- Ανδρέας Μήτσου
Πρωταγωνιστής του μελαγχολικού, όσο και συναρπαστικού μυθιστορήματος του Στέλιου Μάινα, είναι ο Μιχάλης, ο καπετάνιος. Ο καταδικασμένος ισόβια να ζει μόνο στη θάλασσα. Ο ναυτικός που προσδοκά απεγνωσμένα το Αρόδου, ν’ αράξει στη στεριά.
Στη στεριά, που όμως δεν τον χωρά, στη στεριά που παραμένει αφιλόξενη, εχθρική γι’ αυτόν και τους ομοίους του. «Εκείνος που στη στεριά ένιωθε ανάπηρος, μισός, τρομαγμένος και μόνος. Πάντα λιγομίλητος, πάντα ξένος» (σελ. 135). «Από τα καΐκια των προγόνων του μέχρι τα γκαζάδικα, τα κάργκο και τα τζενεράλια, τα ταξίδια τον έφερναν μακριά, αλλά η θάλασσα του πήρε περισσότερα απ’ όσα του χάρισε», διαβάζω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Γράφοντας, ο κάθε συγγραφέας, αυτό που συνειδητά ή ασυνείδητα προσδοκά, είναι να ανακαλύψει τον χώρο εγκατάστασης του καταδιωγμένου εγώ του, τον ζωτικό χώρο εναπόθεσης της ύπαρξής του. Αυτόν που ο ίδιος έχει προηγουμένως ιχνηλατήσει/συγκροτήσει, με τίμημα σκληρό: τη γραφή του, την επώδυνη αναμόχλευση της ζωής του. Τελειώνοντας, πάντως, το μυθιστόρημα, αυτήν την οδυνηρή εσώτερη εκσκαφή φοβάμαι πως διαπιστώνει, πως αποδέχεται «δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό», το ίδιο με τον ήρωα της ιστορίας του. Ότι αυτή είναι η μοίρα του.
Εν αναμονή βρισκόμαστε όλοι μας, με μια άφατη, ανομολόγητη προσδοκία για τη δική μας μετεγκατάσταση σε μια ζωή ευτυχισμένη, έστω και για λίγες «ευτυχισμένες στιγμές».
Η διαδικασία, το καβαφικό ταξίδι της γραφής, μια αναπαράσταση, αναψηλάφηση της ζωής του, καθώς συμπλέει με τον ήρωά του ξετυλίγοντας την ιστορία του. Η ξένη ιστορία αποβαίνει η δική του και επιδαψιλεύει στον ίδιο το τελεσίδικο νόημα, τη βαθύτερη συνειδητότητά του. Τη συνάντηση, δηλαδή, με τον εσαεί φυγάδα και δραπέτη εαυτό του. Βρίσκεται τότε ενώπιος ενωπίω ο συγγραφέας. Στην ενέδρα που στήνει με τη γραφή του για τους άλλους, πέφτει ο ίδιος μέσα. Ωστόσο, «η λήθη του είναι», κατά τη χαϊντεγκεριανή διατύπωση, μ’ αυτό το ακούσιο ταξίδι της επιστροφής, εκπνέει. Έχει επιστρέψει τώρα στον «πρώτο του εαυτό». Μια πρόσκαιρη, έστω, ανακωχή, συμφιλίωση μαζί του συντελείται, έτοιμος ίσως πλέον ο συγγραφέας να αποτολμήσει το επόμενο βήμα αυτογνωσίας. Μια καινούργια προσωπική πορεία. «Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος».
Η ταύτιση του συγγραφέα Στέλιου Μάινα με όλους τους ήρωες της αφήγησής του, και ιδιαίτερα με τον καπετάν Μιχάλη, είναι πράγματι συγκινητική. Αναβιώνει συμπονετικά τη βασανισμένη ζωή τους, την αναπλάθει, τη δικαιολογεί, την κατανοεί. Ταυτίζεται με τον καθέναν ξεχωριστά. Πρόκειται για συγγραφικό επίτευγμα πολύτιμο. Γι’ αυτό και ο αναγνώστης του, ευθύς εξαρχής, αποδέχεται την κοινή μοίρα του αφηγητή της ιστορίας του και συμπορεύεται εναγώνια μαζί του. Και λέω εναγώνια, επειδή ο Στέλιος Μάινας αξιώνεται να επιτύχει μια περιγραφή λιτή και ανεπιτήδευτη, που πείθει για την αλήθεια της. Υπάρχει η πραγματική ιστορία, η οποία εξελίσσεται «κατά το εικός και το αναγκαίο», γι’ αυτό και επιβιβάζεται στο πλοίο ο αναγνώστης, μπαρκάρει για το επικίνδυνο ταξίδι, μετέχει και συμπάσχει σε μια περιπέτεια απρόβλεπτη. Μελαγχολεί με τη σκληρή μοίρα, όχι μόνο του καπετάν Μιχάλη, αλλά και με όλες τις βασανισμένες, ανυπότακτες υπάρξεις, με το πλήρωμα του καραβιού. Ενδίδει ακόμα, ο αναγνώστης, στην ποιητική ενατένιση αυτού του κόσμου από τον συγγραφέα-αφηγητή και αθέλητα αναλογίζεται τη δική του ζωή στη στεριά και αντιλαμβάνεται, όχι χωρίς πανικό, τη δειλία του. Πως και ο ίδιος Αρόδου παραμένει, ακίνητος και σκουριασμένος, περιμένοντας ένα θαύμα ανεκλάλητο, ότι την ίδια αδιέξοδη ζωή βιώνει. Οπότε και η καταγραφή του κόσμου του βιβλίου δικαιώνεται, από τη στιγμή που η λογοτεχνική αποτύπωση μπόρεσε να αφυπνίσει την υπνώττουσα συνείδηση, να αναταράξει τα επιχωματωμένα, θαμμένα αμαρτήματα, τα μυστικά και τις ενοχές.
