Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Παρουσίαση βιβλίου «Στον Λαβύρινθο της Σκέψης Χωρίς Μίτο» Νίκος Σ. Φωτιάδης


 ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Οι Εκδόσεις Άμμων σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του
Νίκου Σ. Φωτιάδη
«ΣΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΧΩΡΙΣ ΜΙΤΟ»
Ένα στοχαστικό ταξίδι στον άνθρωπο, στη γνώση και στην αναζήτηση της αλήθειας.
Ένα βιβλίο χωρίς έτοιμες απαντήσεις, που προσκαλεί τον αναγνώστη να αναζητήσει τον δικό του δρόμο μέσα στον λαβύρινθο της σκέψης.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
Νίκος Σ. Φωτιάδης
Συγγραφέας – Ιατρός
Βαγγέλης Παπαδόπουλος
Συγγραφέας – Δημοσιογράφος
Τάκης Λάγιος
Νομικός – Συγγραφέας – Αρθρογράφος – Ποιητής
Δέσποινα Γκάτζιου
Φιλόλογος – Ηθοποιός – Σεναριογράφος – Σκηνοθέτης
Τζέτη Ποταμιάνου
Ξεναγός με ειδίκευση σε αρχαιολογικούς χώρους
Συντονίζει τη βραδιά η Χρύσα Κορδούλη.
Παρασκευή 13 Νοεμβρίου | 19:00
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη»
Αίθουσα Διδασκαλίας
Είσοδος ελεύθερη
Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό και υπογραφή αντιτύπων από τον συγγραφέα.
Πληροφορίες:
info@ammonbooks.gr
210 3639580
www.ammonbooks.gr 
Μεγαρο Μουσικης Αθηνων


Ελένη Λαδιά: «Ιδιότροπα διηγήματα»

 


Τι άλλο θα μπορούσε να καταθέσει στη λογοτεχνική παραγωγή του τόπου μας μια συγγραφέας όπως είναι η Ελένη Λαδιά, που διαθέτει στη φαρέτρα της μια μακρά πορεία στον χώρο της πεζογραφίας, του δοκιμίου, της αρχαιογνωσίας, της ποίησης και της μετάφρασης (κυρίως ορφικών και ομηρικών ύμνων); Τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από μια πολυεπίπεδη σύνθεση, η οποία, αν και συγκαταλέγεται στις συλλογές διηγημάτων, είναι γραμμένη με έναν ιδιαίτερο τρόπο που ακουμπά σε όλα τα προαναφερθέντα είδη, συλλέγοντας από το καθένα την ιδιαίτερη λογοτεχνική του γύρη και καταθέτοντας τους ξεχωριστούς χυμούς του. Στο πλαίσιο αυτό, τούτη η ανάμειξη καθιστά τα διηγήματα αυτά «ιδιαίτερα», με αποτέλεσμα ο επιθετικός προσδιορισμός να είναι αυτός που βαραίνει περισσότερο στον τίτλο της: Ιδιότροπα διηγήματα. Γιατί τα διηγήματα αυτά είναι «ιδιότροπα» και με τις δύο σημασίες του όρου: αφενός γιατί είναι παράξενα, απαιτητικά, κάποτε ενοχλητικά με την αλήθεια που αποκαλύπτουν, αφετέρου γιατί είναι γραμμένα με τρόπο ξεχωριστό, με έναν «ίδιον τρόπον», αυτόν της Ελένης Λαδιά, που δεν υπακούει σε κανένα μοντέλο, σε καμία λογοτεχνική σύμβαση και σε καμία κανονικότητα: γι’ αυτό, άλλωστε, αποτελούν προϊόν καθαρής λογοτεχνίας. Η Ελένη Λαδιά, με λίγα λόγια, με τα Ιδιότροπα διηγήματά της επισφραγίζει στην πράξη ότι οι λογοτεχνικοί κανόνες είναι για να αίρονται, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τους κανόνες στους οποίους αιθεροβατώντας πιστεύουμε ότι υπακούει η ζωή. Με αυτό το σκεπτικό η παράβαση αποτελεί τη βάση της γνήσιας λογοτεχνίας, αφού η τέχνη τούτη σκοπό έχει να αφουγκράζεται τον άνθρωπο.

Τούτο το απαράβατο «θεώρημα», εξάλλου, αποτελεί το βασικό θεματικό κέντρο και ενός «ιδιότροπου» διηγήματός της, που καταυγάζει πολλά στοιχεία της συγγραφικής «αναμεικτικής» ιδιορρυθμίας της συγγραφέα. Ο τίτλος του διηγήματος αυτού δεν είναι τυχαίος, μα συμβολικός, όπως το μεγαλύτερο μέρος της γραφής της: «Η γέφυρα». Το αφηγηματικό υποκείμενο πειραματιζόμενο σχετικά με τη συγγραφική διαδικασία και επιχειρώντας να αποκρυπτογραφήσει τον γρίφο της δημιουργίας ενός εξαίρετου διηγήματος, τοποθετεί αρχικά το περιεχόμενο του λογοτεχνικού κειμένου πάνω από τη γέφυρα και την πραγματική, σκοτεινή και τραυματισμένη ζωή των δημιουργών κάτω από αυτήν. Η στιγμή της δημιουργίας, όμως, είναι βασανιστική, καθώς όπως η ίδια γράφει «η τέχνη ανήκει στον ορατό κόσμο, ενώ η προεργασία της στα φαντάσματα» (σσ. 93-94) και γιατί συχνά οι ήρωες, αυτά τα απίστευτα εγωπαθή όντα, αρνούνται να κατανοήσουν τη διάθεση των δημιουργών τους. Ως εκ τούτου, η λύση είναι η ανάμειξη των συμβάντων πάνω και κάτω από τη γέφυρα. Άλλωστε, αυτή η ελευθερία ταιριάζει στο διήγημα, «στην τέχνη που ελίσσεται, υπονοεί, καλύπτει, ανακαλύπτει, γεφυρώνει και χωρίζει» (σελ. 99). Και αυτή η ανάμειξη αποδομεί κάθε προκατασκευασμένο μόρφωμα που αποβλέπει στο να γίνει ιστορία. Γιατί πολύ απλά «η Τέχνη δεν μπαίνει σε καλούπια» (σελ. 100) και το πλοίο της έμπνευσης πορεύεται ανάλαφρο, όταν έχει αποτινάξει τον ζυγό του προορισμού.

Η συλλογή Ιδιότροπα διηγήματα  υπακούει στην παραπάνω βασική αρχή: κανένα καλούπι, κανένας δεσμευτικός προορισμός ούτε σε θεματικό ούτε σε μορφολογικό επίπεδο. Σε αυτό το πλαίσιο, τα διηγήματα της συλλογής περιδιαβαίνουν τον κόσμο των ανθρώπινων σχέσεων, των μυστικών διαδρομών που ο καθένας οφείλει στον εαυτό του σε μια προσπάθεια αυτεπίγνωσης κι αυτογνωσίας, σε μια προσπάθεια επανασυγκόλλησης των επιμέρους προσωπικοτήτων από τις οποίες συντίθεται, προτείνουν έναν άλλον τρόπο ανάδειξης των κοινωνικών προβλημάτων, αλλά και εντρύφησης σε θέματα που αφορούν την τέχνη, τη δημιουργία και τη δημιουργικότητα.

Όταν η «ιδιοτροπία» γράφει διήγημα, η λογοτεχνία βρίσκει το αριστοτελικό της τέλος.

Όλο αυτό το περιεχόμενο «συσκευασμένο» στο πλαίσιο της μικρής φόρμας προϋποθέτει μια καλά εδραιωμένη γνωστική σκευή, η οποία καλύπτει ένα πλήθος γνωστικών αντικειμένων από τη μεριά της συγγραφέα, που εκτείνονται από τα βιβλικά κείμενα και την αρχαία ελληνική γραμματεία μέχρι τα σύγχρονα αναγνώσματα, και ικανοποιούν το μόνιμο αίτημα που διαπερνά –φανερά ή υποδόρια– τα διηγήματα: την αγωνία για να εκπληρωθεί το θαύμα της συγχρονικότητας. «Ο άνθρωπος είναι ένα ερώτημα που περιμένει απάντηση», μοιάζει να ψιθυρίζει η συγγραφέας πίσω από κάθε της αράδα, και αυτήν την απάντηση μπορεί να την ανιχνεύσει στη διαχρονία, για να την εφαρμόσει στη συγχρονία με σκοπό την ευδαιμονία. Η εκάστοτε περιδιάβαση από το «εγώ» στο «εσύ», συνοδευόμενη από μία χρονική μετακίνηση από το «τώρα» στο «τότε» και από μία τοπική μεταφορά από το «εδώ» στο «αλλού» ή από το επίγειο και φυσικό στο ουράνιο και μεταφυσικό χαράζει τα βασικά μονοπάτια που ακολουθεί η εκάστοτε αφηγηματική πλοκή. Με λίγα λόγια, κάθε ιστορία μέσα από τούτες τις μετακινήσεις και αξιοποιώντας άλλοτε γνωστά από τη Φιλοσοφία και από τα βιβλικά κι αρχαία κείμενα πρόσωπα κι άλλοτε ένα απρόσωπο –κι άρα καθολικό– υποκείμενο «δουλεύει» προς τα μέσα: επιχειρεί καταβύθιση στην ανθρώπινη υπόσταση, στα ψυχικά, πνευματικά και ηθικά γρατζουνίσματα που οφείλει να υποστεί κανείς, προκειμένου να ανακαλύψει την ουσία της ύπαρξης.

Απότοκο αυτής της κάθετης διαδικασίας ανάγνωσης –σε μια εποχή που επευφημεί τις οριζόντιες και, κυρίως, τις διαγώνιες αναγνώσεις– είναι η διαμόρφωση ενός ύφους πυκνού και σύνθετου, που συνάδει στον φιλοσοφικό και στοχαστικό λόγο. Στη βάση του ανιχνεύονται οι επιδράσεις του Βαλεντίνου και της Γνωστικής Φιλοσοφίας την οποία αυτός εκπροσωπεί, οι ιδέες της οποίας συνθέτουν τους κρουνούς των βασικών μηνυμάτων: ότι η σωτηρία του ανθρώπου έρχεται από την επιβεβαίωσή του ως αναζητητικού όντος, που δεν επαναπαύεται στην παθητική πίστη αλλά διερευνά την ορθότητα ή μη των δεδομένων· ότι η φύση του ανθρώπου είναι δισυπόστατη, υλική και πνευματική, και χρέος του έλλογου αυτού όντος είναι η επικυριαρχία του πνεύματος στην ακρασία της ύλης· ότι η απόλυτη ελευθερία επέρχεται μόνο μέσα από την αποδέσμευση του πνεύματος από αγκυλωτικές πεποιθήσεις· ότι ο Λόγος τόσο ως δυνατότητα ορθολογικής αντίληψης των πραγμάτων όσο και ως ικανότητα έκφρασης «είναι θαυματουργός όταν γεννιέται» και «βγάζει φτερά όταν ασκείται», γιατί «χωρίς λόγο δεν θα ήμασταν άνθρωποι, θα μέναμε ανήμποροι να θαυμάσουμε και να περιγράψουμε τα όντα» («Μυστική διαδρομή», σελ. 21).

