Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Πολυχρόνης Κουτσάκης: «Influencer»

 


Ήδη από τον τίτλο, ο Πολυχρόνης Κουτσάκης προετοιμάζει τον αναγνώστη για το περιεχόμενο του νέου του βιβλίου, που περιστρέφεται γύρω από την εφηβεία και την ψηφιακή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που διαδραματίζει, πια, καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της ταυτότητας των εφήβων, καθώς η αγωνία για τα likes, η κατασκευή μιας τέλειας εικόνας στο Instagram ή το TikTok, η αναζήτηση της ψηφιακής αποδοχής επηρεάζει την αυτοπεποίθηση των νέων. Ωστόσο, δεν αγνοεί ότι η εφηβεία ήταν και είναι μια ιδιαίτερη ηλικιακή φάση. Έτσι, οι ιστορίες αποτυπώνουν χωρίς ωραιοποιήσεις τις πιο εύθραυστες, εκρηκτικές και συχνά σκοτεινές στιγμές των εφήβων. Αποτυπώνουν το συναισθηματικό τραμπάλισμα ανάμεσα στην ευαλωτότητα και τη σκληρότητα, τον έρωτα και τη μοναξιά, την ανάγκη για αποδοχή σε έναν κόσμο που τους κρίνει διαρκώς.

Τα 23 πολυσυλλεκτικά διηγήματα αποτυπώνουν διαφορετικές οπτικές, προσφέροντας ένα πανόραμα της ζωής των σημερινών εφήβων. Το κάθε διήγημα αναπαριστά το πορτρέτο ενός εφήβου ή –πιο σωστά– σκιαγραφεί τις πολλαπλές εκδοχές της εφηβικής ψυχοσύνθεσης. Ο Κουτσάκης αντιμετωπίζει με ειλικρίνεια αυτή την περίοδο ζωής· δεν την περιγράφει ως μια ειδυλλιακή φάση, αλλά μας φέρνει αντιμέτωπους με εφήβους που βρίσκονται σε οριακές καταστάσεις, οι οποίες ανατρέπουν τα πάντα στη ζωή τους. Αγγίζει ζητήματα που ίσως κάποιοι τα θεωρούν «δύσκολα», που ίσως τρομάζουν τους ενήλικες (που συχνά εθελοτυφλούν μπροστά στο το τι συμβαίνει σήμερα στις σχολικές αυλές και στα εφηβικά δωμάτια). Το βιβλίο αναπαριστά τον κόσμο των νέων με διεισδυτικό και ωμό, σε κάποιες περιπτώσεις, ρεαλισμό, κάτι που είναι σίγουρο ότι θα εκτιμηθεί από το αναγνωστικό κοινό όπου απευθύνεται αυτό το crossover βιβλίο. Γιατί η γενιά Ζ, που βρίσκεται στο επίκεντρο των ιστοριών, είναι η πρώτη γενιά που μεγάλωσε πλήρως συνδεδεμένη με το διαδίκτυο και τα smartphones και παρουσιάζει ένα μοναδικό ψυχολογικό προφίλ, διαμορφωμένο από την ψηφιακή τεχνολογία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις παγκόσμιες κρίσεις.

Οι ιστορίες αποτυπώνουν χωρίς ωραιοποιήσεις τις πιο εύθραυστες, εκρηκτικές και συχνά σκοτεινές στιγμές των εφήβων.

Μέσα από την πολυφωνική αφήγηση, παρακολουθούμε τα πολλά και διαφορετικά πρόσωπα αυτής της ηλικιακής ομάδας. Και αυτό συνιστά πλεονέκτημα του βιβλίου, καθώς δεν έχουμε μια αρχετυπική μορφή εφήβου, έναν πρωταγωνιστή με πολλαπλές ιδιότητες ως εκπρόσωπο της εφηβικής γενιάς. Χάρη στους επιμέρους πρωταγωνιστές, αναδεικνύει αυτό που και οι ψυχολόγοι αναγνωρίζουν ως χαρακτηριστικό της εφηβείας: τη μοναδικότητα του καθενός.

Στο ίδιο μήκος κύματος και η οικουμενικότητα των ιστοριών και των πρωταγωνιστών: μολονότι κινούνται μεταξύ Ελλάδας, Ευρώπης και Αμερικής, αν υπάρχει ένας κοινός τόπος που τις συνέχει, αυτός είναι η διαπίστωση ότι η μοναξιά, η ανάγκη για αποδοχή ή ο φόβος της απόρριψης υπερβαίνουν τα γεωγραφικά σύνορα και αποτελούν τις ανοιχτές πληγές της εφηβείας. Κάθε ένα από τα πρόσωπα των ιστοριών θα μπορούσε να είναι το παιδί της διπλανής πόρτας.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Τα διηγήματα καρκινοβατούν μεταξύ της αστυνομικής πλοκής και του συναισθηματικού βάθους. Παρά την αυτοτελή και σύντομη φόρμα τους, οι ιστορίες «της μιας ανάσας», καταφέρνουν να αγγίξουν βαθιά συναισθήματα, από τη μοναξιά και την απουσία της οικογένειας μέχρι την εκδίκηση και το πάθος. Η ένταση, η σκοτεινή ατμόσφαιρα, η κορύφωση και η αποκάλυψη στην τελευταία πρόταση της ιστορίας κρατούν το ενδιαφέρον των αναγνωστών αμείωτο. Και αντιστικτικά, διηγήματα που δείχνουν ότι το συναίσθημα ξεχειλίζει, ότι οι έφηβοι είναι τρυφεροί, δοτικοί, υποστηρικτικοί.

Η μικρομυθοπλασία ως τεχνική ανταποκρίνεται πλήρως στα δεδομένα των σημερινών νεαρών αναγνωστών, για τους οποίους το διάβασμα έχει –επίσης– επηρεαστεί από τους ρυθμούς των social. Η γρήγορη εναλλαγή προσώπων και καταστάσεων, οι πολλαπλές οπτικές, αποδίδουν με αληθοφάνεια τον κόσμο των νέων. Αφηγήσεις in media res οδηγούν τους αναγνώστες κατευθείαν στο κρίσιμο σημείο της ιστορίας, ενώ οι αναδρομικές αφηγήσεις δίνουν τις αναγκαίες πληροφορίες, η άλλοτε τριτοπρόσωπη και άλλοτε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και οι εσωτερικοί μονόλογοι φωτίζουν την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών.

Στα βιβλία που απευθύνονται σε νέους, το μεγάλο στοίχημα είναι να μην εκτραπούν σε στείρο διδακτισμό και σε εργαλεία άσκησης κριτικής. Εδώ αυτό όχι μόνο αποφεύγεται, αλλά ο νεαρός αναγνώστης θα βρει πλειάδα στοιχείων που του είναι οικεία. Ιστορίες, πίσω από τις οποίες θα αναγνωρίσει τον εαυτό του ή τους φίλους του/της στις αγωνίες για τα likes, στον ανταγωνισμό για την εμφάνιση, στον πρώτο έρωτα που πονάει ή στην ανάγκη να ξεχωρίσει από τους άλλους. Κάποιοι ίσως αναγνωρίσουν το κενό που αφήνουν οι «απόντες» γονείς, που οι έφηβοι προσπαθούν να το γεμίσουν, συχνά, με λάθος τρόπους. Την ανάγκη να βρουν τη δική τους φωνή και να πάρουν αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον τους, σε έναν κόσμο που συχνά τους βάζει στο περιθώριο. Κάποιοι ίσως προβληματιστούν για το πώς μια λάθος απόφαση ή ένα τυχαίο γεγονός μπορεί να ανατρέψει τη ζωή κάποιου.

