως δημιουργό. Άρα, διαβάζουμε και συζητάμε την τελευταία της εκδοχή στη λογοτεχνία. Γιατί η Μάρω Δούκα είναι μια μοναδική περίπτωση για τα γράμματά μας, μια μεγάλη συγγραφέας.

 

Ζήτω η Άγκαθα Κρίστι
Μάρω Δούκα
Εκδόσεις Πατάκη
208 σελ.
ISBN 978-618-07-1521-7
Τιμή €13,30

Ο Χρίστος Παπαγεωργίου είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας.

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/26257-maro-douka-zito-i-agatha-christie


https://diastixo.gr/ 

J.D. Salinger: «Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις»

 


[…] Τέλος πάντων, να, φαντάζομαι όλα κείνα τα πιτσιρίκια να παίζουνε ένα παιχνίδι σ’ ένα μεγάλο σικαλοχώραφο και τα ρέστα. Χιλιάδες πιτσιρίκια, και δεν είναι κανένας εκεί –θέλω να πω, κανένας μεγάλος– εκτός από μένα. Και γω στέκομαι φύλακας, στο χείλος ενός τρελογκρεμού. Αυτό που πρέπει να κάνω, είναι να τα πιάνω άμα κάνουνε να πέσουνε στον γκρεμό – θέλω να πω, άμα τρέχουνε και δε βλέπουνε πού πάνε, πρέπει να πετάγομαι από κάπου και να τα πιάνω. Αυτό θα κάνω όλη μέρα. Θα ’μαι μονάχα ο φύλακας στη σίκαλη, να πιάνω τα παιδάκια και τα ρέστα.

Αυτό είναι ένα απόσπασμα από το εμβληματικό μυθιστόρημα The Catcherinthe Rye (1951) του Τζέρομ Ντέιβιντ Σάλιντζερ, που πρωτοκυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1977 σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη με ελληνικό τίτλο Ο φύλακας στη σίκαλη. Το 2008 η ποιήτρια αποφάσισε να ξαναμεταφράσει το βιβλίο δίνοντας αυτή τη φορά τον τίτλο Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης. Η καινούργια μετάφραση κυκλοφόρησε το 2014. Φύλακας ή πιάστης, ο Χόλντεν Κόλφιλντ, ένας μάλλον καταθλιπτικός έφηβος που παλεύει με τους δαίμονές του, αποτελεί έναν από τους πιο πολυσυζητημένους και αμφιλεγόμενους λογοτεχνικούς ήρωες. Όμως και ο ίδιος ο Σάλιντζερ πόρρω απείχε από το στερεότυπο του επιτυχημένου συγγραφέα που απολαμβάνει τη δημοσιότητα και τη λατρεία των αναγνωστών. Το βιβλίο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Key Books σε μετάφραση Χρήστου Καψάλη, περιέχει μια συλλογή από κείμενα συνεντεύξεων που δημοσιεύτηκαν μεταξύ 1951-2010 και φωτίζουν την ιδιαίτερη προσωπικότητα του αντισυμβατικού συγγραφέα.

Όταν ρωτήθηκε ο Σάλιντζερ αν το μυθιστόρημα The Catcherinthe Rye ήταν κατά κάποιον τρόπο αυτοβιογραφικό, απάντησε: «Ανακουφίστηκα πολύ όταν το τελείωσα. Η παιδική μου ηλικία ήταν σε μεγάλο βαθμό ίδια με εκείνη του αγοριού στο βιβλίο, και ήταν μεγάλη ανακούφιση που το μοιράστηκα με τον κόσμο».Αυτή η δήλωση προέρχεται από συνέντευξη του συγγραφέα στη Σίλι Μπλέινι για την εφημερίδα The Claremont Daily Eagle, τo 1953. Η επιτυχία του βιβλίου στην Αμερική ήταν πέρα από τα αναμενόμενα, ο Σάλιντζερ απέκτησε εν ζωή τους περισσότερους φανατικούς θαυμαστές από οποιονδήποτε άλλον Αμερικανό συγγραφέα και ακριβώς τότε συνέβη το εξής αξιοπερίεργο: ο Σάλιντζερ σταμάτησε να εκδίδει και εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Αυτή η απουσία λειτούργησε στο κοινό του περισσότερο διεγερτικά από την πιο ηχηρή παρουσία. Οι δημοσιογράφοι αναζητούσαν με επιμονή τα ίχνη του και επιδίωκαν μια συνάντηση μαζί του.

