Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Ο Άνκι Σενγκ ήταν Κινέζος αθάνατος την εποχή του Τσιν Σι Χουάνγκ


 Ο Άνκι Σενγκ (Κινέζικα: 安期生· Γουάντε–Γκάλ: An-ch’i Shêng) ήταν Κινέζος αθάνατος και μάγος, που λέγεται ότι ήταν ήδη πάνω από 1.000 ετών την εποχή του Τσιν Σι Χουάνγκ, του πρώτου αυτοκράτορα.

Λέγεται ότι κατοικούσε στο Όρος Πενγκλάι. Λέγεται ότι ο Άνκι ήταν ταοϊστής μάγος, ικανός να γίνει ορατός ή αόρατος κατά την ευχαρίστησή του. Σύμφωνα με την ταοϊστική αγιογραφία Λιεξιάν Τζουάν, ο Τσιν Σι Χουάνγκ μίλησε μαζί του για τρεις ολόκληρες ημέρες (συμπεριλαμβανομένων των νυχτών) και πρόσφερε νεφρίτη και χρυσό στον Άνκι. Ο Τσιν Σι Χουάνγκ φοβόταν τον θάνατο και αναζητούσε την αθανασία, χωρίς επιτυχία. Το 219 π.Χ., έστειλε μια αποστολή υπό τον Σου Φου για να βρει τον Άνκι και να τον φέρει πίσω, μαζί με το ελιξίριο της ζωής, το οποίο χαρίζει αθανασία ή αιώνια νεότητα. Όταν ο Σου Φου ανέφερε ότι ένα θαλάσσιο πλάσμα εμπόδιζε την πορεία της αποστολής, ο Τσιν Σι Χουάνγκ έστειλε τοξότες για να το σκοτώσουν. Το 210 π.Χ., ο Σου Φου συνέχισε το ταξίδι του. Ο θρύλος λέει ότι βρήκε την Ιαπωνία, αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς και δεν επέστρεψε ποτέ. Τα Αρχεία του Μεγάλου Ιστορικού αναφέρουν ότι ο Λι Σαοτζούν επισκέφθηκε τον Άνκι Σενγκ κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία για το πού συναντήθηκαν ή για το ίδιο το Όρος Πενγκλάι. Το 130 π.Χ., ο Αυτοκράτορας Γου του Χαν έστειλε επίσης μια αποστολή για να βρει τον Άνκι, η οποία αποδείχθηκε ανεπιτυχής.

Ο Άνκι κατέχει σημαντική θέση στις Σχολές Ταϊκίνγκ και Σανγκίνγκ. Οι αγιογραφίες του Ταοϊστικού υπερβατικού Μαμίνγκ Σενγκ (馬鳴生, "Δάσκαλος του Χλιγκλίδισμα του Αλόγου") αναφέρουν ότι ήταν μαθητής του Άνκι Σενγκ, από τον οποίο έλαβε ένα ουαϊντάν, μια γραφή της Εξωτερικής Αλχημείας, που του επέτρεψε να τελειοποιήσει ένα αποτελεσματικό ελιξίριο αθανασίας.

Πηγή - Βικιπαίδεια

en.wikipedia.org

Ο Πενγκ Ζου είναι η μακροβιότερη μορφή στην Κίνα

Γλυπτό του Πενγκ Ζου στο θεματικό πάρκο τσαγιού στο όρος Γουγί

Ο Πενγκ Ζου ή Πενγκζού (彭祖, κυριολεκτικά «Πρόγονος των Τυμπανοκρουστών» ή «Πρόγονος των Πενγκ») είναι η θρυλική μακροβιότερη μορφή στην Κίνα. Υποτίθεται ότι έζησε 450 χρόνια κατά τη δυναστεία Σανγκ. Κάποιοι θρύλοι λένε ότι ένα έτος ήταν 60 ημέρες στην αρχαία Κίνα, γεγονός που τον έκανε πάνω από 130 ετών. Άλλοι λένε ότι ήταν 400 ετών. Ένας άλλος λέει ότι κατά λάθος παραλείφθηκε από τη λίστα θανάτου στον παράδεισο.

Ο Πενγκ Ζου θεωρούνταν άγιος στον Ταοϊσμό. Η αναζήτηση του ελιξίριου της ζωής από τους ασκούμενους του Ταοϊσμού επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Πενγκ Ζου. Είναι γνωστός στην κινεζική κουλτούρα ως σύμβολο μακροζωίας, θεραπειών διατροφής και θεραπειών σεξουαλικής θεραπείας. Ο θρύλος υποστηρίζει ότι παντρεύτηκε περισσότερες από 100 συζύγους και απέκτησε εκατοντάδες παιδιά, μέχρι και στα 450 του χρόνια.

Σύμφωνα με τα Guoyu (Λόγια των Πολιτειών) της Άνοιξης και του Φθινοπώρου, το Shiben (Γενεαλογία) της δυναστείας Χαν και το Kuodi Zhi (Αρχείο Γεωγραφίας) της δυναστείας Τανγκ, ο Peng Zu ήταν ο ιδρυτής του Dapeng και έγινε μαρκήσιος από τους βασιλιάδες της δυναστείας Σανγκ.

Αναφέρεται στα Ανάλεκτα, όπου ο Κομφούκιος ισχυρίζεται ότι είναι σαν τον Peng Zu επειδή ήταν μεταδότης της γνώσης που μεταδόθηκε από τους αρχαίους και όχι δημιουργός γνώσης.

Μία από τις τεχνικές του που επέκτεινε τη ζωή ήταν η ικανότητα απορρόφησης ζωτικότητας, η οποία υποτίθεται ότι εξάγει τη γυναικεία ενέργεια στο ανδρικό σώμα (συλλέγοντας από το Γιν για να συμπληρώσει το Γιανγκ) κατά τη διάρκεια της οικειότητας. Κατανάλωνε επίσης ιατρική κουζίνα σε καθημερινή βάση για να διατηρήσει τη ζωή.

Έτρωγε υγιεινή διατροφή και χρησιμοποιούσε βότανα για να εμπλουτίσει τη διατροφή του. Ήταν γνωστός για το μαγείρεμα εξαιρετικής κοτόσουπας τζίνσενγκ. Οι Κινέζοι πιστεύουν ότι η μακροζωία, η καλή υγεία και η σεξουαλική του ενέργεια αποδίδονταν στο φαγητό που έτρωγε. Ο τρόπος ζωής του έδινε έμφαση στον διαλογισμό. Θεωρούνταν ένας από τους πρωτοπόρους του Τσιγκόνγκ.

Το μέρος όπου έζησε και πέθανε ονομαζόταν Πενγκ Σαν (彭山, "Βουνό Πενγκ"), από το οποίο πήρε το όνομά της η περιοχή (στην επαρχία Σιτσουάν της Κίνας). Το ιερό, ο τάφος και το άγαλμά του διατηρούνται στην περιοχή Πενγκσάν.

Κάθε χρόνο πραγματοποιείται το Φεστιβάλ Πενγκ Ζου για να αποτίσουν φόρο τιμής στην κληρονομιά του και να προσευχηθούν για πιο υγιή, πιο ευτυχισμένη και μεγαλύτερη ζωή. Οι φωτογραφίες του κρέμονται σε σπίτια σε όλη την Κίνα και είναι δημοφιλή δώρα γενεθλίων για ηλικιωμένους.

Στα βουνά Λουγιάνγκ της επαρχίας Ανχούι, υπάρχει μια τοποθεσία που ονομάζεται Πενγκ Ζου Σιανσί (το αθάνατο δωμάτιο του Πενγκ Ζου), όπου πιστεύεται ότι ο Πενγκ Ζου ανέβηκε στην αθανασία. Σύμφωνα με τον θρύλο, οι προσευχές για ευνοϊκό καιρό που προσφέρονταν στον ναό του απαντήθηκαν γρήγορα. Λέγεται επίσης ότι κάποτε δύο τίγρεις περιπλανιόντουσαν κοντά στον ναό, μία σε κάθε πλευρά. Την εποχή της δυναστείας Τζιν, ο ναός είχε περιέλθει σε αχρηστία, αλλά ίχνη της παρουσίας των τίγρεων ήταν ακόμα εμφανή στη γύρω περιοχή.