Σε μια γλώσσα που τη χαρακτηρίζει η προφορικότητα, κοφτή και ελλειπτική, που αναπαράγει τον λόγο των σημερινών νέων, όπως αυτός διαμορφώνεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και θυμίζει τον τρόπο που «chatάρουν», που δεν μιμείται αλλά αξιοποιεί την εκφορά του λόγου των εφήβων ως οργανικό στοιχείο της αφήγησης, το κείμενο προσεγγίζει αυθεντικά τον κόσμο τους. Στα παραπάνω να προστεθεί ο γρήγορος ρυθμός και η κινηματογραφική δομή, το πώς ο συγγραφέας ενσωματώνει στο κείμενο τεχνικές από τα reel και τα stories που ποστάρουν οι νέοι, με έντονες εικόνες, κοφτούς διαλόγους, διεισδύοντας στο πορτρέτο των εφήβων της εποχής μας.

Το βιβλίο, που θα λέγαμε πως «συστήνει» τον άγνωστο κόσμο της Gen Z, αξίζει να διαβαστεί και από όσους έρχονται σε επαφή με αυτή την ηλικιακή ομάδα. Αποκαλύπτει τη μοναξιά και την πίεση που νιώθουν τα παιδιά να μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανταποκριθούν στην τέλεια εικόνα της εικονικής πραγματικότητας των smartphones, που οι γονείς τούς έδωσαν πολύ νωρίς. Πως ο αριθμός των followers και των likes γίνεται το μέτρο της αυτοεικόνας και της αποδοχής ή ο καιάδας τους. Ίσως, όμως, κατανοήσουν και τι κρύβεται συχνά πίσω από αυτές τις χαμογελαστές φιγούρες, πόσες απελπισμένες κραυγές για βοήθεια λανθάνουν πίσω από αυτή την τελειότητα της εξωτερικής εμφάνισης, του τρόπου ζωής, των διαπροσωπικών σχέσεων. Ίσως, πάλι, αποτελέσει αφορμή συζήτησης για όλα αυτά που σήμερα παρατηρούμε εμβρόντητοι να συμβαίνουν εντός και εκτός σχολείων, όπως το bullying και η αύξηση της παραβατικότητας, χωρίς να προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε, χωρίς να αφουγκραζόμαστε τα ίδια τα παιδιά, καθώς ένα μέρος της ταυτότητάς τους μας είναι άγνωστο.

Το εξώφυλλο της Βίλλυς Καραμπατζιά λειτουργεί σαν μια οπτική εισαγωγή στο θέμα. Απεικονίζει μια από τις πρωταγωνίστριες, με την πλάτη γυρισμένη στον αναγνώστη, να κοιτάζει προς ένα κτίριο με φοίνικες, με τις αποχρώσεις του πορτοκαλί και του μπλε να κυριαρχούν και να παραπέμπουν σε ένα εξωτικό τοπίο, ανάλογο με αυτά που συχνά αναρτώνται στα social. Ωστόσο, την ειδυλλιακή εικόνα ανατρέπει η ραγισμένη πινακίδα «Family Love»· είναι ακριβώς αυτό το ράγισμα που κουβαλάνε οι ψυχές των εφήβων, είναι ακριβώς αυτό το ράγισμα της σχέσης γονιών-παιδιών, ράγισμα αδιόρατο πολλές φορές αλλά, εντούτοις, καταστροφικό. Γιατί, όσο κι αν εκτίθενται οι έφηβοι στην επήρεια των φίλων ή του αλγόριθμου, οι γονείς παραμένουν πάντα –με την παρουσία ή την απουσία τους– ο πιο επιδραστικός παράγοντας στη ζωή τους.

Τον ίδιο λειτουργικό ρόλο έχουν και τα μότο πριν από κάθε ιστορία, που αποτελούν «πύλη εισόδου» στον κόσμο της ιστορίας. Ελύτης, Παυλόπουλος, Γκούμας, Άλκης Αλκαίος, Έλιοτ, Πόε, Ουίτμαν (μάλλον παντελώς άγνωστοι στο νεανικό κοινό), ο στίχος από ένα ποίημα ή ένα τραγούδι, η φράση από ένα κλασικό κείμενο, όχι μόνο προοικονομούν, δίνουν το ιδεολογικό στίγμα ή προδιαθέτουν τον αναγνώστη για το συναίσθημα που κυριαρχεί, αλλά κλείνουν το μάτι στο νεαρό αναγνώστη προ(σ)καλώντας τον να ανακαλύψει τις γέφυρες που ενώνουν διαχρονικά τους εφήβους.

Ο Κουτσάκης γράφει ένα πραγματικό page-turner, γεμάτο αγωνία, δράση και ανατροπές, αλλά και με συναισθηματικό βάθος που αναδεικνύει την πολυπλοκότητα του κόσμου των εφήβων.

 

Influencer: Ιστορίες της μιας ανάσας
Πολυχρόνης Κουτσάκης
εξώφυλλο: Βίλλυ  Καραμπατζιά
Εκδόσεις Παπαδόπουλος
190 σελ.
ISBN 978-618-232-186-7
Τιμή €12,99

Η Κατερίνα Ζαμαρία είναι φιλόλογος και κριτικός βιβλίου για παιδιά και νέους.

https://diastixo.gr/kritikes/efivika/26316-influencer


https://diastixo.gr/ 



Δικαίος Χατζηπλής: «Κυνηγοί καταιγίδων»

 


Τα τελευταία χρόνια συναντάμε πολύ συχνά τη χρήση της λογοτεχνίας στην εξοικείωση των παιδιών με γνωστικά θέματα, καθώς μέσα από τη μυθοπλασία η γνώση περνάει πιο ευχάριστα στον μικρό αναγνώστη. Όμως, η λογοτεχνική προσφορά γνώσεων σπάνια επιτυγχάνει τον στόχο της σε εικονογραφημένα βιβλία προσχολικής ηλικίας και αυτό γιατί το ηλικιακό αυτό αναγνωστικό κοινό απαιτεί από τους δημιουργούς (συγγραφέα και εικονογράφο) ιδιαίτερες ικανότητες για την εξισορρόπηση γνώσης-μυθοπλασίας ή αλλιώς λογικής και συναισθήματος.

Οι Κυνηγοί καταιγίδων του Δικαίου Χατζηπλή είναι οι ανώνυμοι προστάτες των παιδιών από ακραία φυσικά φαινόμενα, όπως είναι οι ισχυρές νεροποντές, οι χιονοθύελλες, οι εκρήξεις ηφαιστείων, οι συγκρούσεις μετεωριτών, οι κατολισθήσεις του εδάφους, ο σεισμός, οι αμμοθύελλες, οι ανεμοστρόβιλοι, η χιονοστιβάδα με τα ολέθρια αποτελέσματά της.

Συνδέουν τη φαντασία και την υπερρεαλιστική αντιμετώπιση των δυσκολιών με τη ρεαλιστική διαχείρισή τους, επισημαίνοντας την αξία τόσο της φαντασίας όσο και της πραγματικότητας.

Τα φυσικά αυτά φαινόμενα και οι επιπτώσεις τους στη ζωή των ανθρώπων και πολύ περισσότερο των παιδιών είναι συνδεδεμένα με αισθήματα ανησυχίας και φόβου. Σε επίπεδο γνώσεων, θα λέγαμε ότι ο Χατζηπλής άπτεται δύο πεδίων: το ένα σχετίζεται με τις Φυσικές Επιστήμες και το άλλο με την Ψυχολογία. Ο συγγραφέας, άριστος γνώστης της παιδικής ψυχοσύνθεσης λόγω της μακράς ενασχόλησής του με την πολύμορφη διασκέδαση των παιδιών, δεν βαρύνει την αφήγησή του με ειδικές γνώσεις. Περιγράφει τα ακραία φυσικά φαινόμενα αποδίδοντάς τους τα βασικά τους χαρακτηριστικά, χωρίς να κουράζει τους μικρούς αναγνώστες με επιμέρους πληροφορίες· π.χ. μιλώντας για τις καταιγίδες αναφέρει: «Όταν βροντούν οι ουρανοί και καταρράκτες πέφτουν απ’ τα σύννεφα…» ή όταν αναφέρεται στους σεισμούς κάνει λόγο για τον τρόμο της γης, τις ρωγμές στο έδαφος και τις δονήσεις. Είναι φανερό ότι ο Χατζηπλής ρίχνει το βάρος στις ψυχολογικές επιπτώσεις των φαινομένων αυτών στον εσωτερικό κόσμο των παιδιών, καθώς και στην αντιμετώπιση δυσάρεστων συναισθημάτων με κυρίαρχο τον φόβο. Ο χώρος των συναισθημάτων απασχολεί τελευταία όλο και πιο πολύ τους συγγραφείς παιδικών βιβλίων προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας: αγάπη, ελπίδα, ευτυχία, μοναξιά, φόβος πρωταγωνιστούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στα βιβλία αυτής της κατηγορίας.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Στους Κυνηγούς καταιγίδων ο Δικαίος Χατζηπλής και η Μυρτώ Δεληβοριά πετυχαίνουν με εικονοπλαστικό κυρίως τρόπο που προκαλεί την έκπληξη να διεγείρουν την παιγνιώδη διάθεση των αναγνωστών, η οποία είναι συνυφασμένη με την παιδική ηλικία. Οι κυνηγοί των ακραίων αυτών φαινομένων, που δεν ταυτοποιούνται παρά στο τελευταίο δισέλιδο με τους γονείς, είναι αυτοί που με το υπερβολικό θάρρος, την τόλμη, την ευελιξία, την αποφασιστικότητά τους θα μετατρέψουν τους κινδύνους σε παιχνίδι.

Η ευφάνταστη και ιδιαίτερα οικεία στα μικρά παιδιά εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά αποτελεί μια άλλη αφήγηση, που ζωντανεύει και επεκτείνει τα νοήματα του κειμένου. Τα ζωηρά χρώματα, τα εκφραστικά πρόσωπα, η έντονη κινητικότητα όντων και αντικειμένων, η εικονογραφική συνύπαρξη των φυσικών φαινομένων ρεαλιστικά και μυθοπλαστικά (βλ. χιονοθύελλες, εκρήξεις ηφαιστείου, χιονοστιβάδα) καθιστούν το εικονοβιβλίο εξαιρετικά ελκυστικό και ενδιαφέρον. Η εικονογράφηση είναι αυτή που μετατρέπει την εξοικείωση των ηρώων με δύσκολες φυσικές καταστάσεις σε παιχνίδι. Από την υπερομπρέλα που προστατεύει από τη νεροποντή τα παιδιά που παίζουν στην πισίνα, από τα μαγικά που κάνουν οι προστάτες για να ζεστάνουν τα παιδιά από το κρύο του χιονιού, από τα ομαδικά παιχνίδια που τα αποπροσανατολίζουν από τη λάβα του ηφαιστείου ως την αντιμετώπιση του ανεμοστρόβιλου στην παραλία και της χιονοστιβάδας που τη ζουν τα παιδιά μέσα στο σπίτι, συγγραφέας και εικονογράφος, σε μια ιδανική θα έλεγα συνομιλία, προσφέρουν έναν ευχάριστο και πρωτότυπο τρόπο προσέγγισης γνώσης και τέχνης.

Οι δημιουργοί του εικονοβιβλίου αυτού, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους, ακόμη και αυτήν όπου τα φαινόμενα θα έχουν δυσάρεστες επιπτώσεις στην ψυχοσύνθεση των παιδιών, αναφέρονται στους κυνηγούς των καταιγίδων ως τους σταθερούς προστάτες και συμπαραστάτες στις αγωνίες των παιδιών: «Δουλεύουν ασταμάτητα κάτω από τις αντίξοες συνθήκες και εκπαιδεύονται συνεχώς για να μπορούν πάντα να φέρνουν το ουράνιο τόξο στους ουρανούς». Τέλος, οι μαμάδες και οι μπαμπάδες, με τις απεικονίσεις σκηνών από την καθημερινή ζωή με τα παιδιά τους, συνδέουν τη φαντασία και την υπερρεαλιστική αντιμετώπιση των δυσκολιών με τη ρεαλιστική διαχείρισή τους, επισημαίνοντας την αξία τόσο της φαντασίας όσο και της πραγματικότητας.

[Η Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου είναι ομ. καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ.]

 

Κυνηγοί καταιγίδων
Δικαίος Χατζηπλής
εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά
Εκδόσεις Πατάκη
32 σελ.
ISBN 978-618-07-0970-4
Τιμή 12,50€

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/26299-kinigoi-kataigidon


https://diastixo.gr/ 

Javier Marías: «Μπέρτα Ίσλα»

 


Σε μια εποχή όπου η λογοτεχνία συχνά βιάζεται να εντυπωσιάσει με ρυθμούς, ανατροπές και εξωτερικές εντάσεις, ο Ισπανός συγγραφέας Χαβιέρ Μαρίας επιμένει να γράφει σαν στοχαστής, σαν ένας φιλόσοφος της αφήγησης που αναζητά, μέσα από τον μακροπερίοδο λόγο του, τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης. Το Μπέρτα Ίσλα, ένα από τα όψιμα μυθιστορήματά του, είναι το είδος του βιβλίου που δεν διαβάζεται βιαστικά· απαιτεί υπομονή, παραδοχή, εσωτερική συμμετοχή. Και ανταμείβει πλουσιοπάροχα.

Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία της Μπέρτα και του Τομ, δύο νέων που μεγαλώνουν στη Μαδρίτη της δεκαετίας του ’60 και υπόσχονται ο ένας στον άλλον έναν κοινό βίο. Όμως η μοίρα, με την έννοια όχι του απρόβλεπτου, αλλά του αργά και ύπουλα επερχόμενου, παρεισφρέει. Ο Τομ, μισός Ισπανός και μισός Άγγλος, χαρισματικός, με ασυνήθιστο ταλέντο στις γλώσσες και τις μιμήσεις, γίνεται στόχος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Και από τη στιγμή που θα εισέλθει στον κόσμο των κατασκόπων, θα πάψει να είναι ο Τομ που γνώρισε η Μπέρτα – ή, ίσως, θα πάψει να είναι κάποιος που μπορεί να γνωρίσει κανείς καθαρά.