Οι αναγνώστες είναι περίεργα όντα, επιθυμούν περισσότερο και κυνηγούν αυτό που δεν μπορούν να έχουν.

Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1919 και η παιδική του ηλικία ήταν συνυφασμένη με τα σημαντικότερα τοπόσημα της πόλης, τα δημόσια κτήρια, το Central Park, τα πολυκαταστήματα Macy’s και Gimbels, την Park Avenue. Στα δεκαπέντε του υποχρεώθηκε να φοιτήσει σε στρατιωτική σχολή, την οποία μίσησε. Τότε ήταν που άρχισε να σκαρώνει τις πρώτες ιστορίες του, τη νύχτα στο κρεβάτι, κάτω από τα σκεπάσματα. Αποφοίτησε από τη στρατιωτική σχολή και στη συνέχεια φοίτησε σε διάφορα κολέγια. Στη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων, έζησε για ένα έτος στην Ευρώπη, Πολωνία και Αυστρία, όπου συνέχισε να γράφει και άρχισε να στέλνει κείμενά του σε περιοδικά στην Αμερική. Δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα σε ηλικία 21 ετών. Το μυθιστόρημα The Catcherinthe Rye γράφτηκε μέσα σε μία δεκαετία και εξαρχής έκανε μεγάλη αίσθηση στα εκδοτικά πράγματα των αρχών της δεκαετίας του ’50.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Αυτή η τεράστια και ξαφνική επιτυχία, αντί να λειτουργήσει στον Σάλιντζερ ευοδωτικά για επόμενες εκδόσεις έργων του, είχε το αντίθετο αποτέλεσμα: ο συγγραφέας απομονώθηκε σε ένα σπίτι στο Κόρνις του Νιου Χαμσάιρ, αποφεύγοντας οποιαδήποτε επαφή με εκδότες, δημοσιογράφους και αναγνώστες, ενώ συνήθιζε να τρέπεται σε φυγή, αν τύχαινε να τον αναγνωρίσει κάποιος στον δρόμο. «Ενέχει μια θαυμάσια γαλήνη το να μην εκδίδεις το έργο σου. Μια ηρεμία. Μια ακινησία. Η δημοσίευση συνιστά μια τρομερή παραβίαση της ιδιωτικής μου ζωής. Μου αρέσει να γράφω. Λατρεύω τη συγγραφή. Όμως, γράφω μόνο για τον εαυτό μου και τη δική μου ευχαρίστηση», δήλωσε σε συνέντευξη στη Λέισι Φόσμπεργκ των New York Times το 1974. Αυτή η εθελούσια απομόνωση του Σάλιντζερ, αντί της λήθης των αναγνωστών επέφερε το αντίθετο αποτέλεσμα: ανθολογίες με κείμενα δημοσιευμένα σε περιοδικά άρχισαν να διακινούνται ιδιοχείρως σε βιβλιοπωλεία από άνδρες που συστήνονταν πάντα ως Τζον Γκρίνμπεργκ. Ο Σάλιντζερ αναστατώθηκε πολύ από αυτή την εξέλιξη και κινήθηκε νομικά αξιώνοντας αποζημίωση 250.000 δολάρια και ασφαλιστικά μέτρα. Η παράνομη διακίνηση αυτών των βιβλίων διακόπηκε, όμως ο μυστηριώδης εκδότης και οι συνεργάτες του δεν συνελήφθησαν ποτέ.

Στο βιβλίο περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων ένα πολύ ενδιαφέρον τεκμήριο, η κατάθεση του Σάλιντζερ σχετικά με μια υπόθεση που έλαβε χώρα στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ο Άγγλος κριτικός και βιογράφος Ίαν Χάμιλτον θέλησε να γράψει την πρώτη πλήρη βιογραφία του συγγραφέα. Είχε εισπράξει ως προκαταβολή 100.000 δολάρια από τον εκδοτικό οίκο Random House και έγραψε στον Σάλιντζερ ζητώντας τη συνεργασία του. Η άρνηση του συγγραφέα ήταν ηχηρή, αφήνοντας υπαινιγμούς για την ανεπάρκεια της δικαιοσύνης στο να προστατέψει την ιδιωτικότητά του. Ο Χάμιλτον ερμήνευσε λανθασμένα αυτή την απάντηση, σαν να έπαιρνε πράσινο φως για να αρχίσει το γράψιμο. Στην έρευνα που διεξήγαγε για τη συγγραφή της βιογραφίας, άντλησε αποσπάσματα από επιστολές του Σάλιντζερ που φυλάσσονταν σε διάφορα αρχεία. Όταν ο Σάλιντζερ παρέλαβε τα δοκίμια, κινήθηκε πάλι νομικά και, παρόλο που ήθελε να αποφύγει τη διά ζώσης κατάθεση, δεν τα κατάφερε: Το κείμενο της κατάθεσής του μαζί με τις σχετικές ερωτήσεις από την πλευρά των εναγομένων περιέχεται στο βιβλίο. Η εν είδει λογικού αλγορίθμου απεύθυνση των ερωτήσεων και οι συχνά ειρωνικές απαντήσεις του Σάλιντζερ θυμίζουν θεατρικό μονόπρακτο και καθιστούν αυτό το μέρος του βιβλίου συναρπαστικό.

Το βιβλίο παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον τόσο για τους θαυμαστές του Σάλιντζερ όσο και για τους ασχολούμενους με τις άγνωστες πτυχές της λογοτεχνικής Ιστορίας. Ο Σάλιντζερ εμφανίζεται ως απόλυτα αντισυμβατικός, ένας ερημίτης που επιθυμεί την ιδιωτική του γαλήνη, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τις εκδηλώσεις λατρείας του αναγνωστικού κοινού. Ανήκε σε αυτή την ιδιαίτερη κατηγορία δημιουργών όπου θα εντάσσονταν στις μέρες μας ο Τόμας Πίντσον και η Έλενα Φεράντε, μια κατηγορία που πάντα γοητεύει, καθώς περιβάλλεται από μιαν αχλή μυστηρίου. Γιατί οι αναγνώστες είναι περίεργα όντα, επιθυμούν περισσότερο και κυνηγούν αυτό που δεν μπορούν να έχουν.

 

Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις
Τζ. Ντ. Σάλιντζερ
μετάφραση: Χρήστος Καψάλης
Key Books
224 σελ.
ISBN 978-618-5914-38-7
Τιμή €11,00

Η Μαρία Δριμή είναι ιατρός εντατικολόγος και ασχολείται με την πεζογραφία και το θέατρο.

https://diastixo.gr/kritikes/diafora/26256-teleutaia-sunenteuksh


https://diastixo.gr/ 







«Η Αδιάφορη Πορτοκαλιά» του Ανδρέα Μήτσου

 


(Ένα ποίημα και ένα πεζό)

          Χωρίς την ελάχιστη πνοή ανέμου
και πέφτει στο χώμα
με γδούπο υπόκωφο…
Η πορτοκαλιά στέκει αδιάφορη
δεν το ’χει αντιληφθεί
ή δεν τη μέλει
κρατάει ακόμα πολύ καρπό πάνω της.
Εξάλλου το χειμώνα θα γεμίσει ξανά
με άλλα, γερότερα, πορτοκάλια.

          Aν πάρω ετούτο το τσεκούρι
το ακουμπισμένο πρόχειρα στον τοίχο
και την κόψω απ’ τη ρίζα της
και τη σωριάσω στο χώμα
και την κάνω καυσόξυλα
Τότε θα δω αν μπορεί να περιμένει
το χειμώνα
τόσο αδιάφορη
χωρίς να τον φοβάται.

*

Ογδόντα εννιά χρονών, ήρεμος πάντα και στοχαστικός, καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα, μπροστά στην ξύλινη πόρτα και παρατηρούσε με βλέμμα απλανές τα δέντρα της αυλής.

Ξαφνικά, πετάχτηκε ορθός και περπάτησε πάρα πολύ γρήγορα κατά μήκος του πέτρινου σπιτιού του, βρήκε ένα τσεκούρι ακουμπισμένο πρόχειρα πάνω στον τοίχο, μπήκε στο περιβόλι και με ζωηράδα εφήβου έκοψε την πορτοκαλιά απ’ τη ρίζα της.

«Τι κάνεις εκεί, τι σου φταίει η πορτοκαλιά;» φώναξα κι έτρεξα κοντά του.

«Να σε μάθω εγώ», σφύριξε μέσα από τα δόντια του, κοιτάζοντας το πεσμένο δέντρο, «που σε φύτεψα με τα χεράκια μου».