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Μέσω του Λόγου και, κυρίως, του ελληνικού Λόγου, η Ελένη Λαδιά στα Ιδιότροπα διηγήματα καταθέτει τη δική της πρόταση-πρόκληση σχετικά με τη λειτουργία της έμπνευσης («Η Καλεσμένη») και τον τρόπο και τον σκοπό της τέχνης («Η γέφυρα»)· με την ανάγκη ανάκλησης στο συνειδητό των αρχετυπικών μορφών που φωλιάζουν στο ασυνείδητό μας («Κουροτρόφος») και αναζήτησης δρόμων απελευθέρωσης του πνεύματος προς τα μονοπάτια της αλήθειας και της γνώσης («Μυστική διαδρομή»)· με την αναζήτηση και αποδοχή της ιδιαίτερης τρυφερότητας που εμφωλεύει στον Άλλον («Ο γυμνός Χριστός του τρυφερού ανθρώπου»)· με τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μεταξύ ονείρου, ύπνου και θανάτου, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι «τα όνειρα του νεκρού είναι όμοια με τα όνειρα του ζωντανού, όπου ο νεκρός και ο ζωντανός είναι κατά συνθήκη ψεύδη» («Τα όνειρα του νεκρού»)· με τον τρόπο με τον οποίο η μνήμη μπορεί να αντικατοπτρίσει τον εσώτερο εαυτό μας («Φαραωνική τράπουλα»)· με θέματα ενσάρκωσης της ψυχής σε νέα υλική σκευή («Αυτοβιογραφικό μεταφυσικό επεισόδιο»)· με την τραγικότητα του ανθρώπου να αρέσκεται που αποτελεί έρμαιο του Έρωτα και του παράλογου, ένα αναπόσπαστο τμήμα της Fata Morgana, που μάχεται να πιάσει στεριά μέσα στη φουρτούνα του πάθους και των παθών («Ο ειμαρμένος έρως»)· με την αντίφαση που διακατέχει τον κατ’ επίφασιν «πολιτισμένο» κόσμο μας, από τη μια να εξερευνά το διάστημα κι από την άλλη να «στρέφει τα βόλια της στο παιδί, αφήνοντάς το νεκρό, ορφανό ή προσφυγάκι. Θαμμένο στη γη, με μάνα τη γη, ή περιπλανώμενο στη γη» («Το προσφυγάκι»).

Ο αλληγορικός, κρυπτικός, πυκνός αλλά και ποιητικός λόγος συνιστά το «πώς» της Λαδιά. Η δυνατότητα αξιοποίησης του στοχασμού και η προσφορά ερεθισμάτων που θα οδηγήσουν σε αυτόν, έτσι ώστε να συλλεχθούν τα διαχρονικά μηνύματα στη συγχρονία, φαίνεται ότι αποτελεί το «τι» της γραφής της. Μιας γραφής που απαιτεί πνευματικό μόχθο, αλλά επιβραβεύει με το μέγιστο δώρο του Λόγου, ως δυνατότητας σκέψης και αναζήτησης του πρώτου κινούντος, της αρχής όλων των κινήσεων, και του τελικού αιτίου, του σκοπού προς τον οποίο κατευθύνονται τα πάντα.

 

Ιδιότροπα διηγήματα
Ελένη Λαδιά
Αρμός
126 σελ.
ISBN 978-960-615-745-5
Τιμή €10,00

Η Ισιδώρα Μάλαμα είναι φιλόλογος, M.Εd.

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/26320-eleni-ladia-idiotropa-diigimata


https://diastixo.gr/ 


Έλλη Δρούλια: «Αόριστες ανάσες»

 


Το βιβλίο της Έλλης Δρούλια ήταν για μένα μια ευχάριστη έκπληξη. Γνώριζα το σημαντικό της έργο στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, όπου υπήρξε διευθύντρια, τις σπουδές της στην Ιστορία και τον Πολιτισμό του Βυζαντινού και Μεταβυζαντινού Κόσμου στη Σορβόννη και τα επιστημονικά δημοσιεύματά της. Γνώριζα επίσης και το πεζογραφικό έργο της. Τα ποιήματά της όμως, σε αυτό το απαιτητικό κατά τη γνώμη μου είδος, φανερώνουν στιχουργικές ικανότητες και αρκετών χρόνων ενασχόληση. Η ίδια, σε ερώτηση της Βασιλείας Ζαχάρη για το τι την παρακίνησε να γράψει αυτά τα ποιήματα, απάντησε:

«Η μορφή των χαϊκού με προσελκύει, μια ματιά σε μία ανάσα, ένα αίσθημα αόριστο από κάτι συγκεκριμένο. Λιτά και υπαινικτικά. Με μεγάλη οικονομία άρα με ακρίβεια στην χρήση λέξεων. Δεν είναι γραμμένα και τα 69 στον ίδιο χρόνο. Στον ίδιο χρόνο τα επέλεξα από σχεδιάσματα, τα συμπλήρωσα, τα επιμελήθηκα, να έχουν μια ακολουθία. Καθώς τα χαϊκού διαβάζονται με μια αναπνοή, ο τίτλος έχει την λέξη “ανάσες”, προσδιορισμένες από το αόριστο, το αχνό» (21/06/2025, politismikos.gr).

Προσφέρει πολλές «ποιητικές σταγόνες», μικρές δόσεις πνευματικότητας, που μας προτρέπουν να σκεφτούμε, να συγκινηθούμε, να γοητευτούμε από όσα αιχμαλώτισαν τη ματιά, τις σκέψεις και το θυμικό της.

Όπως και αρκετοί άλλοι, γνώρισα για πρώτη φορά αυτό το είδος ποίησης με τα «Δεκαέξι χάι-κάι» στη συλλογή Τετράδιο γυμνασμάτων του Γιώργου Σεφέρη, που πρωτοεκδόθηκε το 1940 (στις νεότερες εκδόσεις ο τίτλος έγινε «Δεκαέξι χάικου», σύμφωνα με τον κινεζικό τονισμό). Η ιδιαίτερη στιχουργική μορφή τους με έκανε τότε να υποθέσω ότι στη χώρα μας δεν θα είχαν σημαντική διάδοση. Ωστόσο, μια γρήγορη βιβλιογραφική έρευνα μου έδειξε ότι, αντίθετα, το είδος καλλιεργήθηκε με επιτυχία ήδη από το 1925 με τον Γεώργιο Σταυρόπουλο και τον Νίκο Χάγερ-Μπουφίδη, ενώ χάικου δημοσίευσαν περιστασιακά ή σε αυτοτελείς συλλογές οι Ζήσιμος Λορεντζάτος, Δημήτρης Αντωνίου, Γιώργης Παυλόπουλος, Τάσος Κόρφης, Χρήστος Τουμανίδης, Ζωή Σαβίνα, Αργύρης Χιόνης, Γιώργος Π. Μπεκιάρης, Ανέστης Ευαγγέλου, Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Τσούκης, Γιάννης Λειβαδάς, Βάλτερ Πούχνερ και άλλοι. Κυκλοφόρησαν ακόμη σε μετάφραση και αρκετές ιαπωνικές συλλογές χάικου.[1]

Αν και, όπως φαίνεται, υπάρχει μια εξοικείωση στην Ελλάδα με το είδος, παραθέτω ορισμένα στοιχεία για την ιστορία του. Το χάικου, που σημαίνει «αστείος στίχος», άνθισε στην ιαπωνική ποίηση, της οποίας υπήρξε ένα πολύ σημαντικό τμήμα. Παραδοσιακά αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά, και είναι μια ιδιαίτερα λακωνική μορφή ποίησης. Υπάρχουν βέβαια ποιητές χάικου οι οποίοι γράφουν σε πιο ελεύθερη φόρμα. Σύμφωνα με άρθρο του Στέλιου Παπαλεξανδρόπουλου, ιαπωνολόγου και μεταφραστή ιαπωνικής λογοτεχνίας, το χάικου προήλθε από τη λεγόμενη «αλυσιδωτή ποίηση», που κυριάρχησε στην Ιαπωνία από τον 13ο μέχρι και τον 19ο αιώνα. Ο ιδρυτής του σύγχρονου χάικου ως αυτόνομου ποιητικού είδους ήταν ο μεγάλος δημιουργός Μασαόκα Σίκι, ο οποίος διαμόρφωσε τον όρο χάικου  γι’ αυτά τα πολύ σύντομα ποιήματα των 17 συλλαβών, μόλις τον 19ο αιώνα. Προηγουμένως ο δημιουργός που πρώτος το καλλιέργησε εκτεταμένα, δηλαδή ο Ματσούο Μπασό (1644-1694), δεν χρησιμοποιούσε αυτόν τον όρο. Άλλος σημαντικός πρωτεργάτης του χάικου ήταν ο Γιόσα Μπουσόν (1716–1783). Ο Μπασό έδωσε στο χάικου ένα ιδιαίτερο, προσωπικό περιεχόμενο, που χαρακτηρίζεται από λυρισμό περιβεβλημένο συχνά με τη μοναξιά των πραγμάτων ή «κοσμική μοναξιά», μέσα στην οποία υπάρχουν και την οποία εκφράζουν τα πράγματα. Κάποτε, επίσης, αποπνέει μια φιλοσοφική διάθεση. Ακόμη έγραψε και χάικου κωμικά και ερωτικά.[2]

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Αυτή η κατηγορία ποιημάτων, ιδιαίτερα στην αυστηρή παραδοσιακή τους μορφή των 17 συλλαβών, προϋποθέτει μια ποιητική συνείδηση οργανωμένη, απαιτεί ακρίβεια στη χρήση της γλώσσας, επιγραμματική ικανότητα, πλούσιο λεξιλόγιο, αίσθηση των σχημάτων του λόγου και καλή γνώση της χρήσης τους, καθώς και εξοικείωση με την εικονοποιία ως πρόσληψη των εξωτερικών ή ψυχικών εικόνων αλλά και ως απόδοσή τους, ρεαλιστική και μεταφορική.

Όλα αυτά τα προτερήματα τα συναντάμε στη συλλογή των 69 χάικου της Έλλης Δρούλια. Από τα τρία πρώτα ποιήματα μας εισάγει στο είδος, φανερώνοντας ότι και την τεχνική των χάικου γνωρίζει και την ποίηση ευρύτερα κατέχει. Επισημαίνω την αξιοπρόσεκτη χρήση των παρηχήσεων, και μάλιστα στα σχήματα αντίθεσης:

Στίχοι αστείοι, απλοί και φευγαλέοι
Για το μεταβλητό αμετάβλητο
για το ατέλειωτο άφθορο

Εικόνες, σκέψεις, αισθήματα
Επιγραμματικά
σε τρεις αράδες όλες κι όλες

Να είναι πυκνά
Να είναι πηχτά
πνιχτά να μην είναι

Οπωσδήποτε τα δικά της χάικου απέχουν από την παραδοσιακή μορφή· εκτείνονται μεν σε τρεις στίχους, αλλά ο αριθμός των συλλαβών είναι κυμαινόμενος και συχνά πάνω από 17. Η Δρούλια οικειοποιείται ένα παλαιό είδος που αναπτύχθηκε σε μια μακρινή χώρα και, χωρίς να ανατρέπει τους βασικούς προβληματισμούς του είδους, το νοηματοδοτεί με μια εντελώς σύγχρονη ευαισθησία.

Εικόνες της φύσης συνδυαστικά με τις σκέψεις του ποιητικού υποκειμένου είναι ένα συχνό θέμα της:

Πιο φωτεινό
είναι το φεγγάρι
σε μαύρο καμβά

Με τρόπο πυκνό και επιγραμματικό αλλά και με πρωτοτυπία αποτυπώνει ιδέες και συναισθήματα:

Για μια στιγμούλα
όσο διαρκεί ένα τίποτα
ελπίζω

Κρεμάστηκαν ανάποδα
Αναμονές
να στεγνώσουν

Συχνά αναπτύσσει το θέμα της σε αλλεπάλληλα τρίστιχα:

Οι Παρασκευές
σαν μικροί θάνατοι
μού είναι

Τα Σάββατα
σαν ασκήσεις θάρρους
για γενναίους

Να και μια φανερή διακειμενική αναφορά από το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Ο βράχος και το κύμα»:

«Μέριασε βράχε να διαβώ»
σκοπέλους, όρια
δεν νοώ

Το ποίημα που κλείνει το βιβλίο, με τίτλο «Ο κύκλος των προσδοκιών», δεν ανήκει στα χάικου, εκτείνεται σε 27 στίχους και είναι μια στοχαστική ανασκόπηση των θεμάτων που διαπερνούν τη σειρά των τρίστιχων της συλλογής.

Συμπερασματικά, οι Αόριστες ανάσες της Έλλης Δρούλια είναι ένα ωραίο, ευσύνοπτο βιβλίο, που προσφέρει πολλές «ποιητικές σταγόνες», μικρές δόσεις πνευματικότητας, που μας προτρέπουν να σκεφτούμε, να συγκινηθούμε, να γοητευτούμε από όσα αιχμαλώτισαν τη ματιά, τις σκέψεις και το θυμικό της και εκτίθενται εδώ. Αρκετά τρίστιχά της, με την εξαιρετική γλωσσική οργάνωση και την καίρια, επιγραμματική τους διατύπωση, εγγράφονται στον νου και στη μνήμη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βλ. και Χρήστος Τουμανίδης, «Η ποίηση του χαϊκού στην Ελλάδα», 1/10/2025, www.grjpn-association.gr
[2] Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος, «Χάικου: Γενικές παρατηρήσεις – και λίγη ιστορία», www.greecejapan.com

 

Αόριστες ανάσες
69 χαϊκού και ένα μη
Έλλη Δρούλια
Εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος
78 σελ.
ISBN 978-618-5476-55-7
Τιμή 10,60€

https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/26326-aoristes-anases


https://diastixo.gr/ 


Tim Weaver: «Ραγισμένη καρδιά»

 


Την έβδομη υπόθεση εξαφανισμένων προσώπων εκτυλίσσει ο Τιμ Γουίβερ στο μυθιστόρημά του Ραγισμένη καρδιά, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Bell σε μετάφραση του Κυριάκου Γιαλένιου. Κι αν ο τίτλος παραπέμπει σε αισθηματικό μυθιστόρημα μάλλον ξεγελάει, καθώς πρόκειται για ένα συναρπαστικό μυστήριο με αλλεπάλληλες ανατροπές. Βέβαια, πολλά περνάνε μέσα από τα μυστήρια της καρδιάς και στο βιβλίο υπάρχουν πολλές ραγισμένες καρδιές, που ο κάτοχος της κάθε μιας έχει τον δικό του τρόπο να αντιμετωπίσει τις ρωγμές και να διαχειριστεί τις ενοχές. Και είναι οι ενοχές αυτές που θα αποτελέσουν τον κινητήριο μοχλό του μυθιστορήματος, καθώς πίσω από την εξαφάνιση κρύβονται παλιά μυστικά που κάποιοι θα έκαναν τα πάντα για να παραμείνουν κρυμμένα.

Το μυθιστόρημα ξεκινάει με τον συνταξιούχο ντετέκτιβ Ρέι Κάλσον να μιλάει για τη δουλειά του και να απαντάει κουνώντας το κεφάλι του καταφατικά στην ερώτηση: «Υπάρχουν υποθέσεις που να σας έχουν μείνει αξέχαστες;» Σαν παρένθεση στο κυρίως μυθιστόρημα λειτουργεί η αφήγηση του ντετέκτιβ, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην πορεία της ιστορίας και ξετυλίγει τη δική του σκοπιά για ένα έγκλημα που κλήθηκε να εξιχνιάσει. Μια παρένθεση που βρίσκει τη δική της κρυψώνα, μέχρι να καταφέρει να βρεθεί στο προσκήνιο.

Στην κύρια αφήγηση γνωρίζουμε τον Ντέιβιντ Ρέικερ, ιδιωτικό ντετέκτιβ που ζει στο Λονδίνο και ασχολείται με υποθέσεις εξαφανισμένων προσώπων. Ο Ντέιβιντ βρίσκεται υπό την επήρεια μετατραυματικού στρες, όπως του υπενθυμίζει η Μέλανι Κρο, αστυνομικός καριέρας με την οποία διατηρεί κρυφή σχέση και «βγαίνει από τις υποθέσεις του σαν να έχει περάσει έξι μήνες σε εμπόλεμη ζώνη». Η αναζήτηση όμως προσώπων που αγνοούνται δεν είναι γι’ αυτόν μόνο ένας τρόπος να πληρώνει τους λογαριασμούς του, αλλά το «οξυγόνο» του. Έτσι, του είναι δύσκολο να μην ανταποκριθεί στην κλήση που δέχεται από την Αμερική, προκειμένου να του ανατεθεί η υπόθεση της εξαφάνισης μιας εξηντάχρονης γυναίκας. Η Αμερικάνα αδελφή της δείχνει ιδιαίτερα αναστατωμένη: έχουν περάσει μήνες από την εξαφάνιση της Λύντα Κόριν, η οποία ζούσε στην Αγγλία και η αστυνομία δεν έχει καταφέρει να βρει κανένα ίχνος. Η υπόθεση φαίνεται από την αρχή ιδιαίτερη, καθώς η γυναίκα εξαφανίστηκε από ένα τουριστικό μέρος όπου οι κάμερες την κατέγραψαν να πηγαίνει, αλλά όχι και να φεύγει, και χωρίς να υπάρχει κανένας τρόπος να φύγεις αποφεύγοντας τις κάμερες.

Ο Ντέιβιντ θα ξεκινήσει αμέσως την έρευνα, διαπιστώνοντας ότι το πρόσωπο που ψάχνει είναι πολύ πιο ενδιαφέρον απ’ ό,τι θα περίμενε από μια εξηντάχρονη λογίστρια. Πρόκειται για μια γυναίκα που παραμένει πανέμορφη παρά την ηλικία της και στα νεανικά της χρόνια εργάστηκε ως μοντέλο. Το πιο ενδιαφέρον όμως στοιχείο της καριέρας και της προσωπικής της ζωής είναι οι ταινίες τρόμου που γύρισε με τον σκηνοθέτη Ρόμπερτ Χόστερλιτς, με τον οποίο παντρεύτηκε και έζησαν μαζί τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του.

Η έρευνα θα οδηγήσει τον Ντέιβιντ στον κόσμο του Χόλιγουντ, καθώς ο Ρόμπερτ Χόστερλιτς υπήρξε από τους πιο διακεκριμένους σκηνοθέτες και σε πολύ νεαρή ηλικία είχε κερδίσει Όσκαρ. Κι όμως, η καριέρα του βυθίστηκε απότομα, ακολούθησε ο στιγματισμός του ως κομμουνιστή την εποχή που το Χόλιγουντ κυνηγούσε φαντάσματα και έτσι βρέθηκε στην Ευρώπη να γυρίζει φτηνές ταινίες τρόμου. Ταινίες κατά γενική ομολογία φριχτές, στις οποίες όμως μπορούσε κανείς να διακρίνει τον ιδιοφυή σκηνοθέτη των Όσκαρ στα πλάνα όπου εμφανιζόταν η γυναίκα του.

Κι αν ο τίτλος παραπέμπει σε αισθηματικό μυθιστόρημα μάλλον ξεγελάει, καθώς πρόκειται για ένα συναρπαστικό μυστήριο με αλλεπάλληλες ανατροπές.

Ο συγγραφέας δίνει τόσο δυνατά τον χαρακτήρα, τη ζωή, τους φανατικούς συλλέκτες με το έργο του Χόστερλιτς, τα δημοσιεύματα που έχουν γίνει γι’ αυτόν, την τεχνοτροπία στις ταινίες του, που μοιραία ο αναγνώστης νομίζει ότι έχει να κάνει με ένα πραγματικό πρόσωπο, που του έχει διαφύγει η σπουδαιότητά του:

Το προφίλ της ήταν παγωμένο στην οθόνη, με την ασαφή υπόνοια του παρανοϊκού δολοφόνου της ταινίας στο βάθος. Η αντίθεση ανάμεσα στο σκοτεινό του περίγραμμα και το αψεγάδιαστο πάλλευκο σαν χιόνι δέρμα της ήταν τόσο έντονη, που θα μπορούσε να είναι ένα στιγμιότυπο από τα νουάρ του. Όσο περισσότερο κοιτούσα την τέλεια σύνθεση του πλάνου, τόσο περισσότερο αναρωτιόμουν αν η προσέγγιση του Χόστερλιτς σε αυτές τις σκηνές ήταν απλώς ένδειξη νεποτισμού από έναν άντρα που ευνοούσε τη συμμετοχή της συζύγου του ή αν ήταν κάτι ακόμα πιο σκόπιμο.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Κι όμως, ο Χόστερλιτς υπάρχει μόνο στο μυαλό του Τιμ Γουίβερ, ο οποίος γράφει ένα δυνατό μυθιστόρημα, γεμάτο αγωνία, φιλοδοξία, έρωτα κι ανατροπές, εισάγοντας τον αναγνώστη όχι μόνο στον κόσμο του κινηματογράφου, αλλά και στον τρόπο δημιουργίας των ταινιών. Ο Ντέιβιντ θα ανακαλύψει στοιχεία μέσα στα πλάνα των ταινιών τρόμου του Χόστερλιτς, στοιχεία που θα τον βοηθήσουν στην υπόθεση που έχει αναλάβει, παρότι ο σκηνοθέτης έχει πάνω από 30 χρόνια που έχει πεθάνει.

Ποια είναι η σημασία του ξύλινου αγγέλου, τι σημαίνει το «Στεφάνι από Ρόδα» είναι τα ερωτήματα που προκύπτουν καθώς ερευνά την υπόθεση. Πρόκειται για κάποιο σενάριο που δεν πρόλαβε να τελειώσει ο σκηνοθέτης, αυτό που θα ήταν το κύκνειο άσμα του ή ένα ακόμα στοιχείο που θα τον οδηγήσει στην εξαφανισμένη Λύντα;

Ο Ντέιβιντ θα βρεθεί βαθιά μπλεγμένος στην υπόθεση, ακολουθώντας ίχνη που κάποιοι έχουν επίτηδες αφήσει, και θα βγει και από αυτή την υπόθεση όπως ακριβώς φοβόταν η Κρο, η γυναίκα που νοιάζεται γι’ αυτόν αλλά οι δουλειές τους φαίνεται να τους απομακρύνουν τον έναν από τον άλλον.

Ο συγγραφέας μιλάει για τη δύναμη της αναγνωρισιμότητας, για το πού μπορεί κανείς να φτάσει για την καριέρα του, για τη δύναμη του κακού, που μπορεί να αποτυπωθεί και στη μορφή:

Το ρυτιδιασμένο του δέρμα ήταν άχρωμο, το κρανίο του άτριχο και το κεφάλι του γεμάτο με καφέ πανάδες και παλιά κακάδια. Ήταν περίεργο, τρομακτικό σαν ο αδίστακτος και κακόβουλος νεαρός άντρας που περιέγραφε νωρίτερα να κρυβόταν τώρα κάτω απ’ αυτό το στρώμα αποσύνθεσης.

Στο βιβλίο εξυμνείται η γυναικεία ομορφιά όχι όμως ανεξάρτητα από το πνεύμα, την ευφυΐα, το ταλέντο, την ικανότητα. Η Λύντα μπορεί να γυρνάει ταινίες τρόμου, όπου την περισσότερη ώρα είναι γυμνή και ουρλιάζει σκεπασμένη με αίμα, αυτό όμως δεν την κάνει λιγότερο όμορφη ή έξυπνη. Και είναι οι άντρες αυτοί που μπορεί να μη βλέπουν πέρα από ένα όμορφο στήθος ή να εκμεταλλεύονται το ταλέντο μιας γυναίκας, αντιμετωπίζοντάς την ως εμπόδιο, παίρνοντας τις καλύτερες ιδέες της και εγωιστικά αγνοώντας οτιδήποτε εκτός από το προσωπικό όφελος.

Δεξιοτέχνης της πλοκής, της δημιουργίας αγωνίας και των μεγάλων ανατροπών, ο Τιμ Γουίβερ παρουσιάζει ένα μυθιστόρημα το οποίο εκτυλίσσεται σαν ταινία που θα ήθελες να σκηνοθετούσε ο Ρόμπερτ Χόστερλιτς, ζωντανεύοντας μέσα από τις σελίδες και παίρνοντας τα ηνία της ιστορίας του απαιτώντας δικαίωση.

 

Ραγισμένη καρδιά
Tim Weaver
μετάφραση: Κυριάκος Γιαλένιος
Bell
456 σελ.
ISBN 978-960-507-271-1
Τιμή €18,80

Η Έρικα Αθανασίου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/26328-ragismeni-kardia


https://diastixo.gr/ 





Miha Kovač: «Διαβάζω άρα υπάρχω»

 


Ο Σλοβένος Μίχα Κόβατς, καθηγητής στο Τμήμα Βιβλιοθηκονομίας, Επιστήμης της Πληροφορίας και Σπουδών Βιβλίου στο Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνα, αποπειράται να απαντήσει σε ένα καίριο ερώτημα, στο σύντομης έκτασης δοκίμιό του: Γιατί να διαβάζει κανείς στην ψηφιακή εποχή; Βασιζόμενος σε επιστημονικές έρευνες των τελευταίων ετών, ο Κόβατς εκκινεί από τη διαπίστωση ότι σε μια εποχή όπου κάθε κάτοχος smartphone έχει στη διάθεσή του πολυάριθμα ψηφιακά μέσα ψυχαγωγίας και ενημέρωσης, η φύση της ανάγνωσης βιβλίων, αλλά και η στάση μας απέναντι σε αυτήν, έχουν αναπόφευκτα αλλάξει.

Το κείμενο, χωρίς να δαιμονοποιεί την τεχνολογία και αναγνωρίζοντας τις δυνατότητες που παρέχει, παρουσιάζει την καθοριστική επίδραση της ανάγνωσης καθώς δείχνει πώς, εκτός από το να απολαμβάνουν το περιεχόμενο ενός βιβλίου, οι αναγνώστες επωφελούνται και από μία ποικιλία εξωτερικών παραγόντων της μακροχρόνιας ανάγνωσης, οφέλη που δεν συναντά κανείς όταν χρησιμοποιεί τις οθόνες.

Στο καθένα από τα δέκα ευσύνοπτα κεφάλαια του βιβλίου, παραθέτει τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ανάγνωση βιβλίων αποτελεί μια επαναστατική πράξη καθοριστικής σημασίας για τον σύγχρονο άνθρωπο, που παλεύει να διατηρήσει την πνευματική του αυτονομία μέσα στον καταιγισμό της πληροφορίας.

Εξηγεί πώς η βαθιά ανάγνωση (deep reading), την εποχή του ψηφιακού κατακερματισμού, αναδομεί τις νευρωνικές συνδέσεις που η διαρκής περιήγηση στο διαδίκτυο τείνει να αποδυναμώσει. Πώς η ανάγνωση βιβλίων επανεκπαιδεύει τον εγκέφαλο στη βαθιά εστίαση και τη συγκέντρωση κόντρα στη διαρκή διάσπαση της προσοχής από εισερχόμενες ειδοποιήσεις, οπτικό και ακουστικό υλικό. Στηριζόμενος στην επιστημονική τεκμηρίωση (στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται πλούσια βιβλιογραφία), ο συγγραφέας επικαλείται δεδομένα από τη Νευρολογία και την Ψυχολογία για να δείξει γιατί το έντυπο βιβλίο παραμένει το πιο εξελιγμένο εργαλείο για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και της σύνθετης ανάλυσης.

Οι χώρες με πιο αναπτυγμένη κουλτούρα ανάγνωσης είναι, κατά κανόνα, πιο καινοτόμες.

Και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί και ως καθοριστικός παράγοντας της πνευματικής αυτονομίας, καθώς η ανάγνωση βιβλίων δίνει τα εργαλεία για να αντιστεκόμαστε στους αλγόριθμους που αποφασίζουν τι θα δούμε και τι θα σκεφτούμε. Επιπλέον, εξηγεί γιατί η κριτική σκέψη συνιστά προϋπόθεση της δημοκρατίας. Η ικανότητα να παρακολουθεί κανείς ένα σύνθετο επιχείρημα σε έκταση πολλών σελίδων, υποστηρίζει, είναι αυτή που προστατεύει τον πολίτη από τον λαϊκισμό και τις εύκολες απαντήσεις των αλγορίθμων.

Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι η ανάγνωση βιβλίων δεν είναι απλώς μια ψυχαγωγική δραστηριότητα, αλλά ένας διαρκής τρόπος εξάσκησης της σκέψης. Αποδίδει, μάλιστα, ιδιαίτερη σημασία στις αναγνωστικές συνήθειες που καλλιεργούνται μέσα στην οικογένεια, καθώς αυτή είναι το ισχυρότερο πρότυπο. Και μάλιστα, σύμφωνα με έρευνες που επικαλείται, οι χώρες με πιο αναπτυγμένη κουλτούρα ανάγνωσης είναι, κατά κανόνα, πιο καινοτόμες. Έτσι, σύμφωνα με έρευνα της Eurostat, στη Νορβηγία το 20% δε διαβάζει βιβλία, στη Δανία, Σουηδία και Φινλανδία το 30%, στη Σλοβενία και το Βέλγιο το 40%, ενώ στην Ελλάδα το 50%. Την ίδια στιγμή, ερευνητικά προγράμματα όπως το PISA και το PIAAC δείχνουν ότι ένα μεγάλο ποσοστό αδυνατεί να καταλάβει απλά ειδησεογραφικά άρθρα, καθώς η ικανότητα λογικής σκέψης που συναρτάται από την εμβυθιστική και σε βάθος ανάγνωση εξοβελίζεται από τη γρήγορη ανάγνωση (skimming) στα ψηφιακά μέσα. Παρόλο που αυτά δίνουν τη δυνατότητα επεξεργασίας μεγάλου όγκου πληροφοριών σε μικρό χρονικό διάστημα, εντούτοις το διάβασμα ενός βιβλίου καλλιεργεί τη δεξιότητα συγκέντρωσης σε ένα συγκεκριμένο θέμα ή πρόβλημα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ταυτόχρονα, η ανάγνωση –ειδικά λογοτεχνικών βιβλίων– συνδράμει την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης, καθώς επιτρέπει να κατανοούμε και να συμμεριζόμαστε τις σκέψεις των άλλων, αλλά και εκείνες που κινούν εμάς τους ίδιους. Έτσι, σε μια εποχή έντονης κοινωνικής πόλωσης ενισχύει τη δυνατότητα αναστοχασμού, λόγω της βραδύτητας που η ανάγνωση επιζητά.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Ο συγγραφέας δεν παραγνωρίζει ακόμα και τα πρακτικά οφέλη που αποφέρει η ανάγνωση στην καθημερινότητα: πώς, δηλαδή, το διάβασμα βελτιώνει το λεξιλόγιο, μειώνει το άγχος και συμβάλλει στη γνωστική μακροζωία, λειτουργώντας ως μια μορφή «πνευματικής γυμναστικής». Αναγνωρίζει πως η διαδικασία της ανάγνωσης απαιτεί κόπο, κάτι που οι σύγχρονες κοινωνίες αποστρέφονται, καθώς είναι εμμονικές με την απόλαυση, «αποκρύπτοντας» ότι πίσω από τις μεγάλες επιδόσεις –αθλητών, επιστημόνων κ.λπ.– υπάρχει κοπιώδης προσπάθεια. Ταυτόχρονα, η ανάγνωση συγκρούεται, σύμφωνα με τον Κόβατς, και με μια ακόμα κυρίαρχη αντίληψη. Στην εποχή της ταχύτητας και της έντασης, στην εποχή που η ψηφιακή αποσύνδεση φαίνεται ανέφικτη, ανάγνωση σημαίνει να χαλαρώνεις το σώμα και την ψυχή σου και να αποσύρεσαι από την πανταχού παρούσα οθόνη. Μας καλεί, λοιπόν, να επιστρέψουμε στις σελίδες όχι για να απομονωθούμε, αλλά για να βρούμε τα εργαλεία να κατανοήσουμε τον σύνθετο κόσμο μας και να απολαύσουμε την πνευματικότητά μας.

Παραφράζοντας τη διάσημη φράση του Ρενέ Ντεκάρτ «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω», ο Μίχα Κόβατς αναδεικνύει την ανάγνωση ως θεμέλιο της ύπαρξης – αφού, αν για τον Ντεκάρτ η σκέψη ήταν απόδειξη της ύπαρξης κάποιου, για τον Κόβατς το αναγνωστικό έλλειμμα συνεπάγεται απώλεια της αυτόνομης σκέψης και ελευθερίας. Κι αν για τον Ντεκάρτ η ατομική συνείδηση γεννιέται με την αμφιβολία, ο Κόβατς θεωρεί το διάβασμα ως μια ενεργητική πνευματική διαδικασία που επιβεβαιώνει την ύπαρξή μας, κόντρα στις προκαθορισμένες επιλογές των αλγορίθμων. Εντέλει, το «σκέφτομαι» και το «διαβάζω» είναι ο στόχος και το μέσον… αν αυτό που διαφοροποιεί τον άνθρωπο είναι η ικανότητα να σκέπτεται, το διάβασμα γίνεται το εργαλείο διά μέσου του οποίου η σκέψη αποκτά βάθος και ουσιαστικό περιεχόμενο.

Το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο σε εκείνους που δε διαβάζουν, για να τους πείσει. Ούτε μόνο σε εκείνους που είναι βιβλιοφάγοι, για να τους κολακέψει. Είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς, γονείς αλλά και σε κάθε αναγνώστη που αισθάνεται ότι χάνει τη συγκέντρωσή του εξαιτίας των οθονών. Χωρίς να παγιδεύεται από κάποια ρομαντική νοσταλγία για το «χάρτινο βιβλίο», αποδεικνύει ότι το συγκεκριμένο «εργαλείο» ανάγνωσης καλλιεργεί συγκεκριμένο τύπο γνώσης στο μυαλό, καθώς και ορισμένο επίπεδο αναλυτικών δεξιοτήτων. Όπως χαρακτηριστικά γράφει, χωρίς βιβλία: «Ένας ηλίθιος παραμένει ηλίθιος ακόμα και με όλη τη γνώση στα δάχτυλά του».

 

Διαβάζω άρα υπάρχω
Δέκα λόγοι να διαβάζουμε βιβλία στην ψηφιακή εποχή
Μίχα Κόβατς
μετάφραση: Βίκυ Πορφυρίδου
Εκδόσεις Το μέλλον
106 σελ.
ISBN 978-618-231-270-4
Τιμή €12,72

Η Κατερίνα Ζαμαρία είναι φιλόλογος και κριτικός βιβλίου για παιδιά και νέους

https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/26335-diabazo-ara-iparxo


https://diastixo.gr/ 


Παρουσίαση βιβλίου «Στον Λαβύρινθο της Σκέψης Χωρίς Μίτο» Νίκος Σ. Φωτιάδης

  ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ Οι Εκδόσεις Άμμων σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Σ. Φωτιάδη «ΣΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΧΩΡΙΣ ΜΙΤΟ» Ένα στο...