Η Μπέρτα, από την πλευρά της, δεν ακολουθεί τον ήρωα στη δράση· αντιθέτως, μένει πίσω. Όμως η απουσία του Τομ δεν μεταφράζεται σε αδράνεια. Είναι μια σιωπηλή ενεργητικότητα, μια παρατεταμένη εγρήγορση. Η ζωή της Μπέρτα γίνεται μια ζωή αναμονής, σιωπής και, κυρίως, μια ζωή αναγκαστικής πίστης. Πίστης σε κάποιον που δεν επιστρέφει, που δεν εξηγεί, που δεν μπορεί να εξομολογηθεί τίποτα. Κι όμως, είναι πάντα παρών. Όπως λέει και η ίδια: «Υπήρξαν στιγμές που ένιωθα πως τον είχα παντρευτεί για να περιμένω την απουσία του. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Κι όμως τον αγαπούσα… ή την ανάμνησή του;»

Ένα έργο βαθιά υπαρξιακό, τρυφερό και συνάμα αμείλικτο, όπως ο χρόνος, όπως η απουσία, όπως ο έρωτας που επιμένει όταν όλα γύρω του τον αρνούνται.

Ο Μαρίας στήνει το αφήγημά του πάνω σε δύο παράλληλες τροχιές: τη βιωματική και εσωτερική αφήγηση της Μπέρτα σε πρώτο πρόσωπο και μια τριτοπρόσωπη, ψυχρή και συχνά ελλειπτική αναφορά στα πεπραγμένα του Τομ. Η επιλογή αυτή δεν είναι μόνο αφηγηματική· είναι αισθητική και ηθική. Η υποκειμενική, αποσπασματική και στοχαστική ματιά της Μπέρτα έρχεται σε αντιπαράθεση με τον απρόσωπο, σχεδόν διοικητικό λόγο που περιγράφει τη δράση του Τομ. Είναι σαν ο συγγραφέας να μας λέει: αυτό που έχει σημασία δεν είναι το τι συνέβη, αλλά πώς βίωσε το αόρατο εκείνη που έμεινε πίσω.

Το μυθιστόρημα, παρότι διαδραματίζεται εν μέρει σε έναν κόσμο κατασκοπείας, δεν έχει τα κλασικά χαρακτηριστικά του είδους. Δεν υπάρχει δράση με την κινηματογραφική έννοια· υπάρχει η αποδόμηση του μύθου της κατασκοπείας. Ο Τομ δεν είναι ήρωας· είναι πιόνι σε ένα παιχνίδι που δεν ορίζει και που σταδιακά τον απορροφά και τον σβήνει. Χάνει την ταυτότητά του για να γίνει ένα φάντασμα που περιφέρεται ανάμεσα σε ρόλους, ψευδώνυμα και υποχρεώσεις. Η ερώτηση που πλανάται είναι σχεδόν μεταφυσική: μπορεί να υπάρξει άνθρωπος που να ανήκει ταυτόχρονα σε κάποιον άλλο και στο Κράτος;

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Η γλώσσα του Μαρίας είναι μακροπερίοδη, αναστοχαστική, γεμάτη επαναλήψεις που λειτουργούν υπνωτιστικά, σαν τελετουργίες μνήμης. Οι σκέψεις δεν εκρήγνυνται· αναπτύσσονται, στριφογυρίζουν, βαθαίνουν. Οι προτάσεις του απαιτούν προσοχή και ενσυναίσθηση, αλλά ποτέ δεν είναι αδικαιολόγητα περίτεχνες. Ο στόχος του δεν είναι η εντύπωση, αλλά η εμβάθυνση.

Το Μπέρτα Ίσλα  είναι ένα σπαρακτικό βιβλίο για τις ζωές που ζούμε στη σκιά των άλλων, για τις αποφάσεις που παίρνονται έξω από εμάς και διαμορφώνουν το ποιοι είμαστε· για την υπομονή και την πίστη ως πράξεις σχεδόν ηρωικές. Είναι ένα έργο βαθιά υπαρξιακό, τρυφερό και συνάμα αμείλικτο, όπως ο χρόνος, όπως η απουσία, όπως ο έρωτας που επιμένει όταν όλα γύρω του τον αρνούνται.

 

Μπέρτα Ίσλα
Χαβιέρ Μαρίας
μετάφραση: Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη
640 σελ.
ISBN 978-960-16-9786-4
Τιμή €21,90

Η Αλεξία Βλάρα είναι πολιτικός επιστήμονας και δημοσιογράφος.

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/26315-javier-marias-mperta-isla


https://diastixo.gr/ 




Όλγα Λασκαράτου: συνέντευξη στην Έλενα Χατζηιωάννου

 


Η Όλγα Λασκαράτου είναι απόφοιτος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ και διπλωματούχος πιάνου. Με το που τελείωσε το σχολείο, άρχισε να εργάζεται στο ραδιόφωνο (ΣΚΑΪ, Μελωδία, ΕΡΤ, Μέντα, Κόκκινο, Αθήνα 9.84), ενώ παράλληλα έκανε μουσική επιμέλεια σε κάποιες τηλεοπτικές σειρές. Πέρα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές και τα προγράμματα συναυλιών που επιμελείται, το 2009 έγραψε και σκηνοθέτησε τον θεατρικό μονόλογο Morendo για τη ζωή της Μαρίας Κάλλας, το 2023 παρουσίασε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το Μια φωνή μέσα στη νύχτα, ταινία που πραγματεύεται τη μετάβαση των μουσικών ραδιοφώνων στο playlist και βραβεύτηκε στο London Greek Film Festival, ενώ πρόσφατα ολοκλήρωσε το δεύτερο μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ της, Ο Ανδρέας Λασκαράτος και τα μυστήρια της Κεφαλονιάς. Μέσα από αυτό, μας μεταφέρει στην Κεφαλονιά φωτίζοντας τη ζωή και το έργο του σατιρικού ποιητή και πεζογράφου Ανδρέα Λασκαράτου, υπό το πρίσμα του ιστορικού φόντου και της κοινωνίας της εποχής. Το έργο του Λασκαράτου είναι καταγγελτικό για τους εκπροσώπους της Εκκλησίας και της πολιτικής, αλλά και για τη θέση της γυναίκας την εποχή εκείνη. Τόσο ο ίδιος όσο και το βιβλίο του αφορίστηκαν, με αποτέλεσμα ο Λασκαράτος να ζει με την πολυπληθή οικογένειά του στο περιθώριο. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί στις 28 και 29 Μαρτίου, στις 5 το απόγευμα, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλεξάνδρου 134-136, Γκάζι).

Καθώς θα βλέπει ο θεατής στον τίτλο της ταινίας το ίδιο επώνυμο, του ποιητή Ανδρέα Λασκαράτου και της δημιουργού Όλγας Λασκαράτου, εύλογα θα αναρωτηθεί αν είστε απόγονος.

Αυτή είναι μια ερώτηση που μου την έκαναν περισσότερο όταν ήμουν αρκετά μικρότερη. Όταν έπαψε να μου γίνεται, άρχισα να αναρωτιέμαι αν υπάρχει συγγένεια και έτσι ξεκινάει το ντοκιμαντέρ, με την αναζήτηση αυτής της ρίζας. Μπορώ να πω πως στην πορεία ξέχασα εντελώς το θέμα αυτό, μια και μελετώντας τη ζωή του ποιητή βρήκα σημεία σύνδεσης πέρα από αυτήν του αίματος.

Τι σας οδήγησε να κάνετε έρευνα, να βυθιστείτε στα αρχεία, να αναζητήσετε τα μυστήρια της Κεφαλονιάς; Τι αναφέρει ο ποιητής σε αυτό το βιβλίο;

Είναι ένα σχόλιο για τις αντιλήψεις της πατριαρχικής οικογένειας, για την πρακτική της εκκλησίας και για την πολιτική κατάσταση της εποχής. Τα αποκαλεί «μυστήρια» γιατί του μοιάζουν παράδοξα και γεμάτα αντιφάσεις με στόχο το κέρδος, όποιο κι αν είναι αυτό.

Ποιες ήταν οι κοινωνικές συνθήκες στην Κεφαλονιά την περίοδο που έζησε και δημιούργησε εκεί ο Λασκαράτος;

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στην Κεφαλονιά επί αγγλοκρατίας. Οι Άγγλοι διατηρούν λίγο ως πολύ το φεουδαρχικό καθεστώς της ενετοκρατίας. Οι κοινωνικές ανισότητες είναι μεγάλες. Πρόσβαση στην εκπαίδευση έχουν τα μεγαλοαστικά στοιχεία της κοινωνίας και κυρίως ο ανδρικός πληθυσμός. Ακόμα και οι ιερείς είναι συχνά αγράμματοι. Η αγγλική προστασία, που ονομάζεται έτσι γιατί τα Επτάνησα έχουν μπει σε καθεστώς προστασίας μέχρι να σχηματιστεί ελληνικό κράτος, είναι σκληρή και αυταρχική. Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης αρχίζει το σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας των Επτανήσων, ο ριζοσπαστισμός, που είναι πολιτικό γέννημα των Κεφαλονιτών διανοούμενων.

Οι Κεφαλονίτες μιλούν σήμερα για τον Λασκαράτο, τον μνημονεύουν; Πώς τον καταγράφουν μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι του νησιού; Με θετικό ή αρνητικό πρόσημο;

Οι Κεφαλονίτες έστησαν ένα άγαλμα στη γενέτειρά του, στο Ληξούρι, και τον μνημονεύουν έτσι. Δεν είμαι σίγουρη όμως πως γνωρίζουν τον βίο, τις απόψεις και τα κείμενά του.

Υπάρχουν σήμερα απόγονοι του Λασκαράτου;

Στην ταινία φιλοξενούμε έναν πιστοποιημένο απόγονο του ποιητή, που είχε γνωρίσει τη μεγάλη του κόρη και την εγγονή του. Από την έρευνά μου καταλαβαίνω πως οι περισσότεροι Λασκαράτοι ξεκίνησαν από το Ληξούρι και διασκορπίστηκαν εδώ κι εκεί.

Κινηματογραφήσαμε πολλά ερειπωμένα κτίρια, που φανερώνουν έναν πλούσιο σε χαρακτηριστικά πολιτισμό. Αυτά τα πανέμορφα γκρεμίσματα είναι οι συμπρωταγωνιστές του Λασκαράτου.

Ένα ιστορικό πρόσωπο, στην προκειμένη περίπτωση ο λογοτέχνης Λασκαράτος, θα μπορούσε να είναι η αφορμή για να αποκαλύψετε στοιχεία της Κεφαλονιάς, τη μνήμη του τοπίου, την ποίηση της μουσικής της, τον σημερινό θεατρικό λόγο;

Στην ταινία αυτό κάνουμε, τον έχουμε σαν οδηγό. Αναζητώντας τα ίχνη του, βρήκα μια πολιτεία όπου, εξαιτίας των σεισμών, οι ιστορικές αναφορές σε πρόσωπα και γεγονότα είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Είναι νεόδμητο το νησί στο σύνολό του, πέρα από το βόρειο μέρος. Κινηματογραφήσαμε πολλά ερειπωμένα κτίρια, που φανερώνουν έναν πλούσιο σε χαρακτηριστικά πολιτισμό. Αυτά τα πανέμορφα γκρεμίσματα είναι οι συμπρωταγωνιστές του Λασκαράτου.

Πώς οργανώσατε το υλικό σας;

Μελέτησα πάνω από δυο χρόνια τα κείμενα του Λασκαράτου, αλλά και την ιστορία του νησιού. Αναζήτησα και βρήκα σπάνια βιβλία πλέον, στα παλαιοπωλεία. Επισκέφτηκα αρκετές φορές την Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη στο Αργοστόλι, που έχει αρχειακούς θησαυρούς, μίλησα πολύ με ντόπιους, περπάτησα όσο ποτέ στην Κεφαλονιά και πήγα πάρα πολλές φορές στην εκκλησία, κυρίως στο νησί αλλά και εδώ, για να αισθανθώ όσο γινόταν αυτά που καυτηρίασε και την κριτική που άσκησε στην Εκκλησία ο Λασκαράτος.

Ποιοι μιλούν για τη ζωή και το έργο του Λασκαράτου στην ταινία σας;

Μεταξύ άλλων, μιλούν οι:
Ντίνος Λασκαράτος, απόγονος από τη μεριά του αδελφού του ποιητή
Πέτρος Πετράτος, Δρ Ιστορίας
Δώρα Μαρκάτου, καθηγήτρια Παν/μιου Ιωαννίνων
Βασίλης Κεκάτος, σκηνοθέτης
Παντελής Μπουκάλας, συγγραφέας, μεταφραστής
Μυρτώ Κατσίγερα, φιλόλογος, δημοσιογράφος

Τι αποκάλυψε σε εσάς η Κεφαλονιά στη διάρκεια των γυρισμάτων; Ποια ήταν η πρώτη εικόνα που είδατε μέσα από το βιζέρ της κάμερας και καταγράψατε;

Είναι το νησί των διακοπών μου από τότε που γεννήθηκα. Συνειδητοποίησα πως δεν ήξερα τόσα χρόνια πως πηγαινοερχόμουν τα καλοκαίρια σ’ έναν τόπο που έδωσε πολιτική, μουσική, λογοτεχνική, ποιητική, θεατρική ιστορία με τέτοια ουσία και περιεχόμενο.

Υπήρξε κάτι που σας συγκίνησε στη διάρκεια των γυρισμάτων;

Όλα τα γυρίσματα ήταν μια συγκίνηση. Και το γεγονός πως φτιάξαμε αυτή την ταινία δυο άνθρωποι μόνοι μας είναι για μένα το πιο συγκινητικό.

Τη μουσική που ακούγεται στην ταινία σας τη συνθέσατε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ή αφού είχατε όλο το υλικό σας, καθώς μπαίνατε στο μοντάζ;

Την έγραψα μετά, εδώ στην Αθήνα, κι ήταν ένας τρόπος να τριγυρνάω με τη σκέψη μου στην Κεφαλονιά που ανακάλυψα με αφορμή αυτή την ταινία.

Κλείνοντας: από το έργο του Λασκαράτου, το οποίο μελετήσατε σχολαστικά, θα μπορούσατε να επιλέξετε κάποιο απόσπασμα που θα άξιζε τον κόπο να φτάσει σε εμάς σήμερα;

Θα πρότεινα οπωσδήποτε Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς. Ένας από τους καλεσμένους μας να μιλήσουν στο ντοκιμαντέρ, ο σκηνοθέτης Βασίλης Κεκάτος, το χαρακτηρίζει ένα έργο εξαιρετικά σύγχρονο. Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη αυτός ο χαρακτηρισμός και είναι, άλλωστε, το βιβλίο που με έφερε ακόμα περισσότερο κοντά στον Λασκαράτο και θέλησα να κάνω ένα φιλμ γι’ αυτόν. Το Ιδού ο άνθρωπος, επίσης, είναι ένα ακόμα έργο του στο οποίο θα στεκόμουν κι είναι αυτό που τον καθιέρωσε στα ελληνικά γράμματα· σε αυτό, με αφορμή τους ανθρώπους της τοπικής κοινωνίας της Κεφαλονιάς, σκιαγραφεί οικουμενικούς και διαχρονικούς, τελικά, χαρακτήρες. Η Αυτοβιογραφία και τα σκόρπια ποιήματά του είναι ένας ακόμη πιο προσωπικός δρόμος να μας συστηθεί αυτός ο σατιρικός, κοφτερός, οξυδερκής, προφητικός, στοργικός Ανδρέας Λασκαράτος.

Συντελεστές
Σενάριο – Έρευνα – Πρωτότυπη μουσική – Σπικάζ: Όλγα Λασκαράτου
Α’ κάμερα – Μοντάζ – Colorist – Ηχοληψία – Χειριστής drone: Χρήστος Τόλης
Α' σκηνοθέτρια: Όλγα Λασκαράτου / Β’ σκηνοθέτης: Χρήστος Τόλης
Α’ διευθυντής φωτογραφίας: Χρήστος Τόλης / Β’ διευθύντρια φωτογραφίας: Όλγα Λασκαράτου
Γενική βοηθός – Πρόσθετες λήψεις – Backstage πλάνα: Γαβριέλα Κοκκίνη
Προβολή: 28 και 29 Μαρτίου, στις 5 το απόγευμα, Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλεξάνδρου 134-136, Γκάζι)

https://diastixo.gr/allestexnes/kinimatografos/26311-olga-laskaratou-synenteuksi-stin-elena-chatziioannou


https://diastixo.gr/ 

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Η όπερα «Προμηθέας Δεσμώτης» του Παναγιώτη Καρούσου στο Δημοτικό Θέατρο Καλλιθέας


 Η όπερα «Προμηθέας Δεσμώτης» του Παναγιώτη Καρούσου παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία υπό την αιγίδα του Ομίλου UNESCO Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδος τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026 στο Δημοτικό Θέατρο Καλλιθέας.

Χαιρετισμό έκανε η Νίνα Διακοβασίλη, Πρόεδρος του Ομίλου UNESCO Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδος.
Στην όπερα Προμηθέας Δεσμώτης του Παναγιώτη Καρούσου βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου πρωταγωνίστησαν: Προμηθέας: Βασίλης Δημητρακάκης, Ιώ: Ειρήνη Κώνστα, Ωκεανίδα: Ρέα Βουδούρη, Ερμής: Αθανάσιος Λιάνος, Ήρα: Νίνα Διακοβασίλη, Κορυφαία: Νάντια Καραγιάννη, Βία/Θεά Αθηνά: Ελένη Γκόγκου. Χορωδία και Τμήμα Αρχαίας Όρχησης του Πανηπειρωτικού Συνδέσμου Ελευσίνας. Πρόεδρος: Ελένη Γκόγκου. Πιάνο: Χριστιάνα Μάνου. Φωτισμοί: Λουκάς Γεωργιάδης. Καλλιτεχνική επιμέλεια: Παναγιώτης Καρούσος. Η παράσταση άρεσε τόσο πολύ, και έγιναν δέκα αυλαίες επειδή το κοινό συνέχιζε να χειροκροτά θερμά τους εξαιρετικούς καλλιτέχνες.












































Κώστας Καρούσος ΄΄Οπτασία Φωτός΄΄

 


ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ το ποίημά μου ΄΄ΟΠΤΑΣΙΑ ΙΟΥΛΙΟΥ΄΄

στην ΄΄Οπτασία Φωτός΄΄... του Λόγου και της Τέχνης .!!
Άνθη γέμισαν οι σχισμές της νύχτας,
φύλλα-δάχτυλα-κορμούς και πλήκτρα
κι΄ ο τόπος ηλιοτρόπια κι άστρα !
Στο μεσόφρυδό σου κρύφτηκε η σιωπή !
Όταν βραδιάζει το κορμί σου
κορμός δένδρου γίνεται
μ΄ ένα κρυφό δειλινό στη φυλλωσιά του.
Ο Μπραμς κουρδίζει τους ήχους
χωρίς νηολόγιο πλεύσης.
Τα πλήκτρα μόνα τους αναπνέουν
την αδρανή σονάτα των δαχτύλων σου.
Το μεσονύχτιο κάδρο σου
γεννάει κλάδους-ήχους-δάχτυλα
κι΄ αέρινη οπτασία φωτός !
Στη δικάσιμο της ύπαρξής μου έφερες
το ομοίωμα της μέρας σ΄ ένα πινάκιο !
Έρρεαν τα δάχτυλά σου σιωπή κι΄ οδύνη
κι΄ αδέσποτη γλυκιά κορμοστασιά !
Της αρετής και της σοφίας το δίκιο
δεν αλλάζει το βράδιασμα του κορμιού σου !
Πάλι στάζει δάκρυ το πέλαγος
και πλησιάζω, σαν άγγιγμα πλήκτρου
το ηλιοτρόπιο των δαχτύλων σου
ραμφίζοντας κι εγκαλώντας την επομένη !
Από το βιβλίο μου ΄΄Ερωτήματα Ψυχής΄΄, σελ. 15
Εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ -Αθήνα -Οκτώβριος 2018.

Κώστας Καρούσος

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Γκαετάνο Ντονιτσέττι: Ο συνθέτης που μετέτρεψε το χάος των παρασκηνίων σε Αθάνατη Τέχνη

 


Ο Γκαετάνο Ντονιτσέττι σκηνοθετούσε τις όπερες του και επέβλεπε τις παραστάσεις.

Παρόλο που ο επίσημος θεσμός του «σκηνοθέτη» δεν υπήρχε τότε με τη σύγχρονη έννοια, ο Ντονιτσέττι αναμειγνυόταν ενεργά στη σκηνοθεσία και ήταν απίστευτα απαιτητικός με τη σκηνική δράση και την υποκριτική των τραγουδιστών.  

Σε αντίθεση με άλλους συνθέτες που ενδιαφέρονταν μόνο για τη μουσική, ο Ντονιτσέττι ήταν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος του θεάτρου. Αυτό αποδεικνύεται από τα εξής ιστορικά στοιχεία:  

·         Απαίτηση για αληθινή υποκριτική (Όχι απλό τραγούδι): Ο Ντονιτσέτι πίστευε ότι η φωνή πρέπει να υπηρετεί το δράμα και όχι το αντίθετο. Μισούσε τους τραγουδιστές που στέκονταν απλώς ακίνητοι στη σκηνή για να δείξουν τις φωνητικές τους ικανότητες (τα λεγόμενα «πυροτεχνήματα» του bel canto). Απαιτούσε από τους πρωταγωνιστές του να είναι πραγματικοί ηθοποιοί, να κινούνται με πάθος και να εκφράζουν τον πόνο ή το χιούμορ με το σώμα τους.

·         Προσωπική επίβλεψη της σκηνής: Ταξίδευε συχνά και ήταν παρών στις πρόβες όχι μόνο για να διευθύνει την ορχήστρα, αλλά για να καθοδηγήσει το στήσιμο των σκηνών. Έλεγχε πώς έμπαιναν οι τραγουδιστές, πώς αλληλεπιδρούσαν και πώς αντιδρούσε η χορωδία.

·         Έλεγχος στο λιμπρέτο και τη δράση: Είχε τόσο έντονη άποψη για τη θεατρική πλοκή που συχνά έγραφε ο ίδιος μέρη των κειμένων ή ανάγκαζε τους λιμπρετίστες να αλλάξουν ολόκληρες σκηνές για να έχουν περισσότερη θεατρική ένταση και γρήγορο ρυθμό.  

·         Η παρωδία των «κακών» τραγουδιστών: Η εμμονή του με τον επαγγελματισμό στη σκηνή ήταν τόσο μεγάλη που έγραψε μια ολόκληρη κωμική όπερα, το Le convenienze ed inconvenienze teatrali (Οι θεατρικές ευκολίες και δυσκολίες), στην οποία σατιρίζει ανελέητα τους εγωιστές τραγουδιστές της εποχής του που αρνούνταν να ακολουθήσουν τις οδηγίες και κατέστρεφαν τη σκηνική δράση.  

Με αυτή του την αυστηρότητα και το πάθος για το θέατρο, ο Ντονιτσέτι ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για τον Τζουζέπε Βέρντι και τη γέννηση της μοντέρνας όπερας, όπου η μουσική και η υποκριτική έγιναν ένα αδιαίρετο σύνολο

Το πιο διάσημο και ακραίο περιστατικό θυμού και σύγκρουσης με τραγουδίστριες στην καριέρα του Ντονιτσέττι (Gaetano Donizetti) συνέβη το 1834 στη Νάπολη, κατά τη διάρκεια των δοκιμών για την όπερά του Maria Stuarda.  

Το γεγονός αυτό δεν ήταν απλώς μια απλή διαφωνία, αλλά εξελίχθηκε σε έναν άγριο φυσικό καβγά (ξύλο) πάνω στη σκηνή ανάμεσα στις δύο πρωταγωνίστριες, ο οποίος εξόργισε τον συνθέτη και οδήγησε μέχρι και στην απαγόρευση της όπερας από τον βασιλιά.  

Το χρονικό του ιστορικού καβγά

Η όπερα πραγματεύεται την ιστορική και προσωπική κόντρα ανάμεσα στη Μαρία Στουάρτ (Βασίλισσα της Σκωτίας) και την Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας.  

·         Οι πρωταγωνίστριες: Τον ρόλο της Ελισάβετ είχε η υψίφωνος Τζουζεπίνα Ρόντσι ντε Μπένις (Giuseppina Ronzi de Begnis) και τον ρόλο της Μαρίας Στουάρτ η Άννα Ντελ Σέρε (Anna Del Sere). Οι δύο γυναίκες είχαν ήδη τεράστια επαγγελματική αντιζηλία.  

·         Η αφορμή: Στη μεγάλη σκηνή της αντιπαράθεσης, ο χαρακτήρας της Μαρίας Στουάρτ ξεσπά και βρίζει την Ελισάβετ, αποκαλώντας την (σύμφωνα με το κείμενο) «νόθα» και «ξεπεσμένη πόρνη».  

·         Η έκρηξη: Η Ντελ Σέρε απήγγειλε τις προσβολές με τόσο έντονο, ρεαλιστικό και ειρωνικό ύφος, που η Ρόντσι ντε Μπένις ένιωσε ότι η συνάδελφός της την προσέβαλλε προσωπικά. Χωρίς να χάσει χρόνο, όρμησε πάνω της στη σκηνή.  

·          

Μαλλιοτράβηγμα και Λιποθυμίες

Η πρόβα μετατράπηκε σε ρινγκ: οι δύο ντίβες άρχισαν να ανταλλάσσουν αληθινές γροθιές, να τραβούν η μία τα μαλλιά της άλλης, να δαγκώνουν και να κλωτσιούνται. Ο καβγάς ήταν τόσο βίαιος που η Ντελ Σέρε κατέρρευσε και χρειάστηκε να τη μεταφέρουν λιπόθυμη εκτός θεάτρου.  

Η αντίδραση του Ντονιτσέττι

Ο Ντονιτσέττι, αν και εξοργισμένος με το χάος και την ανώριμη συμπεριφορά των τραγουδιστριών του που τίναζαν την παράσταση στον αέρα, αντιμετώπισε την κατάσταση με το γνωστό του καυστικό χιούμορ και εκνευρισμό. Όταν η Ρόντσι ντε Μπένις (η οποία είχε και πολιτικές διασυνδέσεις) προσπάθησε να δικαιολογηθεί, ο Ντονιτσέττι δεν τη λυπήθηκε καθόλου και της απάντησε με εξαιρετικά προσβλητικά λόγια, υποτιμώντας τον χαρακτήρα της.  

Οι συνέπειες για την όπερα

Λόγω του τεράστιου σκανδάλου της πρόβας, αλλά και επειδή το κείμενο θεωρήθηκε πολύ προκλητικό (μια βασίλισσα να βρίζει μια άλλη βασίλισσα), ο Βασιλιάς της Νάπολης απαγόρευσε αμέσως την παράσταση. Ο Ντονιτσέττι αναγκάστηκε μέσα σε ελάχιστες ημέρες να αλλάξει εντελώς τους στίχους, την πλοκή και το όνομα της όπερας, παρουσιάζοντάς την τελικά με τον τίτλο Buondelmonte, πράγμα που τον είχε εκνευρίσει αφάνταστα.  

Extra Fact: Η ειρωνεία είναι ότι ο Ντονιτσέττι είχε τόσο συχνά προβλήματα με τις καπριτσιόζες τραγουδίστριες της εποχής του (τις «Prima Donna»), που έγραψε μια ολόκληρη σατιρική κωμική όπερα, το Le convenienze ed inconvenienze teatrali (γνωστή και ως Viva la mamma), η οποία διακωμωδεί ακριβώς αυτό: τις υστερίες, τους θυμούς και τους καβγάδες των τραγουδιστών στις πρόβες

Εκτός από τον άγριο καβγά των γυναικών στη Maria Stuarda, ο Ντονιτσέττι είχε συχνά έντονες συγκρούσεις, απογοητεύσεις και παρεξηγήσεις με τενόρους της εποχής του, καθώς και με το κατεστημένο των θεάτρων.

Τα πιο χαρακτηριστικά περιστατικά αφορούν τη σχέση του με δύο από τους μεγαλύτερους τενόρους του 19ου αιώνα:

1. Η κόντρα με τον Gilbert Duprez (Ο τενόρος που «κατέστρεφε» τη μουσική του)

Ο Gilbert Duprez ήταν ο τενόρος που έγραψε ιστορία επειδή εισήγαγε το περίφημο «υψηλό ντο από το στήθος» (ut de poitrine), εγκαταλείποντας το παραδοσιακό φαλσέτο.  

·         Ο λόγος της έντασης: Όταν ο Duprez τραγούδησε στην όπερα Guillaume Tell του Ροσίνι χρησιμοποιώντας αυτή τη νέα, δυναμική τεχνική, ο κόσμος ξετρελάθηκε, αλλά ο Ντονιτσέτι (ως παραδοσιακός συνθέτης του bel canto) έγινε έξαλλος.

·         Η αντίδραση του Ντονιτσέττι: Ο συνθέτης δήλωσε υποτιμητικά ότι αυτός ο νέος τρόπος τραγουδιού του Duprez του θύμιζε «το στρίγκλισμα ενός τράγου που του σφάζουν τον λαιμό». Θεωρούσε ότι αυτή η κραυγή κατέστρεφε την κομψότητα της μουσικής του. Παρά την αντιπάθειά του για το στυλ, η ιστορία έπαιξε ένα περίεργο παιχνίδι: ο Duprez ήταν τόσο δημοφιλής που ο Ντονιτσέττι αναγκάστηκε να συνεργαστεί μαζί του και μάλιστα ο Duprez ήταν αυτός που πρωτοεμφανίστηκε ως Edgardo στην πρεμιέρα της πιο διάσημης όπερας του Ντονιτσέτι, Lucia di Lammermoor (1835).  