Πηγή - Βικιπαίδεια

en.wikipedia.org

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

George Sand: «Έτσι όρισα τη ζωή μου»

 


Η George Sand (Γεωργία Σάνδη, 1804-1876), μία από τις πιο εμβληματικές μορφές των γαλλικών γραμμάτων του 19ου αιώνα, υπήρξε συγγραφέας, διανοούμενη και μια πολιτική προσωπικότητα που επέλεξε να ζήσει έξω από τις συμβάσεις της εποχής της. Απομακρύνθηκε από έναν δυστυχισμένο γάμο, διεκδίκησε την ανεξαρτησία της, ανέδειξε τη συγγραφή σε επάγγελμα, ενώ τόλμησε να ζήσει τους έρωτές της με άνδρες και γυναίκες. Το έργο της –90 μυθιστορήματα, δεκάδες θεατρικά και διηγήματα, πολιτικά κείμενα, καθώς και 26 τόμοι αλληλογραφίας– σφράγισε την εποχή της, ενώ η δεκάτομη Ιστορία της ζωής μου παραμένει κορυφαίο μνημείο αυτοβιογραφικής γραφής.

Η παρούσα έκδοση του εκδοτικού οίκου Αιώρα, σε μετάφραση και εισαγωγή της Μαρίας Παπαδήμα, συγκεντρώνει επιλεγμένα αποσπάσματα από αυτό το μνημειώδες έργο. Ο στόχος, όπως σημειώνει η μεταφράστρια, ήταν να δοθεί στο ελληνικό κοινό ένα εύληπτο αλλά ουσιαστικό δείγμα της προσωπικότητας της Σάνδη: τόσο εκτεταμένα χωρία που φωτίζουν τη σκέψη της και τη ζωή της όσο και σύντομα, πυκνά αποσπάσματα, με αποφθεγματικό χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα είναι μια μικρή αλλά αποκαλυπτική ανθολογία, που φωτίζει τις πιο χαρακτηριστικές όψεις της συναρπαστικής αυτής προσωπικότητας.

Η ανάγνωση των σελίδων του βιβλίου αποπνέει μια εντυπωσιακή επικαιρότητα. Οι στοχασμοί της Σάνδη γύρω από την ανατροφή των παιδιών, οι ιδέες της για την ανθρώπινη αλληλεγγύη, η σύλληψη της ατομικής και συλλογικής μοίρας, οι θέσεις της για τη θρησκεία, συνθέτουν ένα σύστημα σκέψης που μοιάζει σύγχρονο. Ειδικά για τα παιδιά θεωρεί ότι δεν πρέπει να καταργήσουμε το «θαυμαστό» στη ζωή τους με το πρόσχημα ότι είναι ψέμα. Είναι καλύτερα το παιδί να βλέπει ωραιότερα τα πράγματα στην παιδική του ηλικία και να μην έρχεται σε επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα από τόσο νωρίς. Γι’ αυτό και δεν είναι κακό το να πιστεύει στον Αϊ-Βασίλη.

Mια μικρή αλλά αποκαλυπτική ανθολογία, που φωτίζει τις πιο χαρακτηριστικές όψεις της συναρπαστικής αυτής προσωπικότητας.

Όπως γίνεται φανερό στα αποσπάσματα, η Σάνδη υπήρξε, επίσης, πρόδρομος της εποχής της και ως προς τις ιδέες της για την ταξική κοινωνία. Η άρνησή της απέναντι στις ταξικές διακρίσεις και η πίστη της στην ισότητα γυναικών και εργατών –που θεωρούσε τα πιο καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα– συνδέουν το έργο της με το ουμανιστικό και σαινσιμονιστικό κίνημα[1] της εποχής. Αποκαλυπτικά του ιδεολογικού της προσανατολισμού είναι και τα χωρία όπου μιλά για την υλική ιδιοκτησία: «Δεν επιθύμησα ποτέ τίποτε, ούτε παλάτια ούτε άμαξες ούτε κοσμήματα… Προσκολλώμαι μόνο σε πράγματα που μου έχουν δώσει πρόσωπα που αγάπησα και τα οποία δεν ζουν πλέον». Μέσα από τέτοιες εξομολογήσεις, η Σάνδη αποκαλύπτεται όχι μόνο ως σημαντική συγγραφέας, αλλά και βαθιά καλλιεργημένος και ευαίσθητος άνθρωπος.

Η αγάπη –συζυγική, μητρική, αδελφική, φιλική– αναδεικνύεται στην αυτοβιογραφία της ως ο απόλυτος ηθικός νόμος, υπεράνω κανόνων και κοινωνικών περιορισμών. Σε ένα από τα πιο διαφωτιστικά αποσπάσματα του βιβλίου, αντιπαραθέτει την κανονιστική ηθική και τις θρησκευτικές κατευθύνσεις με την ανεξέλεγκτη, σχεδόν άναρχη δύναμη της αγάπης, που δεν υποτάσσεται σε κανέναν θεσμό. Και ενώ η εποχή της υπήρξε βαθιά συντηρητική, η φωνή της προειδοποιεί για τους κινδύνους μιας αγάπης που καταπιέζεται ή εξιδανικεύεται σε βάρος της αλήθειας. Πρόκειται για μια σκέψη που συναντά το σήμερα: η αγάπη, στις ποικίλες μορφές της, ως ρυθμιστής της ζωής και ως μέτρο της ελευθερίας. Γράφει χαρακτηριστικά: «Φτιάξαμε κανόνες και ηθικούς νόμους […] Έχουμε θρησκείες και φιλοσοφίες […] αλλά τα καθήκοντα της ψυχής μάς τα διδάσκουν ελάχιστα. […] Για παράδειγμα, δεν βλέπω πού είναι η κατήχηση της αγάπης, κι ωστόσο η αγάπη, κάτω απ’ όλες της τις μορφές, εξουσιάζει ολόκληρη τη ζωή μας […]. Η αγάπη είναι παντού, είναι η ζωή μας η ίδια. Ε λοιπόν, η αγάπη διαφεύγει από όλους τους νόμους […]. Αυτό τον κανόνα ο άνθρωπος δεν τον βρήκε ακόμη. Να γιατί λέω πως ζούμε σαν τους τυφλούς». Η Σάνδη εδώ αναδεικνύεται όχι μόνο ως σημαντική συγγραφέας, αλλά και οξυδερκής φιλόσοφος της καθημερινότητας.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Η συμβολή της Μαρίας Παπαδήμα στην προβολή της Σάνδη είναι καθοριστική. Δεν περιορίζεται στη φροντισμένη εισαγωγή, η οποία τοποθετεί τη Σάνδη στο ιστορικό και ιδεολογικό της πλαίσιο, αλλά επεκτείνεται και στη μεταφραστική πράξη. Η γλώσσα που επέλεξε είναι διαυγής, λιτή και εύρυθμη, χωρίς περιττούς εξωραϊσμούς, αφήνοντας να αναδειχθεί αυτούσιο το ύφος της Σάνδη: το πάθος, η ειλικρίνεια, αλλά και η μελωδικότητα της γαλλικής πρόζας της. Η μετάφρασή της αποδίδει με καθαρότητα και με εκφραστική θερμότητα τις αποχρώσεις του πρωτοτύπου.

Ιδίως στα στοχαστικά χωρία, όπου η Σάνδη εναλλάσσει την αναλυτική επιχειρηματολογία με τον παθιασμένο τόνο της εξομολόγησης, η ελληνική απόδοση δεν χάνει τίποτα από τη μουσικότητα και την ένταση του λόγου. Οι επιλογές της μεταφράστριας ισορροπούν ανάμεσα στην πιστότητα και τη φυσικότητα, προσφέροντας στον αναγνώστη μια γλώσσα ζωντανή, χωρίς επιτήδευση, που αφήνει το κείμενο να λειτουργήσει με την αμεσότητα μιας φωνής που μας μιλά κατευθείαν. Ειδικά στα σύντομα αποσπάσματα, η μετάφραση λειτουργεί σαν καθρέφτης του πρωτοτύπου: η σκέψη αποδίδεται με πυκνότητα και καθαρότητα, χωρίς να χάνει τη θερμότητα και την ένταση του προσωπικού τόνου.

Παρά την αποσπασματική παράθεση χωρίων, η ανθολόγηση αποδεικνύεται εύστοχη και ως προς την απόδοση ενός σφαιρικού και συνεκτικού πορτρέτου της Σάνδη: της συγγραφέως, της στοχάστριας, της μητέρας, της επαναστάτριας. Η επιλογή των κειμένων καθιστά το βιβλίο ταυτόχρονα εισαγωγικό αλλά και ουσιαστικό, μια πύλη γνωριμίας για όσους προσεγγίζουν τη Σάνδη για πρώτη φορά και μια αφορμή επανεκτίμησης για όσους τη γνωρίζουν επιφανειακά.