Ο Μιχάλης, ένα καθημαγμένο άτομο που δεν τον «χωρά ο τόπος», που δεν τον θέλει ο τόπος, η ξηρά. Οι άλλοι ναυτικοί, πρωταγωνιστές, όλοι κατατρεγμένοι, ο καθένας και μια θλιβερή ιστορία. Το τέλος του μυθιστορήματος, της φοβερής περιπέτειας, αδήλωτο, κεκρυμμένο. Ας το φανταστεί ο καθένας στα μέτρα του, ας το ψυχανεμιστεί ανάλογα με τη δική του συνειδητότητα, το δικό του εμπειρικό βάθος. Ο Στέλιος Μάινας, συνετός, δεν παίρνει θέση. Με συστολή και διακριτικότητα αρνείται να υποδείξει αυτός τη «λύση», την υπαινίσσεται. Γιατί γνωρίζει πως ο καθένας διαφορετικά ερμηνεύει το κάθε «τέλος».
Ανορθόδοξα, φοβάμαι –αφέθηκα– παρουσιάζω το μυθιστόρημα, παρασυρμένος από συναισθήματα που αφυπνίστηκαν, για την εκ βαθέων αναβίωση της ιστορίας τού καπετάν Μιχάλη και των συντρόφων του. Δεν την κατέγραψα με λεπτομέρειες, απέφυγα να παρουσιάσω τις επιμέρους περιπέτειες, τη βασανισμένη ζωή του καπετάν Μιχάλη σε κάθε πλοίο, σε κάθε λιμάνι, αλλά και στην ξηρά, όπως και των άλλων πρωταγωνιστών της ιστορίας. Κι αυτό, γιατί θεωρώ πως η υπόθεση και η συνακόλουθη πλοκή ενός μυθιστορήματος είναι «πρόφαση» της αφήγησης. Μια πρόφαση, ένας σχεδιασμός που θα επιτρέψει στον συγγραφέα να εκθέσει/καταθέσει αισθήματα άγνωστα και σ’ αυτόν τον ίδιο, να κρούσει σκέψεις, στοχασμούς και τραύματα ανεπούλωτα, δικά του, ή ακόμα και δειλές προσδοκίες του, να ανακαλέσει ίσως παλιές χαρές από καιρό λησμονημένες, μνήμες παρηγορητικές. Η υπόθεση, ένα απαλό περιτύλιγμα, είναι ένα αραχνοΰφαντο σεντόνι που τυλίγει τον ίδιο και τον αναγνώστη του, εάν όντως έχει υφανθεί με υπομονή και τέχνη. Με κομψότητα.

Αλλά, ας επιχειρήσουμε μια σύντομη περιδιάβαση, ώστε να καταδειχθεί, καθαρότερα ίσως, το πλαίσιο ανάδειξης/ύφανσης της ιστορίας του Στέλιου Μάινα. Η διήγηση ξεκινά in media res: Χονγκ-Κονγκ 1981, χωρισμένη σε 24 μικρά ή μεγαλύτερα κεφάλαια, όσα και τα γράμματα της αλφαβήτου. Η πρώτη φράση του βιβλίου: «Είχανε κουραστεί». Μια κούραση που προοικονομεί, στιγματίζει όλους ανεξαιρέτως τους ήρωες του βιβλίου. Η αφηγηματική περσόνα, με την πρωτοπρόσωπη εξιστόρηση, πείθει απόλυτα για την τέλεια ναυτική συνείδησή της, καθώς γνωρίζει και τις πιο απίθανες λεπτομέρειες, και την τελευταία ονομασία και του πλέον ασήμαντου μηχανήματος του πλοίου, όλους τους κώδικες της ναυτοσύνης, κερδίζοντας έτσι την εμπιστοσύνη του αναγνώστη, τη συγκατάθεσή του να τον ακολουθήσει, να επιβιβαστεί μαζί του στο καράβι. Στη λεπτομέρεια των πραγματικών δεδομένων δοκιμάζεται η αλήθεια, η γνησιότητα της κάθε αφήγησης.
