Η αναβίωση των «Κατά Ματθαίον Παθών» (St. Matthew Passion) από τον 20χρονο τότε Felix Mendelssohn στις 11 Μαρτίου 1829 στο Βερολίνο, αποτελεί ένα από τα
πιο καθοριστικά ορόσημα στην ιστορία της δυτικής μουσικής. Δεν ήταν απλώς μια
συναυλία· ήταν η στιγμή που «αναστήθηκε» η φήμη του Johann Sebastian Bach, ο οποίος μέχρι τότε θεωρούνταν από το
ευρύ κοινό ένας ξεπερασμένος, «στεγνός» ακαδημαϊκός του Μπαρόκ.
Ο Μέντελσον, ρομαντικός συνθέτης ο ίδιος, δεν έκανε μια
απλή εκτέλεση, αλλά μια ριζική επανενορχήστρωση και προσαρμογή (Bearbeitung) του έργου, ώστε να ταιριάζει στα γούστα και τα ακουστικά
δεδομένα του 19ου αιώνα.
Οι κυριότερες αλλαγές που πραγματοποίησε περιλαμβάνουν:
·
Αλλαγή στα όργανα εποχής: Πολλά όργανα του Μπαρόκ (όπως η oboe d'amore, η oboe da caccia και η viola da gamba) είχαν ήδη εξαφανιστεί ή
αντικατασταθεί. Ο Μέντελσον τα αντικατέστησε με σύγχρονα κλαρινέτα, φλάουτα
και βιολοντσέλα.
·
Αντικατάσταση του τσέμπαλου: Στο μπαρόκ basso continuo (το συνοδευτικό μπάσο),
το τσέμπαλο ή το εκκλησιαστικό όργανο κρατούσαν τον ρυθμό. Ο Μέντελσον κάθισε ο
ίδιος στο πιάνο με ουρά (fortepiano) για να διευθύνει και να συνοδεύσει τα
ρετσιτατίβα, δίνοντας έναν πιο γλυκό και ομαλό ήχο.
·
Δραστικές περικοπές (Cuts): Το αυθεντικό έργο έχει διάρκεια σχεδόν 3 ώρες. Ο
Μέντελσον έκοψε περίπου το 1/3 του έργου (συνολικά 10 άριες και αρκετά
χορωδιακά). Στόχος του ήταν να κρατήσει τη δράση γρήγορη, εστιάζοντας καθαρά
στο δραματικό και αφηγηματικό κομμάτι των Παθών (τη δίκη, τη σταύρωση), καθώς
φοβόταν ότι το κοινό του 1829 θα κουραζόταν από τους μακροσκελείς θεολογικούς
στοχασμούς των αριών.
·
Ρομαντική δυναμική (Έκφραση): Ο Μέντελσον πρόσθεσε τεράστιες
αντιθέσεις στις εντάσεις (κρεσέντο, ντιμινουέντο) και επιβραδύνσεις (ριταρντάντο),
στοιχεία που δεν υπήρχαν στο αυθεντικό κείμενο του Μπαχ, δίνοντας στο έργο μια
έντονη, σχεδόν οπερατική θεατρικότητα.
·
Γιγάντωση των συνόλων: Αντί για τις μικρές χορωδίες που
χρησιμοποιούσε ο Μπαχ (περίπου 12-16 άτομα ανά χορωδία), ο Μέντελσον χρησιμοποίησε
τη Sing-Akademie του Βερολίνου, μια χορωδία άνω των 150 ατόμων,
δημιουργώντας έναν μνημειώδη, συμπαγή ήχο.
Το αποτέλεσμα ήταν ένας θρίαμβος. Η συναυλία ήταν sold-out, εκατοντάδες άνθρωποι έμειναν έξω από
την αίθουσα, και οδήγησε σε μια δεύτερη εκτέλεση λίγες ημέρες μετά. Όπως είχε
πει χαριτολογώντας και ο ίδιος ο Μέντελσον στον φίλο του και ηθοποιό Eduard Devrient (βαθύφωνος/βαρύτονος
που τραγούδησε
τον ρόλο του Ιησού): «Σκεψου ότι χρειάστηκε ένας ηθοποιός και ο γιος ενός
Εβραίου για να δώσουν ξανά στον κόσμο τη σπουδαιότερη χριστιανική μουσική που
γράφτηκε ποτέ!»
Η συναυλία της 11ης Μαρτίου 1829 στη Sing-Akademie του Βερολίνου ήταν κάτι πολύ
περισσότερο από ένα καλλιτεχνικό γεγονός· ήταν ένα πολιτισμικό σοκ για την
πνευματική ελίτ της Ευρώπης.