Το βιβλίο Έτσι όρισα τη ζωή μου αποτελεί τελικά μια πρόσκληση να ξαναδούμε μια συγγραφέα που ενέπνευσε τον Β. Ουγκό, ώστε να τη χαρακτηρίσει «ισάξια των σπουδαίων ανδρών» του καιρού της και να αναγνωρίσουμε μέσα από τις σελίδες του την οικουμενική ισχύ μιας σκέψης που παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Μικρό σε όγκο αλλά πλούσιο σε περιεχόμενο, το βιβλίο αυτό ανοίγει τον δρόμο για μια ουσιαστική επανεκτίμηση μιας μορφής που εξακολουθεί να συνομιλεί ζωντανά με την εποχή μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Ο «σαινσιμονισμός», όπως ονομάστηκε το κίνημα που βασίστηκε στις ιδέες του Γάλλου αριστοκράτη Ανρί Σαιν-Σιμόν (1760-1825), επεδίωκε να συγκεράσει το βιομηχανικό και επιστημονικό πνεύμα με όραμα τη χειραφέτηση των εργατών και την ανανέωση των θρησκευτικών και ηθικών κωδίκων της μετεπαναστατικής Γαλλίας. Το κίνημα θεωρείται πρόδρομος του σοσιαλισμού.

 

Έτσι όρισα τη ζωή μου
Αποσπάσματα από την Ιστορία της ζωής μου
George Sand
Εισαγωγή – Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα
Αιώρα
80 σελ.
ISBN 978-618-241-004-2
Τιμή €9,00

Αγάθη Γεωργιάδου δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας

https://diastixo.gr/kritikes/diafora/25175-etsi-orisa-th-zoi-mou


https://diastixo.gr


Ελένη Τσαλδίρη: «Το παιχνίδι των εντυπώσεων – Ιμπρεσιονισμός»

 


Η αξιοποίηση της Τέχνης και των έργων της συνιστά μία καινοτόμο διδακτική μέθοδο. Σύμφωνα με τους Wick και Lawrence, οι μαθητές (μέσα από την επαφή τους με διάφορες μορφές αισθητικής έκφρασης) μπορούν να αποκτήσουν ευαισθησία, ικανότητα για μάθηση, κριτική σκέψη και δημιουργικότητα, αλλά και καλύτερη κατανόηση του εαυτού τους, των άλλων ανθρώπων και του κόσμου. Κατά τον Α. Efland: «Η ενασχόληση με τις διάφορες μορφές Τέχνης συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη τεσσάρων γνωστικών λειτουργιών: τη γνωστική ευελιξία, την ενοποίηση της γνώσης, τη φαντασιακή σκέψη και την αντίληψη της αισθητικής αξίας της Τέχνης». Στα παιδαγωγικά πλεονεκτήματα θα πρέπει να συνυπολογιστεί το γεγονός ότι η Τέχνη καλεί τον δέκτη να «δραστηριοποιηθεί», να προσεγγίσει δηλαδή το έργο μέσα από το δικό του βλέμμα, εμπειρίες, κουλτούρα.

Με βάση όλα αυτά, το βιβλίο της Ελένης Τσαλδίρη Το παιχνίδι των εντυπώσεων – Ιμπρεσιονισμός, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καλέντη, αποκτά ιδιαίτερη αξία καθώς έρχεται να συστήσει στα παιδιά ζητήματα τέχνης και ζωγραφικής τεχνοτροπίας.

Η Τέχνη δεν είναι τίποτε άλλο από την ενεργοποίηση των αισθήσεων μπροστά στη θέαση του κόσμου.

Πρωταγωνίστριες της ιστορίας η Έλεν η ελεφαντίνα και η Ζοζέτ η πιθηκίνα. Κατοικούν στη Χρωματιστή Πολιτεία και, μολονότι είναι διαφορετικές μεταξύ τους, η μία συμπληρώνει την άλλη και αυτό τις κάνει μοναδικές και αχώριστες. Μαζί, λοιπόν, θα προσπαθήσουν να αντιμετωπίσουν το κακό με το οποίο θα έρθει αντιμέτωπη η πολιτεία. Γιατί ένας Πετεινοδακτυλουργός, που διαλαλεί με ψεύτικα χαμόγελα καινούργια κόλπα, θα φέρει την καταστροφή. «Εγώ την Τέχνη θα την εξαφανίσω! Φτάνει πια η τόση ανεμελιά. Με ακριβείς υπολογισμούς και σκληρή δουλειά ο κόσμος θα προκόψει». Στα λόγια του η συγγραφέας καταφέρνει να συνοψίσει όλες τις στρεβλές αντιλήψεις που πολλοί, ακόμα και σήμερα, υιοθετούν – η Τέχνη είναι πάρεργο, δεν έχει θέση σε μια κοινωνία υλιστική, μια κοινωνία που απαιτεί σκληρή δουλειά και που τις όποιες απολαύσεις τις συνδέει μόνο με την ύλη.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Ο Πετεινοδακτυλουργός, πατώντας τα κουμπιά ενός υπολογιστή, προστάζει να χαθεί η Τέχνη από τη Γη: «τον ήχο της πόλης παύει στη στιγμή… τα χρώματα όλα γίνονται θολά και γκρίζα… οι γεύσεις και οι μυρωδιές εξαφανίζονται». Κάπως έτσι, η Τσαλδίρη θα πει με τον δικό της τρόπο ότι τον κόσμο που μας περιβάλλει τον αντιλαμβανόμαστε με όλες μας τις αισθήσεις. Και η Τέχνη δεν είναι τίποτε άλλο από την ενεργοποίηση των αισθήσεων μπροστά στη θέαση του κόσμου. Η Έλεν θα βάλει σε εφαρμογή ένα σχέδιο διάσωσης. Βοηθοί της θα γίνουν μια διάφανη πεταλούδα, ένα αηδόνι, ένα χταπόδι και φυσικά η Ζοζέτ. Η πεταλούδα θα πετάξει προς το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της πόλης. Κι εκεί, με το βλέμμα θα αναζητήσει τις ζωγραφιές που της κάνουν εντύπωση. Ζωγραφιές γεμάτες χρώματα. Το Ηλιοβασίλεμα του Μονέ, τα μοβ βουνά του Σεζάν, τα εξωτικά λιβάδια του Ρενουάρ, η Έναστρη νύχτα του Βαν Γκογκ. Eκεί, θα ακούσει και τους μεγάλους ιμπρεσιονιστές να συζητούν για την τέχνη τους και την καινούργια τεχνοτροπία. Για την προσπάθειά τους να αναπαραστήσουν το φως, την άμεση εντύπωση (impression) της πρώτης ματιάς που προκαλεί ένα αντικείμενο ή μια καθημερινή εικόνα. Για το πώς τα ξύλινα καβαλέτα και τα σωληνάρια του χρώματος διευκόλυναν τη δουλειά τους στους εξωτερικούς χώρους. Για τον τρόπο που ζωγραφίζουν και τα χρώματα που χρησιμοποιούν.

Η πεταλούδα θα αποθηκεύσει όλες τις πληροφορίες στο Χρωμαξόπλοιο, μια υπερσύγχρονη μηχανή, και θα παραδώσει τα ηνία στο αηδόνι. Κι αυτό με τη σειρά του, μπαίνοντας στο Μουσείο, θα μαγευτεί από τους ήχους της μουσικής του Ντεμπισί, που θεωρείται ο κύριος εκπρόσωπος του κινήματος του μουσικού ιμπρεσιονισμού. Η Έλεν θα ανακατέψει σχήματα, χρώματα, φως, ιδέες, μουσικές και το χταπόδι, αξιοποιώντας την αφή, θα αρχίσει να τραβά έξω από τη μηχανή τις εικόνες. Η Έλεν και η Ζοζέτ, αξιοποιώντας την όσφρηση και τη γεύση, θα δώσουν αίσιο τέλος στην περιπέτεια. Η Πολιτεία είναι και πάλι χρωματιστή και χαρούμενη. Οι καλλιτέχνες που αγάπησαν όσο τίποτα άλλο το φως, χαρίζουν την ομορφιά στον κόσμο.

Η εικονογράφηση, που επίσης υπογράφει η Ελένη Τσαλδίρη, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από το πνεύμα του βιβλίου και της τεχνοτροπίας. Οι εικόνες ξεκλειδώνουν το κείμενο και δομούν ένα ακόμα επίπεδο ανάγνωσης. Όχι όσον αφορά την ερμηνευτική προσέγγιση του κειμένου, αλλά την επαφή του παιδιού με την τεχνοτροπία του ιμπρεσιονισμού και τα έργα των εκπροσώπων του, κάποια από τα οποία κοσμούν τα σαλόνια του βιβλίου. Υιοθετώντας τα χρώματα των ιμπρεσιονιστών, συστήνει στα παιδιά την τεχνοτροπία και μέρος του έργου των ζωγράφων αυτών, αξιοποιώντας ευρηματικά το τέχνασμα του μεγεθυντικού φακού, ο οποίος αποκαλύπτει κομμάτι του έργου που παρουσιάζεται. Την ίδια στιγμή, απέναντι στη χρωματική έκρηξη του έργου των ιμπρεσιονιστών χρησιμοποιεί αντιθετικά τη μονοχρωμία. Με γραμμές και εικόνες που συμπλέκονται δημιουργώντας ένα απρόσμενα ιδιαίτερο οπτικό αποτέλεσμα, η Τσαλδίρη αναδεικνύει με τη μονόχρωμη παλέτα, που εμφανίζεται στις σελίδες όταν φεύγουν οι αισθήσεις από τη Χρωματιστή Πολιτεία, τη σημασία των χρωμάτων και την επίδρασή τους στην ανθρώπινη διάθεση.

Ο Howard Gardner, καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ο οποίος εφάρμοσε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το Πρόγραμμα Propel, απέδειξε ότι ακόμα και τα μικρά παιδιά μπορούν να ανταποκρίνονται στις αισθητικές πλευρές των έργων Τέχνης και υποστήριξε ότι η αισθητική εμπειρία έχει τη δυνατότητα να συμβάλει στην πολύπλευρη ενίσχυση της νοημοσύνης, καθώς προσφέρει πλήθος συμβόλων για επεξεργασία. Το ανά χείρας βιβλίο έρχεται να συνεισφέρει προς αυτήν την κατεύθυνση, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα δημιουργικό εργαλείο για τους εκπαιδευτικούς και για τα εργαστήρια καλλιτεχνικών.

Σημειωτέον ότι το βιβλίο της Ελένης Τσαλδίρη κατέκτησε την 1η θέση στον 12ο Παγκόσμιο Διαγωνισμό Εικονογράφησης 2025, στην κατηγορία Children’s Book-Published, που διοργάνωσε η Hiiibrand.com.

 

Το παιχνίδι των εντυπώσεων – Ιμπρεσιονισμός
Ελένη Τσαλδίρη
εικονογράφηση: Ελένη Τσαλδίρη
Καλέντης
92 σελ.
ISBN 978-960-594-125-3
Τιμή €16,00

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/25159-to-paixnidi-ton-entyposeon


https://diastixo.gr


Mehmet Ateş: «Η σιωπή του κελιού»

 


Σε μια Τουρκία όπου το δίκαιο στραγγαλίζεται μεθοδικά από το ίδιο το κράτος που όφειλε να το υπηρετεί, ο Μεχμέτ Ατές, καρδιοχειρουργός και άνθρωπος του πνεύματος, συλλαμβάνεται με παράλογες κατηγορίες και διαπομπεύεται. Το βιβλίο του Η σιωπή του κελιού, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Επίμετρο, δεν είναι μια απλή αυτοβιογραφική αφήγηση· είναι ένα φλεγόμενο κατηγορητήριο κατά ενός καθεστώτος που λειτουργεί ως εργοστάσιο παραγωγής ενοχής, με πρώτες ύλες την καταγγελία, τη διαβολή και τον φόβο.

Καταρχήν, το βιβλίο καταδεικνύει τη βαθιά θεσμική σήψη: ένας εισαγγελέας υπογράφει εντολή σύλληψης χωρίς την παραμικρή δικαστική κρίση, βασισμένος σε μια χαλκευμένη καταγγελία. Αλλά αυτό δεν είναι πλάνη του συστήματος, είναι ο ίδιος ο τρόπος λειτουργίας του. Στην Τουρκία του Ερντογάν, το κράτος δικαίου έχει μετατραπεί σε κράτος εκδίκησης. Η Δικαιοσύνη δεν είναι πια τυφλή: κοιτάει κατάματα τον αντίπαλο και τον τιμωρεί με σαδιστική ακρίβεια.

Ο Ατές μάς εισάγει με χειρουργική ειλικρίνεια στις πιο ζοφερές πτυχές αυτής της εμπειρίας: τον τρόμο της νυχτερινής σύλληψης, την αλαζονεία των ένστολων που, ως σύγχρονοι ιεροεξεταστές, βρίσκουν την ταυτότητά τους μόνο μέσα από την ταπείνωση του άλλου, τη διαρρηγμένη εμπιστοσύνη προς φίλους που γίνονται καταδότες για να περισώσουν το τομάρι τους. Η συκοφαντία δεν είναι ένα ατυχές περιστατικό, είναι το επίσημο νόμισμα ενός μηχανισμού που αποθεώνει την υποταγή και εξοντώνει τη συνείδηση.

Αυτό που περιγράφει δεν είναι μια αστοχία ή μια αδικία. Είναι ένα οργανωμένο σχέδιο εξουδετέρωσης της σκέψης, της αμφισβήτησης, της ανεξαρτησίας.

Αλλά εκεί που το κείμενο πραγματικά φλέγεται είναι στην απλότητα του λόγου του: ο συγγραφέας δεν καταφεύγει σε υπερβολές. Αντιθέτως, η λιτότητα της περιγραφής είναι που κάνει τα γεγονότα ακόμα πιο ανατριχιαστικά. Όταν ο αστυνομικός ειρωνεύεται το μέγεθος του σπιτιού του Ατές ή όταν του απαγορεύει να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνό του χωρίς απόφαση δικαστηρίου, αυτό που ξεδιπλώνεται μπροστά μας είναι ένα κράτος-καρτέλ, όπου ο νόμος έχει αντικατασταθεί από ένα σύστημα προγραφών που σε τιμωρεί όχι για το τι έκανες, αλλά για το ποιος είσαι ή, χειρότερα, για το τι εκπροσωπείς.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Η σιωπή του κελιού δεν αφορά μόνο τον συγγραφέα της. Αφορά εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες ανθρώπους που, στην Τουρκία των τελευταίων ετών, εξαφανίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες – πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, δημόσιοι υπάλληλοι, ακτιβιστές. Είναι το αποτύπωμα μιας κοινωνίας που στραγγαλίζεται αργά, σιωπηλά, μεθοδικά και που, αντί να αντισταθεί, συνθηκολογεί με τους μηχανισμούς του τρόμου. Το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο του βιβλίου είναι ίσως αυτό: το ότι ο κρατικός αυταρχισμός δεν χρειάζεται καν να επιδείξει σκληρότητα. Αρκεί να δημιουργήσει το κλίμα. Η απειλή, η φήμη, το βλέμμα του αστυνομικού, η στάση του θυρωρού που «πετρώνει» από φόβο, όλα συνθέτουν ένα περιβάλλον καθεστωτικής βίας, όπου η ψυχή του ανθρώπου εξευτελίζεται πολύ πριν το σώμα φυλακιστεί.

Ο Ατές δεν κραυγάζει. Η φωνή του είναι σταθερή, ήρεμη, αξιοπρεπής, κι όμως ακριβώς αυτή η νηφαλιότητα κάνει την αφήγηση τόσο εκκωφαντική. Γιατί αυτό που περιγράφει δεν είναι μια αστοχία ή μια αδικία. Είναι ένα οργανωμένο σχέδιο εξουδετέρωσης της σκέψης, της αμφισβήτησης, της ανεξαρτησίας. Είναι η παλιά συνταγή κάθε ολοκληρωτισμού: φόβισε, εξευτέλισε, φίμωσε.

Και παρ’ όλα αυτά, ο τίτλος του βιβλίου αντιστρέφει τα δεδομένα. Η σιωπή του κελιού δεν είναι απουσία φωνής. Είναι το ουρλιαχτό της συνείδησης που αντηχεί πίσω από τα κάγκελα, μέσα από τις λέξεις, μέσα από τη σκληρή, ρεαλιστική, μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινη γραφή ενός ανθρώπου που δεν υποτάχθηκε. Αυτή η σιωπή δεν είναι έγκλειστη. Είναι μεταδοτική.

 

Η σιωπή του κελιού
Μεχμέτ Ατές
Επίμετρο
304 σελ.
ISBN 978-618-5861-10-0
Τιμή €15,90

Αλεξία Βλάρα πολιτικός επιστήμονας και δημοσιογράφος

https://diastixo.gr/kritikes/diafora/25176-siopi-keliou


https://diastixo.gr


Αλέξανδρος Κοτζιάς: «Πολιορκία»

 


Ένα σημαντικό κενό στον χώρο των εκδόσεων της μεταπολεμικής πεζογραφίας έρχεται να καλύψει η οριστική έκδοση, αναθεωρημένη από τον συγγραφέα, του εμβληματικού μυθιστορήματος Πολιορκία του Αλέξανδρου Κοτζιά (α’ έκδοση: 1953, β’ έκδοση αναθεωρημένη: 1961, γ’ έκδοση: 1976). Η προηγούμενη (2002) είχε στο μεταξύ εξαντληθεί. Σύμφωνα με το σημείωμα στο οπισθόφυλλο, «η σημερινή έκδοση για πρώτη φορά περιλαμβάνει τις γλωσσικές αναθεωρήσεις που έκανε ο συγγραφέας λίγο πριν από τον θάνατό του το 1992. Περιλαμβάνει, επίσης, εκτενή υπομνηματισμό του Μιχαήλ Σ. Καλαβρού, πλούσια ανθολογία κριτικών σημειωμάτων και επιλογικό σημείωμα της Ελένης Κεχαγιόγλου». Πρόκειται για το πρώτο μυθιστόρημα του Α. Κοτζιά, το οποίο καθορίζει την πορεία του συγγραφέα. Η Αριστερά χαρακτηρίζει το έργο «μαύρη πολιτική λογοτεχνία» (Δ. Ραυτόπουλος) για λόγους που θα φανούν στη συνέχεια. Η σημασία του πάντως αναγνωρίζεται μετά τη Μεταπολίτευση. Σύμφωνα με τη Μάρω Δούκα, παρουσιάζει «αποφλοιωμένη την πεμπτουσία της ανθρώπινης ψυχής και ολόγλυφη την αθέατη πλευρά της νεοελληνικής παθολογίας».

Η Βίκυ Πάτσιου τονίζει ότι είναι καθοριστική για τον συγγραφέα αλλά και τον αναγνώστη η αρχή του μυθιστορήματος (Χάρτης, τχ. 57, 2023). Στην προκειμένη περίπτωση ο συγγραφέας παρουσιάζει το θέμα in medias res. «Βγήκανε πάλι οι νοικοκυράδες και σφουγγίζουν απ’ τους τοίχους τα μεγάλα κόκκινα γράμματα […] ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΔΟΤΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗ». Ο ασφαλίτης Μηνάς Παπαθανάσης, κεντρικό πρόσωπο και κλασικός αντιήρωας, «ταμπουρωμένος με τους άντρες του στα Σεπόλια» συγκρούεται θανάσιμα με ένοπλους της Αριστεράς. Το βιβλίο δομείται πάνω στην εξωτερική και εσωτερική του «Πολιορκία» από τις αντίπαλες δυνάμεις (τους εχθρούς, καθώς και τις αναμνήσεις και τις φωνές της συνείδησης). Τα βασικά επεισόδια χτίζονται πάνω στη δράση του ίδιου αλλά και των άλλων προσώπων, που κλιμακωτά οδηγούνται προς το αναπόφευκτο τέλος – και την κάθαρση. Όλα συμβαίνουν κατά τον τελευταίο χρόνο της γερμανικής Κατοχής. Πρόκειται για ένα έτος-μεταίχμιο ανάμεσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο. Το 1943 αρχίζει ο «τριακονταετής πόλεμος» (1943-1973) σύμφωνα με τον συγγραφέα («Δίχως να το καλονιώσουμε, ο πόλεμος αρχίνισε από πέρσι», σ. 17), που περιλαμβάνει τον εμφύλιο σπαραγμό, κρίσεις, δοκιμασίες και, ως καταλύτη, το Πολυτεχνείο. Η Ιστορία είναι ένα δράμα εν προόδω.

Οι προσθήκες συμπληρώνουν το κείμενο, το οποίο διαβάζεται απνευστί, παρά το οδυνηρό του περιεχόμενο.

Η πλοκή του έργου εξελίσσεται με βάση τον Πόλεμο που μαίνεται παντού και πάντα, στους δρόμους, στα σπίτια, στα γραφεία, στις γειτονιές, ακόμα και στον περίβολο της εκκλησίας και του σχολείου. (Οι τελευταίες λέξεις του βιβλίου είναι: «Ο Πόλεμος συνεχίστηκε».) Η μάχη σταδιακά μεταφέρεται στις πόλεις. Τον Παπαθανάση πλαισιώνει η ομάδα του από νεαρούς παρακρατικούς (με εξαίρεση τον «γέρο» Θεοδόση). «Ετούτοι οι δεκαπέντε άντρες που διοικούσε, ξεμοναχιασμένος στην απόμερη γειτονιά της Αθήνας, ήτανε το μοναδικό του στήριγμα» (σ. 201). Αλλού χαρακτηρίζονται ως «λεφούσι». Ο αναγνώστης μπορεί να θυμηθεί τους νεαρούς με τα μαχαίρια που απειλούν τον Θηραμένη κατά τη διάρκεια της δίκης του στα Ελληνικά του Ξενοφώντα. Οι άνθρωποι αυτοί με τα χαρακτηριστικά τους ονόματα, ο Αντώνης, ο Αναστάσης, ο Θύμιος, ο Σαράντης, ο Πελοπίδας, αποτελούν τους έμπιστους του αρχηγού, πριν τους καλύψει το σύννεφο της καχυποψίας. Υπάρχει άραγε προδότης ανάμεσά τους, που μπορεί δυνητικά να απειλήσει τη ζωή του Παπαθανάση; Όσο η ομάδα διευρύνεται με νέα πρόσωπα, τόσο ο κύκλος της αμφιβολίας μεγαλώνει. «Το πραγματικό του όνομα – ήτανε Σώτος ή Άγγελος […] σίγουρα τονε λένε Θόδωρο» (σ. 162).

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Κεντρικό πρόσωπο μετά τον πρωταγωνιστή είναι ο κ. Διευθυντής, ο Μάριος Ισακίδης, το alter ego του. «Διδάκτωρ» κάποιου άγνωστου πανεπιστήμιου, «αλλιώτικος άνθρωπος», «ανώτερος», θεωρητικός, δίνει την κατευθυντήρια γραμμή στη δράση της ομάδας. Πρότυπό του ο «Ηγεμόνας» του Μακιαβέλλι. Αποτελεί, κατά τις περιστάσεις, αντικείμενο θαυμασμού ή μίσους. Αριβίστας, θυμίζει τον «Κομφορμίστα» (Il comformista) της γνωστής ταινίας του Μπερτολούτσι. Τους άνδρες πλαισιώνουν οι γυναικείες μορφές, η Χριστίνα, γυναίκα του Παπαθανάση, και η ψυχοκόρη Μαργαρίτα. Αυτές αναλαμβάνουν το βαρύ έργο της υλικής υποστήριξης της ομάδας που στρατοπεδεύει στο σπίτι τους και στη συνέχεια προχωρεί σε επίταξη και του διπλανού. Στόχος των ανδρών είναι η επιβίωση, αλλά και η πάταξη κάθε είδους «εχθρού». Συνδετικός τους κρίκος είναι το αίμα, που ρέει άφθονο και τους τριγυρίζει.

Την αναγκαστική ένταξη της στρατιωτικής ομάδας στο οικιακό περιβάλλον ακολουθεί η καταστροφή της γαλήνης και της ανθρωπιάς σε μια σειρά επεισοδίων. Πρώτο δείγμα η δολοφονία του Βασιλάκη Φωκά, κατά τη διάρκεια «ανάκρισης» από τον Παπαθανάση. Όταν η βία είναι ανεξέλεγκτη, ο άνθρωπος αποθηριώνεται. (Ο Θουκυδίδης στην Ιστορία του τονίζει τα δεινά του εμφυλίου.) «Τα λεπτά φεύγανε αργά, σε μια παράξενη, βασανιστική απροσδιοριστία, κι η ανάκριση συνεχιζόταν δίχως ενδιαφέρο, μέσα στον αυτοματισμό ορισμένων κινήσεων – όπως τα πετρωμένα χέρια του, που ανεβοκατεβαίνανε σαν σφυριές στη μαλακή σάρκα. Κι η σάρκα υποχωρούσε και ζυμωνόταν, ξανάβοντάς του κάτι ξερό στο λαρύγγι» (σ. 173). Το ίδιο μοτίβο της τυφλής βίας συνεχίζεται στις επιθέσεις που δέχεται η Μαργαρίτα, στην κατακρεούργηση του παπαγάλου (που ανήκει στον Παπαθανάση) από την ίδια, στην εκτέλεση της Χριστίνας. Πρόκειται για παράπλευρες απώλειες. Οι ρόλοι του θύτη και του θύματος εναλλάσσονται. Το παράλογο έχει εγκατασταθεί στο κέντρο της ύπαρξης («παράφρονες… ο κόσμος... είναι παράφρονες» μονολογεί ο Σαράντης τις τελευταίες του στιγμές, σ. 442).

Ένα πολιτικό μυθιστόρημα, που εκθέτει τις πολιτικοκοινωνικές διεργασίες οι οποίες εκτρέφουν τον εμφύλιο πόλεμο.

Ο Παύλος Ζάννας, στη μελέτη «Αλέξανδρος Κοτζιάς» της Μεταπολεμικής πεζογραφίας (Εκδόσεις Σοκόλη, 1988), παραθέτει το εισαγωγικό σημείωμα του μυθιστορήματος: «Στα 1943 άρχισε στην πατρίδα μας ένας πόλεμος. Μέσα στην καθολική, τη μεγάλη σφαγή που συνάρπαζε τότε τις καρδιές και τα πνεύματα, ετούτα τα “τοπικά”, τα “επεισοδιακά”, αγνοήθηκαν, σχεδόν αποριγμένα στο περιθώριο, καθώς μάλιστα βρισκόντανε […] ολωσδιόλου έξω από το “κλίμα της εποχής”. Οπωσδήποτε, αυτός ήτανε ο δικός μας ο πόλεμος. Γίνηκε εδώ, μέσα στις δικές μας εστίες, και με το δικό μας το αίμα καταβλήθηκε το βαρύ του αντίτιμο». Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ο συγγραφέας προβάλλει τα τοπικά, τα επιμέρους, αντιηρωικά επεισόδια αντί για τα καθολικά, τα αναγνωρισμένα και ηρωικά. Η απόδοση του κλίματος της εποχής είναι χαρακτηριστική, αφού ο συγγραφέας είχε ζήσει από κοντά τα γεγονότα (γεννήθηκε το 1926, συμμετείχε στην ΕΠΟΝ). Δεν περιγράφει όμως τους ιδεολόγους, όσο τους ανθρώπους όλων των καταστάσεων, όπως ο κ. Διευθυντής («Είτε φύγουνε, είτε μείνουν οι Γερμανοί, εμείς οφείλουμε να κρατήσουμε την κατάσταση», σ. 22). Η Ιστορία συμβαδίζει με τα πρόσωπα, από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων (και οδηγεί προς το παρελθόν, το Βυζάντιο). Στη συνέχεια, ο συλλογικός αφηγητής προβάλλει το διχαστικό αίσθημα ενός έθνους, καθώς και τον εσώτερο προσωπικό διχασμό των ηρώων (και αντιηρώων). Η διευρυμένη πλατιά νοούμενη πραγματικότητα μεταφέρει τους εξουσιαστικούς λόγους του παρακράτους, των δωσίλογων και της εθνικοφροσύνης παράλληλα με τις φωνές των ηττημένων, των θυμάτων της ιστορίας (Βίκυ Πάτσιου, όπ. παρ.). Ο αναγνώστης παρακολουθεί τον διττό αυτόν λόγο και το βλέμμα που εστιάζει «από χαμηλή σκοπιά» στα τεκταινόμενα. Ολοφάνερο σημείο τριβής είναι «η επιλογή του θέματος και του “ήρωα”, που την πολιτική του θέση υποτίθεται ότι υιοθετούσε ο Αλέξανδρος Κοτζιάς» (Π. Ζάννας). Αυτή είναι και η αφετηρία των αρνητικών κριτικών του Δ. Ραυτόπουλου και εν μέρει του Άλκη Θρύλου και του Ανδρέα Καραντώνη (βλ. εδώ, «Κριτικές»).

Η Πολιορκία είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα, που εκθέτει τις πολιτικοκοινωνικές διεργασίες οι οποίες εκτρέφουν τον εμφύλιο πόλεμο. Οι «ήρωες» είναι «θύτες και θύματα ενός απρόσωπου μηχανισμού που τους συνθλίβει» (Ζάννας). Σύμφωνα με τον Τίτο Πατρίκιο, ο συγγραφέας «μπόρεσε να αναδείξει τους ιδεολογικοπρακτικούς μηχανισμούς που για να συντηρηθούν πρέπει να εξοντώσουν όσους τους αντιστέκονται και που λειτουργώντας αναγκάζουν τους φορείς τους να καταστρέψουν κι όποιον θα μπορούσαν να αγαπούν, ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό τους». Ο Παπαθανάσης βρίσκεται σε μία διαρκή διαδικασία αποδόμησης εαυτού και αυτοκαταστροφής. Η σκοτεινή πλευρά της ύπαρξής του κλιμακωτά διογκώνεται και τον συντρίβει. Η ενόρμηση θανάτου αποτελεί την ισχυρότερη τάση στον ψυχισμό των «ηρώων», μαζί με το ερωτικό ένστικτο. Αυτό οδηγεί τον Σαράντη, πρωτοπαλίκαρο του Παπαθανάση, στο μοιραίο ραντεβού με τη Φιλίτσα και στην εκτέλεσή του. Η Φιλίτσα θα εμφανιστεί πάλι μετά σαράντα χρόνια στον Ιαγουάρο (1987) έχοντας εξελιχθεί ως χαρακτήρας. Η μετακίνηση προσώπων μέσα στα μυθιστορήματα του Κοτζιά αποτελεί σαφές στοιχείο μοντερνισμού.

Μοντερνιστικό στοιχείο είναι ο εσωτερικός συνειρμικός μονόλογος που εκφράζει τα κύρια, αλλά και τα δευτερεύοντα πρόσωπα. Όλα έχουν έναν λόγο να εκφέρουν, άλλοτε μεστό άλλοτε απλοϊκό, ανάλογα με το ήθος τους. Κριτικοί όπως ο Άλκης Θρύλος δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την «έκπτωση» του λόγου, κατά τη γνώμη τους, γιατί αυτός διακρίνεται από ειρωνεία, σαρκασμό, γελοιογραφία και παράδοξη αίσθηση του παράλογου και του κωμικού. Η έλλειψη ωραιοποίησης και το «πολυφωνικό και πολυγλωσσικό αποτέλεσμα» (Π. Ζάννας) προκαλούν τις αντιρρήσεις και του Καραντώνη. Η κριτική ωστόσο του Αλέξη Ζήρα στο Χρονικό (1977) προκαλεί έναν νέο κύκλο αναγνώσεων. Νέα τομή στην κριτική αποτελεί το Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Κοτζιά (Κέδρος, 1994), το οποίο διανοίγει τις αναγνωστικές προοπτικές. Ακολουθεί το βιβλίο του ίδιου, Αληθομανές χαλκείονΗ ποιητική ενός πεζογράφου (2004) μετά τον θάνατο του συγγραφέα.

Ενδιαφέρον κεφάλαιο αποτελούν οι επιδράσεις που δέχθηκε ο νεαρός τότε συγγραφέας. «Βιβλικές απηχήσεις» διακρίνει ο Μιχαήλ Σ. Καλαβρός (περ. Χάρτης, όπ. παρ.) Οπωσδήποτε διακρίνεται ο Ντοστογιέφσκι, τον οποίον ο Κοτζιάς μετέφρασε αργότερα (Έρη Σταυροπούλου, όπ. παρ.). Το υπόγειο του σπιτιού του Παπαθανάση, το οποίο είναι τόπος ανακρίσεων και μαρτυρίου, συμβολίζει τα σκοτεινά βάθη της ύπαρξης. Εκεί κατοικοεδρεύει στην αρχή η ομάδα του, πριν αναβαθμιστεί και εγκατασταθεί στο ισόγειο. Ο Κάφκα επίσης αφήνει το σημάδι του, αφού η Πολιορκία είναι ο κλοιός που σφίγγει το κεντρικό πρόσωπο, σύμφωνα με το καφκικό κλίμα. Η «ενοχή» της Χριστίνας είναι ανάλογης προέλευσης. (Διαδίδει ότι η ίδια ευθύνεται για τη σύλληψη πατριωτών, με αποτέλεσμα να εκτελεστεί.) Επιπρόσθετα, η ελληνική λογοτεχνική παράδοση αφήνει τα ίχνη της. Η επίδραση του Τερζάκη είναι ενδεικτική. Η Μενεξεδένια πολιτεία έχει μετατραπεί σε εφιαλτική πολιτεία: «Του φάνηκε πως έχει μπροστά στα πόδια του όλη την απέραντη πολιτεία, πως ακούει τον κρυφό της ανασασμό – ένα σιχαμερό θηρίο μ’ ανεχόρταγο στόμα που κυλιέται στο βούρκο, αίμα και λάσπη…» (σ. 440). Και αλλού: «Η Χριστίνα ήταν εξαντλημένη. Η αστροφεγγιά περνούσε από το τζάμι, έπεφτε πάνω στη θλιμμένη μορφή της. Η ματιά της νοσταλγική χανότανε ψηλά, στα βάθη του απείρου» (σ. 159). Πρόκειται για πιθανή αναφορά στις ευγενικές γυναικείες μορφές του πρεσβύτερου συγγραφέα. Ακόμα και η «προδοσία» της μικρής Μαργαρίτας, που καταστρέφει τα πάντα και δραπετεύει από το σπίτι-κολαστήριο, θυμίζει τη στάση των θετών παιδιών του Μιχάλη Παραδείση (Δίχως Θεό: 1951). Στο βάθος διαφαίνεται ο Φρόιντ, με το δίπολο έρωτας-θάνατος.

Συμπερασματικά, το μεγαλύτερο επίτευγμα του βιβλίου βρίσκεται στην ενσωμάτωση του τεράστιου βιωματικού υλικού. Το χειρόγραφο της Πολιορκίας (1947) που μελέτησε η Μαρία Ρώτα περιλαμβάνει 229 σελίδες – σε σχέση με τις 447 της παρούσας έκδοσης (597 συνολικά με τον Υπομνηματισμό, τις Κριτικές και το Επιλογικό Σημείωμα). Οι προσθήκες συμπληρώνουν το κείμενο, το οποίο διαβάζεται απνευστί, παρά το οδυνηρό του περιεχόμενο. Ο Υπομνηματισμός του Μιχαήλ Καλαβρού αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμος, ιδίως όσον αφορά στα ιστορικά γεγονότα. Το Επιλογικό Σημείωμα της Ελένης Κεχαγιόγλου είναι διαφωτιστικό ως προς τα φιλολογικά τεκταινόμενα. Για τη σφαιρική κατανόηση της εποχής ο αναγνώστης είναι απαραίτητο να καταφύγει σε ιστορικά βιβλία, όπως Οι δωσίλογοι του Μενέλαου Χαραλαμπίδη. Είναι δύσκολη πάντως –έως αδύνατη– «μια “αντικειμενική” και ουσιαστική παρατήρηση» των γεγονότων, όπως επιθυμεί ο συγγραφέας. Και αυτό γιατί στην Ιστορία παρεμβαίνει το στοιχείο του μύθου (μυθιστόρημα). Το ζήτημα είναι ότι ο αναγνώστης παρακολουθεί την αφήγηση από την αρχή μέχρι το τέλος, συμμερίζεται λίγο ή πολύ την τύχη των προσώπων και συγκροτεί από το συναρπαστικό αυτό ανάγνωσμα το παλίμψηστο μιας συγκλονιστικής εποχής.

 

Πολιορκία
Αλέξανδρος Κοτζιάς
Εκδόσεις Πατάκη
608 σελ.
ISBN 978-618-07-0453-2
Τιμή €20,90

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25160-aleksandross-kotzias-poliorkia


https://diastixo.gr



Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου

 

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης γεννήθηκε το 1970 στη Λάρισα. Σπούδασε κινηματογράφο. Ζει στην Αθήνα. Βιβλία του: Η πόλη και η σιωπή (2013), Η εφεύρεση της σκιάς (2008), Παραβολή (2006), Ο βαθμός δυσκολίας (2005), Βαθύ πηγάδι (2003), Η συνάντηση (2002). Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις. Το πρώτο του θεατρικό έργο, Ουδέτερη ζώνη, απέσπασε Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα. Το έργο του Μια εξαιρετικά απλή δουλειά περιλήφθηκε στην Ευρωπαϊκή Ανθολογία Θεάτρου. Κείμενά του, καθώς και άρθρα για θέματα πολιτισμού και σύγχρονης τέχνης, έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν τα βιβλία του: Το πέρασμα (2016 – Athens Prize for Literature), το οποίο μεταφράστηκε στη Γαλλία από τις εκδόσεις Actes Sud, Ίσως την επόμενη φορά (2017), Η πολιτεία των παπουτσιών και ο ξυπόλυτος Ιππόλυτος (παιδικό, 2019), Σε ποιον ανήκει η κόλαση (2019) και Θα πέσει η νύχτα (2025), το οποίο μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το νέο σας μυθιστόρημα, Θα πέσει η νύχτα; Υπήρξε κάποιο πραγματικό γεγονός που σας ενέπνευσε;

Δεν θα έλεγα πως υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και ο τρόπος που τη «διαβάζω» κάθε φορά είναι η μήτρα των ιστοριών μου. Ζούμε σε μια ταραγμένη περίοδο, αυτό από μόνο του είναι ανησυχητικό.

Το βιβλίο εκτυλίσσεται σε μια εποχή κρίσης και ακραίας αστάθειας. Πόσο συνδέεται αυτή η συνθήκη με την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων ετών;

Η ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων (για να μην πάω ακόμα πιο πίσω) είναι ο ορισμός αυτού που λέμε «εποχή κρίσεων και ακραίας αστάθειας». Ως εκ τούτου, οι ήρωες του βιβλίου και όσα βιώνουν είναι απόρροια ενός εκμαυλισμένου, χρεοκοπημένου πνευματικά και ηθικά περιβάλλοντος, ιδανικού μόνο για ανθρώπους με περιορισμένες προσδοκίες και κοινότοπα όνειρα. Έλα όμως που μαζί με τα κοπάδια που πάνε πάντοτε με το ρεύμα υπάρχουν και οι σολομοί…

Οι ήρωες του βιβλίου μοιάζουν να ακροβατούν ανάμεσα στον ηρωισμό και την αυτοσυντήρηση. Ποια ήταν η πρόθεσή σας στη διαχείριση των χαρακτήρων;

Πρώτο μου μέλημα ήταν να καταφέρω να τους παρουσιάσω σάρκινους. Γεμάτους αντιφάσεις και ρωγμές, όπως είμαστε όλοι μας. Ακόμα και οι καλύτεροι, ικανότεροι και ευφυέστεροι από τους χαρακτήρες είναι λαβωμένοι και επιβαρυμένοι. Κάτι τέτοιο αυξάνει τον βαθμό δυσκολίας του εγχειρήματος, μα προσθέτει πολυπλοκότητα και αποτελεί πρώτης τάξης υλικό.

Η λογοτεχνία πάντοτε ξεσκέπαζε τους συλλογικούς παραλογισμούς.

Πιστεύετε ότι οι κοινωνίες μπορούν να προστατεύσουν την ανθρωπιά τους υπό ακραίες πιέσεις;

Όταν επικρατούν η σύνεση και η αλληλεγγύη, ασφαλώς και ναι. Έτσι καταφέραμε να φτάσουμε μέχρι εδώ. Φυσικά, υπάρχουν καταστάσεις –όπως ο πόλεμος ή κάποια τεράστια φυσική καταστροφή– που εξαρθρώνουν το κοινωνικό συμβόλαιο που κρατά έστω υποτυπωδώς σε ενότητα τις κοινωνίες μας.

Η γραφή σας είναι συμπαγής, σχεδόν κινηματογραφική. Σας έχει επηρεάσει ο κινηματογράφος συγγραφικά;

Δεν θα το έλεγα. Αν και ο κινηματογράφος σού μαθαίνει πως δεν πρέπει να περισσεύει ούτε μία λέξη.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Υπάρχει κάποια πολιτική ή φιλοσοφική τοποθέτηση που θέλατε να μεταφέρετε μέσα από το βιβλίο σας;

Το βιβλίο γράφτηκε γιατί είχα την ανάγκη να θέσω στον εαυτό μου κάποια ερωτήματα. Νομίζω πως έτσι γίνεται με κάθε βιβλίο μου.

Ο φόβος είναι διάχυτος στο μυθιστόρημα. Είναι κυρίως κινητήρια δύναμη ή παραλυτικό συναίσθημα;

Οι μισές από τις δεξιότητες που έχουμε ως είδος οφείλονται στο αίσθημα του φόβου. Δεν υπάρχει ωστόσο ένα είδος φόβου, ούτε επιδρά το ίδιο στον καθένα. Κάποιον τον κρατά σε δημιουργική επιφυλακή, κάποιον άλλον τον παραλύει. Ως εκ τούτου, οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος κατατρύχονται από διαφορετικούς φόβους και αντιδρούν κατά περίσταση.