Ύστερα στηρίχτηκε στον ώμο μου, ανέβηκε τα τρία σκαλοπάτια και χώθηκε μέσα στο σπίτι.

*

Κάποιος μπορεί να δει αυτή την εικόνα και να μην του κάνει εντύπωση, να προσπεράσει. Ένας άλλος όμως βιώνει μια ποιητική πράξη στο αντίκρισμά της, συμπάσχει και υιοθετεί τον τρόμο θανάτου του γέροντα, καθώς στο ποίημα «Η Αδιάφορη Πορτοκαλιά».

Αυτός είναι που πληρώνει για τον πόνο του κόσμου, αυτός είναι ο ποιητής.

«Είμαστε», σίγουρα, «ό,τι μπορούμε να δούμε», που δεν είναι θέμα προθέσεων, αλλά ουσιαστικής βίωσης.

Η βίωση, βέβαια, δεν καθορίζεται από τη λεγόμενη μόρφωση και τις γνώσεις μας, αλλά από τη διαθεσιμότητά μας να σταματήσουμε, να σταθούμε –που όλο τρέχουμε– και να «δούμε». Από το πώς διαχειριζόμαστε τον χρόνο μας, πώς τον εκτιμούμε και τον αξιολογούμε. Από τον ρυθμό, ο οποίος διέπει και χαρακτηρίζει τη ζωή μας.

Αυτός είναι που πληρώνει για τον πόνο του κόσμου, αυτός είναι ο ποιητής.

Το βίωμα, σε κάθε περίπτωση, μορφοποιείται και παίρνει υπόσταση μέσα μας, ανάλογα και με την ικανότητα του καθενός να εισπράττει, να αξιολογεί τα μεγέθη των πραγμάτων, σύμφωνα με τη συνειδητότητα και το βάθος του.

Την ποίηση, επομένως, γύρω μας την αναδεικνύει η νοηματοδοτούσα συνείδηση, όσα εμείς μπορούμε να διακρίνουμε, και δεν υπακούει σε αντικειμενικούς κανόνες, βαθυστόχαστους ορισμούς και αξιολογικά μέτρα. Ούτε οφείλεται σε κάποια πολύφερνη και φιλεύσπλαχνη έμπνευση που μας επισκέπτεται ξαφνικά.

Την αναγνωρίζει κάποιος, επειδή συντελείται με συγγενικούς, γνωστούς σ’ αυτόν τρόπους, σε οικείους αισθητικούς του κώδικες, που τους έχει συγκροτήσει-σφυρηλατήσει η βιωμένη εμπειρία του. Αν είναι «χαμηλοί» αυτοί οι κώδικες ή «υψηλής» ποιότητας, ουδείς δικαιούται να τους κρίνει. Επιλέγουμε ό,τι εμείς έχουμε αποστάξει και πληρώσει το ανάλογο τίμημα γι’ αυτό.

Ο καθένας, δηλαδή, μπορεί να θαυμάζει και να συγκινείται με ό,τι τον αφορά και τον εκφράζει. Με οτιδήποτε τον έχει στιγματίσει. «Μπορώ να δω τον κόσμο όλο σ’ έναν κόκκο άμμου και τον παράδεισο σ’ ένα αγριολούλουδο», λέει ο Ουίλιαμ Μπλέικ. Ποιος είναι σε θέση να αξιολογήσει αυτόν τον «κόκκο άμμου», τον ξένο πόνο; «Ο ξένος πόνος, ξέγδαρμα».

Τον προσωπικό του πόνο αλιεύει και εκθέτει μετά ο ποιητής. Μικρός ή μεγάλος, εκείνος μόνο το αποφασίζει. Στην πληγή του «κρούει» –την αγγίζει αθέλητα– και του ξεφεύγει μια ψιλή κραυγή, το ποίημά του. Το δικό του μερικό και ασήμαντο μπορεί τότε να αναχθεί σε καθολικό ποίημα-σύμβολο, αφού θα έχει κατορθώσει να το φωτίσει, να το αναδείξει ανόθευτο, στην απόλυτη ολότητά του, αγνοώντας όσους επικαλούνται υψιπετείς στόχους και, με κάθε τρόπο, επιβουλεύονται τη διακριτική σιωπή και το χαμηλόφωνο ύφος, το «λίγο του» που πασχίζει να εκστομίσει, να εκφέρει σε λόγο ο ποιητής.