2. Η τραγική παρεξήγηση με τον Adolphe Nourrit (Νάπολη, 1838)

Ο Adolphe Nourrit ήταν ο απόλυτος σταρ τενόρος του Παρισιού, ο οποίος όμως έχασε τη δόξα του από τον Duprez. Απελπισμένος, κατέφυγε στη Νάπολη για να ζητήσει τη βοήθεια του Ντονιτσέττι, ώστε να αλλάξει το στυλ του και να ξανακερδίσει το κοινό.  

·         Η αφορμή: Ο Ντονιτσέττι δέχτηκε να τον βοηθήσει και μάλιστα έγραψε μια ολοκαίνουργια όπερα ειδικά για τη φωνή του Nourrit, το Poliuto (1838).

·         Η σύγκρουση με τη λογοκρισία: Λίγο πριν την πρεμιέρα, ο Βασιλιάς της Νάπολης απαγόρευσε την όπερα επειδή πραγματευόταν το μαρτύριο ενός Χριστιανού αγίου. Ο Ντονιτσέτι εξοργίστηκε με τις αρχές, αλλά ο Nourrit, που ήταν ήδη σε τραγική ψυχολογική κατάσταση και υπέφερε από κατάθλιψη, ένιωσε ότι ο συνθέτης και το θέατρο τον πρόδωσαν και τον άφησαν έκθετο. Η παρεξήγηση και η πίεση αυτή οδήγησαν τον Nourrit στο να αυτοκτονήσει λίγους μήνες μετά, πέφτοντας από το παράθυρο του ξενοδοχείου του στη Νάπολη.

·         3. Donizetti εναντίον... Μαέστρων (Η μάχη για τον έλεγχο)

Στην εποχή του Ντονιτσέττι, ο όρος «μαέστρος» (conductor) με τη σημερινή έννοια δεν υπήρχε ακριβώς· την ορχήστρα διηύθυνε συνήθως ο πρώτος βιολιστής (maestro concertatore).

·         Ο Ντονιτσέττι ήταν διαβόητος για τα ξεσπάσματά του κατά τη διάρκεια των δοκιμών αν η ορχήστρα δεν έπαιζε ακριβώς τα tempi (τους ρυθμούς) που ήθελε.

·         Επειδή ο ίδιος είχε σπουδάσει εκκλησιαστική μουσική και αντίστιξη σε βάθος, δεν ανεχόταν καμία παρέμβαση από τους διευθυντές ορχήστρας των θεάτρων. Συχνά άρπαζε ο ίδιος το τιμόνι της προετοιμασίας, φωνάζοντας στους μουσικούς και τους μαέστρους ότι «δεν ξέρουν να διαβάζουν ούτε τα βασικά», απαιτώντας απόλυτη πειθαρχία.

Ο Γκαετάνο Ντονιτσέττι είχε αγανακτήσει τόσο πολύ από τις παράλογες απαιτήσεις, τα καπρίτσια και την αλαζονεία των τραγουδιστών της εποχής του, που αποφάσισε να πάρει το «αίμα» του πίσω με τον πιο διασκεδαστικό τρόπο: γράφοντας μια ολόκληρη όπερα που τους γελοιοποιεί.

Στην κωμική του όπερα «Le convenienze ed inconvenienze teatrali» (που έμεινε γνωστή ως Viva la Mamma), ο Ντονιτσέττι βάζει στο στόχαστρο όλο το παρασκήνιο ενός επαρχιακού θιάσου που προσπαθεί να ανεβάσει μια παράσταση. Αν και η κεντρική φιγούρα είναι η «Μαμά Αγκάτα» (μια επιθετική μάνα που απαιτεί ρόλο για την κόρη της και την οποία παραδοσιακά υποδύεται άνδρας βαρύτονος με γυναικεία ρούχα), ο τενόρος δέχεται τα πιο ανελέητα σατιρικά πυρά.

Ο τρόπος που ο Ντονιτσέττι «εκδικείται» τους τενόρους στην όπερα περιλαμβάνει συγκεκριμένα κωμικά στοιχεία:

·         Η παρουσίασή του ως ανίκανου και φάλτσου: Ο χαρακτήρας του τενόρου (που ονομάζεται Γκουλιέλμο) παρουσιάζεται ως ένας τραγουδιστής με τεράστιο εγώ αλλά μηδενικό ταλέντο. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών, ξεχνάει τα λόγια του, χάνει τον ρυθμό και δεν μπορεί να βγάλει τις ψηλές νότες, προκαλώντας την απόγνωση του μαέστρου και του συνθέτη (που ουσιαστικά αντιπροσωπεύουν τον ίδιο τον Ντονιτσέτι).

·         Ο φόβος και η δειλία: Ενώ στην αρχή εμφανίζεται ως «σταρ», μόλις τα πράγματα δυσκολεύουν και η Μαμά Αγκάτα αρχίζει να κάνει φασαρία και να απειλεί τον θίασο, ο τενόρος τρομοκρατείται. Αντί να αντιδράσει σαν άντρας ή σαν πρωταγωνιστής, το σκάει κρυφά από το θέατρο για να γλιτώσει, αφήνοντας την παραγωγή στα κρύα του λουτρού.

·         Η απόλυτη ταπείνωση: Η αποχώρηση του τενόρου αναγκάζει τον θίασο να βρει αντικαταστάτη. Επειδή δεν υπάρχει άλλος, τον ρόλο του τενόρου αναλαμβάνει... η ίδια η Μαμά Αγκάτα! Αυτό ήταν το απόλυτο αστείο του Ντονιτσέττι: αντικατέστησε τον «ρομαντικό εραστή» τενόρο με μια γκροτέσκ, θορυβώδη γυναίκα (που την παίζει βαρύτονος), δείχνοντας ότι ακόμη και μια καρικατούρα μάνας μπορεί να κάνει τη δουλειά του καλύτερα.

Με αυτό το έργο, ο Ντονιτσέττι έδειξε στο κοινό της εποχής ότι πίσω από τη λαμπερή κουρτίνα της όπερας, οι «θεοί» της σκηνής (και ειδικά οι τενόροι) ήταν συχνά ανασφαλείς, απειθαρχημένοι και ανίκανοι να διαβάσουν ακόμα και τη βασική παρτιτούρα χωρίς να δημιουργήσουν πρόβλημα.

Η καριέρα του Ντονιτσέττι αποδεικνύει ότι το αληθινό δράμα της όπερας δεν παιζόταν πάντα πάνω στη σκηνή, αλλά συχνά ξεκινούσε στα παρασκήνια. Ανάμεσα σε λιποθυμίες από μαλλιοτραβήγματα ντιβών, «φάλτσους» τενόρους με τεράστιο εγώ και τις παράλογες απαιτήσεις των θεάτρων, ο Ιταλός συνθέτης κατάφερε να μετατρέψει την απόγνωσή του σε αθάνατη τέχνη. Είτε εκδικούνταν τους ιδιότροπους καλλιτέχνες μέσα από τη σάτιρά του, είτε πάλευε με τη λογοκρισία της εποχής, ο Ντονιτσέτι σφράγισε το bel canto όχι μόνο με τις μελωδίες του, αλλά και με το γεμάτο πάθος, εντάσεις και ανατροπές βιογραφικό του. Ένα βιογραφικό που θυμίζει, αν μη τι άλλο, την πιο συναρπαστική όπερα.

Πολυχρόνης Κουτσάκης: «Influencer»

  Κατερίνα Ζαμαρία     Ήδη από τον τίτλο, ο Πολυχρόνης Κουτσάκης προετοιμάζει τον αναγνώστη για το περιεχόμενο του νέου του βιβλίου, που περ...