Στις αμέσως επόμενες σελίδες συναντάμε την κυρίαρχη λέξη του μυθιστορήματος, που δίνει και τον τίτλο του: «Αρόδου». Και γρήγορα ψυχανεμιζόμαστε πως εν αναμονή βρισκόμαστε όλοι μας, με μια άφατη, ανομολόγητη προσδοκία για τη δική μας μετεγκατάσταση σε μια ζωή ευτυχισμένη, έστω και για λίγες «ευτυχισμένες στιγμές», καθώς και η ίδια έκφραση, το σημείωμα στην ξεχασμένη φωτογραφία ενός εγκαταλειμμένου πλοίου-φαντάσματος (σελ. 141), γραμμένο στα νορβηγικά, το οποίο επιλέγεται ως τίτλος του αντίστοιχου κεφαλαίου: «Ευτυχισμένες στιγμές».
Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο καπετάν Μιχάλης, μια ρημαγμένη ζωή σε θάλασσα και στεριά, ένας σύγχρονος Οδυσσέας που ονειρεύεται την «επιστροφή» σε μια Πηνελόπη που δεν υπάρχει, που ποτέ δεν υπήρξε, σε μια οικογένεια ανυπόστατη. «Πού πάμε αλήθεια, πάντα στο σπίτι», επιμένει, αιώνες τώρα, ο Νοβάλις, εξηγώντας ο σπουδαίος Γερμανός φιλόσοφος πως η εντελέχεια του ταξιδιού, η εξερεύνηση του κόσμου, βρίσκονται μόνο στον ίδιο τον εαυτό μας. Εσώτερη είναι η διαδρομή και η αναζήτηση, μέσα μας το ταξίδι. «Σπίτι», επομένως, χώρος επιστροφής, εναπόθεσης του ταλαιπωρημένου κορμιού, δεν υπάρχει για τον καπετάνιο. «Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ, στην κόχη τούτη την μικρή…» –για να θυμίσω πάλι τον Καβάφη–, επισημαίνοντας ταυτόχρονα, όσον αφορά στην αφηγηματική δομή του μυθιστορήματος, πως ο Στέλιος Μάινας προσφεύγει συχνά σε διακειμενικές αναφορές, διανθίζοντας έτσι την αφήγησή του με το προσωπικό του ύφος (Ελύτης, Καβάφης, Ρίτσος, Χάμετ, Το Γεράκι της Μάλτας, όπως και σε τραγούδια λαϊκά, Καζαντζίδης, Μοσχολιού, Βαμβακάρης), ενώ το πνεύμα του Μόμπι Ντικ εμποτίζει τις σελίδες του βιβλίου. Δεν κρύβεται, δηλαδή, ο αφηγητής-συγγραφέας, δηλώνει ευθαρσώς την επιμονή του, πως μετέχει και ο ίδιος άμεσα στην ιστορία, ότι δικαιούται τη σύμπλευση και εμπλοκή του, πως είναι καταδική του αυτή η περιπέτεια, παρόλο που σίγουρα γνωρίζει πως μια τέτοια παραδοχή είναι πολλαπλώς επικίνδυνη, ελπίζοντας όμως να το αποδείξει, να αποδειχθεί αυτό με την αφήγησή του.
Δεσπόζουσες, επίσης, έννοιες του μυθιστορήματος: η φυγή (σελ. 19), «το κρυφό ή φανερό διακύβευμα του ναύτη». Η ενοχή και οι τύψεις (σελ. 32), οι οποίες κατατρύχουν όλους τους ήρωές του: «οι τύψεις καραδοκούσαν τη νύχτα», ομολογεί. Μια μνήμη που αιμορραγεί, μνημορραγεί θα έλεγα, ο ήρωάς του. Η παιδική ηλικία αναδύεται ως νοσταλγία και παρηγορία ταυτόχρονα, ως τόπος καταφυγής, αλλά και πίκρας. Η οικογένεια, επίσης, μια έννοια ανυπόστατη, γι’ αυτό και τυραννική – δύο και τρεις μαζί οι οικογένειες των ναυτικών σε διάφορα μέρη της γης και ωστόσο καμία πραγματική.
Μια καθαρή ανθρωπιστική θεώρηση του κόσμου, των ανθρώπων της θάλασσας, εκ μέρους του αφηγητή.