Σφήκες και μέλισσες περιτριγυρίζουν με ασίγαστο βουητό το λουλούδι της ποίησης. Εμείς είμαστε με τις εργάτριες μέλισσες, τους ταπεινούς φύλακές της. Αυτές που μόλις τσιμπήσουν το βέβηλο χέρι, μετά πεθαίνουν. Είμαστε με τους αληθινούς ποιητές, όσους μπορούν να μυρίσουν το άρωμα του λουλουδιού, χωρίς να το κόψουν. Που αναγνωρίζουν τον πόνο των πραγμάτων και τον εισπράττουν. Κι ας πληρώνονται με το ίδιο τίμημα της μέλισσας.

Ο Ανδρέας Μήτσου είναι συγγραφέας.

https://diastixo.gr/epikaira/gia-ti-grafi/26268-i-adiafori-portokalia-tou-andrea-mitsou


https://diastixo.gr/ 






Χρήστος Παπαδόπουλος, Ειρήνη Καστραντά, Περικλής Παπαδόπουλος Το Νάζι μου

 


Το «Το Νάζι μου» συνδυάζει τη μουσική του Χρήστου Παπαδόπουλου με τους στίχους της Ερασμίας Εμφιετζόγλου, μέσα από την ερμηνεία της Ειρήνης Καστραντά. Με τη συνοδεία κλασικής κιθάρας και μπάσου, το τραγούδι αναδεικνύει τη μελωδικότητα και τη ζεστασιά της ελληνικής μουσικής, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γεμάτη συναίσθημα και αυθεντικό ελληνικό χρώμα.

Την ενορχήστρωση και την ηχητική επιμέλεια υπογράφει ο Περικλής Παπαδόπουλος, ο οποίος επιμελείται και το video clip, ολοκληρώνοντας μια προσεγμένη μουσική παραγωγή.

Το «Το Νάζι μου» είναι διαθέσιμο τώρα σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες.

Credits

Μουσική Χρήστος Παπαδόπουλος

Στίχοι Ερασμία Εμφιετζόγλου

Ερμηνεία Ειρήνη Καστραντά

Κλασική κιθάρα Μιχαηλάγγελος Νιάρχος

Μπάσο / Ηλεκτρική κιθάρα Περικλής Παπαδόπουλος

Ενορχήστρωση, Ηχοληψία, Μίξη Περικλής Παπαδόπουλος | Studio Χάριν Ευφωνίας

Video clip Periklis Papadopoulos



fmrecords.net

Latest ReleasesArtistsMusic Catalogue

Fuat Saka, Σαββέρια Μαργιολά, Κώστας Φαλκώνης Χαμοπούλια Uçmuşum

 


Μια ξεχωριστή ελληνοτουρκική μουσική συνεργασία που φέρνει κοντά διαφορετικές μουσικές παραδόσεις μέσα από τον έντεχνο, folk και world music ήχο.

Το «Χαμοπούλια Uçmuşum» ενώνει τον ξεχωριστό μουσικό κόσμο του Fuat Saka με την εκφραστική φωνή της Σαββέριας Μαργιολά, σε μια σύνθεση του Κώστα Φαλκώνη και στίχους του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου.

Με επίκεντρο τη μουσική επικοινωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, το τραγούδι αναδεικνύει τους κοινούς πολιτισμικούς δεσμούς και τη διαχρονική δύναμη της μουσικής να γεφυρώνει γλώσσες, σύνορα και διαφορετικές παραδόσεις.

Μια ιδιαίτερη μουσική συνάντηση που συνδυάζει μελωδικότητα, συναίσθημα και ethnic επιρροές, με την παραγωγική ταυτότητα των Mythos of the East.

Credits

Σύνθεση Κώστας Φαλκώνης

Στίχοι Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος

Ερμηνεία Fuat Saka – Σαββέρια Μαργιολά

Παραγωγή Mythos of the East


fmrecords.net

Latest ReleasesArtistsMusic Catalogue

Δημήτρης Τζιώτης: «Ολυμπιακοί αγώνες: Η αληθινή Ιστορία»

  Αλεξία Βλάρα     Το βιβλίο του Δημήτρη Τζιώτη Ολυμπιακοί αγώνες: Η αληθινή Ιστορία δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική μελέτη, αλλά ένα νομικ...