Οι μόνοι εχθροί του μυθιστοριογράφου είναι η ματαιοδοξία και η κλειστή κοινωνία.

Υπάρχει ελπίδα στο τέλος του μυθιστορήματος ή κυριαρχεί το σκοτάδι;

Ασφαλώς και υπάρχει ελπίδα. Ο κόσμος του μυθιστορήματος δεν είναι ένας κατεστραμμένος κόσμος. Λαβωμένος ναι, χαμένος όμως όχι. Αρκεί να παραδεχτεί κανείς πως η φθορά αποτελεί κάτι φυσικό.

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι κατά τη συγγραφή του;

Νομίζω πως αφιέρωσα περισσότερο χρόνο και κόπο στον σχεδιασμό του παρά στη συγγραφή του. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς με ένα τόσο πολυπλόκαμο και πολυπρόσωπο μυθιστόρημα. Αλλά υπήρξε μια διαδικασία συναρπαστική.

Στο μυθιστόρημά σας μοιάζει να σας απασχολεί όχι απλώς η συνέπεια απέναντι σε μια ηθική στάση, αλλά η ίδια η αγωνία της ύπαρξης. Πόσο δύσκολο είναι να αγγίξει κανείς τέτοια θεμελιώδη ζητήματα χωρίς να καταφύγει σε διδακτισμό;

Ένας συγγραφέας δεν πρέπει να ανησυχεί μήπως γίνει δυσάρεστος. Η λογοτεχνία δεν πρέπει να γίνει μέρος της βιομηχανίας του θεάματος, ούτε προϊόν που ελέγχεται από την αγορά και τους κανόνες της. Η λογοτεχνία (τουλάχιστον η λογοτεχνία που εγώ αναγνωρίζω ως τέτοια) πάντοτε στηλίτευε και ήλεγχε την εξουσία, πάντοτε σήκωνε καθρέφτες που μαρτυρούν πως ο πολιτισμός πηγαίνει ανέκαθεν χέρι χέρι με τη βαρβαρότητα, η λογοτεχνία πάντοτε ξεσκέπαζε τους συλλογικούς παραλογισμούς. Αν την απογυμνώσεις από την κριτική της διάσταση, έχεις μόνο λεξούλες στη σειρά που σε βοηθούν να περάσεις την ώρα σου χωρίς προβληματισμό.

Πού τοποθετείτε τα όρια μεταξύ κοινωνικής ευαισθησίας και συγγραφικής ελευθερίας;

Δεν βλέπω πώς αυτά τα δύο μπορούν να λειτουργήσουν ανταγωνιστικά. Θα το καταλάβαινα αν έγραφα πολιτικά δοκίμια ή δημοσιολογούσα υπηρετώντας κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό αφήγημα. Αλλά υπηρετώ τη λογοτεχνία. Γράφω μυθοπλασία. Οι μόνοι εχθροί του μυθιστοριογράφου είναι η ματαιοδοξία και η κλειστή κοινωνία.

Ο Νίκος, όπως και άλλοι ήρωές σας, έρχεται αντιμέτωπος με την ωμότητα της Ιστορίας. Πιστεύετε πως η μνήμη είναι απαραίτητο στοιχείο της αυτογνωσίας;

Εδώ θα ακουστώ κάπως πιο κατηγορηματικός. Όντως πιστεύω πως όποιος δεν ξέρει από πού έρχεται δεν ξέρει και πού πηγαίνει. Πράγμα απελευθερωτικό ίσως για τα εξαιρετικά πνεύματα, μα ολέθριο για τις μάζες.

Στις σελίδες του βιβλίου συνυπάρχουν βία, διαφθορά και φόνος, μαζί με τρυφερότητα, συγχώρεση και δημιουργία. Είναι η ζωή ένα διαρκές εκκρεμές μεταξύ αυτών των άκρων;

Έτσι είναι το πανηγύρι που ονομάζουμε ζωή: ένα συνεχές πηγαινέλα από το φως στο σκοτάδι.

Υπήρχε μια συνειδητή πρόθεση να συλλάβετε την «ανθρώπινη κωμωδία» της σύγχρονης Ελλάδας ή αυτό προέκυψε φυσικά;

Δεν πρόκειται για κάτι που προέκυψε συνειδητά. Ισχύει, ωστόσο. Είναι μια απόφαση που πάρθηκε σχεδόν ερήμην μου ήδη από το 2008 και την Εφεύρεση της σκιάς, ακολούθησε το 2013 το Η πόλη και η σιωπή, μετέπειτα το 2016 Το πέρασμα, τώρα έρχεται το Θα πέσει η νύχτα. Όλα τους έχουν ως φόντο τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Το βρίσκω φυσικό. Ζω εδώ, γράφω για ανθρώπους του καιρού μας, αυτοί είναι που με ενδιαφέρουν κυρίως, παρότι τολμώ να πω πως, μετά τα λογοτεχνικά βιβλία, τα πιο αγαπημένα αναγνώσματά μου σχετίζονται με την Ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Έχουν πει πως το έργο σας είναι ίσως το πιο «καθολικό» ελληνικό μυθιστόρημα των τελευταίων ετών. Πώς αντιμετωπίζετε τέτοιες κρίσεις;

Κάθε ανάγνωση είναι απλά μια ανάγνωση, τίποτα παραπάνω απ’ αυτό. Τα βιβλία ανήκουν στους αναγνώστες από τη στιγμή που φεύγουν από τα χέρια των συγγραφέων τους. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά του χρόνου.

Ο τρόπος που αναπαριστάτε τις κοινωνικές ομάδες θυμίζει έντονα την Ανθρώπινη κωμωδία του Μπαλζάκ. Υπάρχει πίσω από αυτό κάποια συγγραφική πρόθεση ή συνομιλία με την ευρωπαϊκή παράδοση;

Ασφαλώς και υπάρχουν συγγένειες, ασφαλώς και υπάρχουν φωνές που αποτέλεσαν και αποτελούν παραδείγματα για μένα. Αγαπώ ιδιαίτερα κάποιους γερμανόφωνους συγγραφείς του μεσοπολέμου. Ο Μπροχ, ο Μούζιλ, ο Κανέτι, ο Φάλαντα υπήρξαν δάσκαλοί μου. Αλλά δεν είναι οι μόνοι. Για πολλούς και πολύ διαφορετικούς λόγους αγαπώ εξίσου τον Γιασάρ Κεμάλ, τον Θεοτόκη, τον Ντίκενς, τον Χάρντι, τον Πικρό, τον Φραγκιά. Ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου έχει επίσης ο Μπολάνιο.

Το μυθιστόρημά σας δεν κάνει θόρυβο με πειραματισμούς, αλλά εντυπωσιάζει με την καθαρότητά του. Αυτό είναι περισσότερο θέμα τεχνικής ή προσωπικής στάσης απέναντι στη γραφή;

Νεότερος υπήρξα πιο κρυπτικός, πιο «δύσκολος», πιο εξεζητημένος ίσως. Αναζητούσα φαίνεται στους νεωτερισμούς όσα έλειπαν από τη φωνή μέσα μου. Εδώ και πολύ καιρό αυτό έχει αλλάξει. Πια, το μόνο που επιθυμώ είναι να γράφω ιστορίες με απλό και συγκινητικό τρόπο.

Κλείνοντας, ποια θα ήταν η μία φράση που θα αφήνατε στους αναγνώστες ως πυξίδα για να μπουν στον κόσμο του Θα πέσει η νύχτα;

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόσταση από τον ξένο χρόνο». Ως ξένο χρόνο, αντιλαμβάνομαι την επιθυμία και την ανάγκη του άλλου. Είμαστε ήδη πάρα πολλοί. Και μιας και είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε ο ένας δίπλα στον άλλον, πρέπει να μάθουμε πώς να συνεχίσουμε να συνυπάρχουμε.

 

Θα πέσει η νύχτα
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
Μεταίχμιο
720 σελ.
ISBN 978-618-03-4299-4
Τιμή €22,00

Κωνσταντίνα Δρακουλάκου δημοσιογράφος

https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/25172-synedefksi-konstantinos-tzamiotis


https://diastixo.gr

Ο Άνκι Σενγκ ήταν Κινέζος αθάνατος την εποχή του Τσιν Σι Χουάνγκ

 Ο Άνκι Σενγκ (Κινέζικα: 安期生· Γουάντε–Γκάλ: An-ch’i Shêng) ήταν Κινέζος αθάνατος και μάγος, που λέγεται ότι ήταν ήδη πάνω από 1.000 ετών την...