Στα αφηγηματικά γνωρίσματα του μυθιστορήματος, θα επισήμαινα ακόμα τις συχνές αναδρομές (flashbacks), τη διαμεσολάβηση στην αφήγηση των ονείρων, τις διακριτικές προοικονομίες (σελ. 143): «Άμα συναντήσεις, λέει, πλοίο-φάντασμα, δεν κάνει ν’ ανέβεις πάνω του, γιατί μετά έρχεται η σειρά σου», τις εμβόλιμες, όπως προανέφερα, αναφορές σε ποιητές, λαϊκά τραγούδια, οι οποίες όμως δεν διαρρηγνύουν τη ροή της αφήγησης, και τον εμποτισμό του όλου ύφους του μυθιστορήματος με τη γεύση της αρμύρας του Χένρι Μέλβιλ, και του Μόμπι Ντικ, η οποία συνάδει με την ποιητική ενατένιση του κόσμου της θάλασσας του συγγραφέα, με την ιδιοσυγκρασία και ψυχοσύνθεσή του. Η απροκάλυπτη σχεδόν αναφορά του στον Χένρι Μέλβιλ απαιτεί τόλμη και ωριμότητα συγγραφική.
Αξιοπρόσεκτες είναι επίσης και οι σκόπιμες επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις του ρυθμού της αφήγησης, ενός ρυθμού αξιοζήλευτου, που παρασύρει και γητεύει. Όλα, τα πάντα, κατά τη γνώμη μου, είναι ρυθμός, σε όποια έκφραση και δράση. Αξίζει, τέλος, να επισημανθεί η γνήσια, αυθεντική αγάπη για κάθε ναύτη ξεχωριστά, γι’ αυτό και είναι άψογη η ανάδειξη των χαρακτήρων, όσο και η απόλυτη αποδοχή της όποιας ιδιαιτερότητάς τους. Μια καθαρή ανθρωπιστική θεώρηση του κόσμου, των ανθρώπων της θάλασσας, εκ μέρους του αφηγητή. Ο Στέλιος Μάινας γνωρίζει και μπορεί να διακρίνει τους τρόπους σκέψης τους, να εννοήσει, να συναισθανθεί τη λύπη τους. Πρωταγωνιστές του βιβλίου ο καπετάν Μιχάλης, ο Άρης, ο Ρόμπιν ο Ιρλανδός, η Αγγελική. Χαρακτήρες άψογα αρτιωμένοι, αισθαντικές υπάρξεις που κουβαλούν, θα έλεγα, όλο το άδικο του κόσμου στους ώμους τους, και την περιφρόνηση, το ασυμβίβαστο προς τη χθαμαλή πραγματικότητα, πνεύμα τους. Εν τέλει, ό,τι εναγώνια προσδοκά, και επιτυγχάνει να αναδείξει ο συγγραφέας, έναν μελαγχολικό κόσμο, απροσάρμοστο, αλλά βαθύτατα βιωματικό, ο οποίος ταλανίζεται από την αδυναμία/άρνησή του να στερεώσει στην ξηρά και καρτεράει αρόδου ένα ιδεατό ταξίδι επιστροφής σ’ έναν τόπο ουτοπικό, στον ου-τόπο.
«Γαμπρός είσαι σήμερα, καπετάνιο», έτσι κλείνει το βιβλίο. Κι ο βετεράνος καπετάν Μιχάλης, στην τρίχα κουστουμαρισμένος, πορεύεται στον προσδοκώμενο, ισόβιο αυτή τη φορά, γάμο του, σ’ έναν κόσμο που πάντα νοσταλγούσε. Εκεί που δεν τον μέλει αν θα είναι πια «μη απαραίτητος» (σελ. 118), όπως υπήρξε σε όλη του τη ζωή, εκεί που δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τη φτηνή πραγματικότητα.
«And I only am escaped to tell thee» (σελ. 223), επικαλείται ο αφηγητής κλείνοντας την ιστορία του με το τέλος του Μόμπι Ντικ. Όσο για τον Στέλιο Μάινα, κι αυτός δραπέτευσε, απαλλάχτηκε με το μυθιστόρημά του από μια ρηχή πραγματικότητα και αξιώθηκε με το Αρόδου του «to tell thee», να μας διηγηθεί την ιστορία του καπετάν Μιχάλη, που είναι και η δική του ιστορία, και να μας την κάνει τη δική μας ιστορία.
Αρόδου
Στέλιος Μάινας
Εκδόσεις Ψυχογιός
240 σελ.
ISBN 978-618-01-5510-5
Τιμή €16,60
Ο Ανδρέας Μήτσου είναι συγγραφέας.
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25440-arodou
https://diastixo.gr