Η αντίδραση του κοινού και των προσωπικοτήτων
Η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Ανάμεσα στο κοινό
βρίσκονταν ο Βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄ με την αυλή του, καθώς και οι
κορυφαίοι διανοούμενοι της εποχής: ο ποιητής Heinrich Heine, ο θεολόγος Friedrich Schleiermacher και ο φιλόσοφος Georg Wilhelm Friedrich Hegel.
·
Η αντίδραση του Χέγκελ: Ο μεγάλος φιλόσοφος, που
παρακολουθούσε συστηματικά τη μουσική ζωή του Βερολίνου, εντυπωσιάστηκε
βαθύτατα από το έργο. Σχολιάζοντας την εμπειρία του, μίλησε για τη «μεγαλοφυή,
αληθινά προτεσταντική, στιβαρή και, κατά κάποιο τρόπο, λόγια ιδιοφυΐα του Μπαχ,
την οποία μόλις πρόσφατα μάθαμε ξανά να εκτιμάμε στην πλήρη της αξία». Για
τον Χέγκελ, η μουσική αυτή δεν ήταν απλώς
ψυχαγωγία, αλλά η ενσάρκωση του θρησκευτικού και φιλοσοφικού πνεύματος.
·
Το γενικότερο κλίμα: Ο Heinrich Heine κατέγραψε ότι η ατμόσφαιρα θύμιζε
περισσότερο θρησκευτική κατάνυξη παρά κοσμική συναυλία. Το κοινό έμεινε άναυδο
από τη δύναμη της πολυφωνίας του Μπαχ, την οποία άκουγε για πρώτη φορά σε
τέτοια κλίμακα. Η επιτυχία ήταν τόσο σαρωτική, που ο Μέντελσον αναγκάστηκε να επαναλάβει τη συναυλία
άλλες δύο φορές μέσα σε λίγες εβδομάδες, ξεκινώντας αυτό που ονομάστηκε «Αναγέννηση
του Μπαχ» (Bach-Renaissance).
Πώς η εμπειρία αυτή επηρέασε τη μουσική του Μέντελσον
(και το ορατόριο «Ηλίας»)
Η τριβή του Μέντελσον με το χειρόγραφο των Παθών λειτούργησε
ως το απόλυτο «μεταπτυχιακό» του στη σύνθεση. Όπως αναφέρουν οι μουσικολόγοι, ο
Μέντελσον μετέτρεψε τα Πάθη σε ένα ρομαντικό
χορωδιακό ορατόριο του 19ου αιώνα, και αυτή ακριβώς τη φόρμουλα χρησιμοποίησε
αργότερα για να γράψει τα δικά του αριστουργήματα: τον «Άγιο Παύλο» (St. Paul) και τον μνημειώδη «Ηλία» (Elijah).
Η επιρροή του Μπαχ στον «Ηλία» (1846) είναι
εμφανής σε πολλά επίπεδα:
1. Η δομή της Αντίστιξης (Counterpoint): Ο Μέντελσον ενσωμάτωσε στον Ηλία περίπλοκες
φούγκες και πολυφωνικά μέρη για τη χορωδία, τα οποία ήταν άμεση κληρονομιά της
αυστηρής σχολής του Μπαχ.
2. Ο ρόλος της Χορωδίας ως «Όχλος» (Turba): Στα Κατά Ματθαίον Πάθη, η χορωδία υποδύεται συχνά
τον οργισμένο όχλο που ζητά τη σταύρωση. Στον Ηλία, ο Μέντελσον χρησιμοποιεί τη χορωδία με τον ίδιο
ακριβώς δραματικό τρόπο: ως τους έξαλλους ιερείς του Βάαλ που μάχονται τον
Προφήτη Ηλία, ή ως τον λαό του Ισραήλ που θρηνεί
για την ξηρασία.
3. Το πρότυπο του Μπαρόκ Ορατορίου: Ο Ηλίας είναι σχεδιασμένος πάνω
στα πρότυπα του Μπαχ και του Χέντελ (με εναλλαγές ρετσιτατίβων, αριών και
χορωδιακών), αλλά «ντυμένος» με τον πλούσιο, λυρικό και δραματικό ορχηστρικό
ήχο του Ρομαντισμού – ακριβώς όπως είχε κάνει ο Μέντελσον με την επανενορχήστρωση του 1829.
Χωρίς εκείνη τη νεανική εμμονή του Μέντελσον να ανασύρει τον Μπαχ από τη λήθη, η
μορφή του ρομαντικού ορατορίου του 19ου αιώνα απλώς δεν θα υπήρχε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου