- Χρίστος Παπαγεωργίου
Δεν ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα, αν πούμε πως τα λόγια είναι φτωχά προκειμένου να περιγράψουμε το συγγραφικό μέγεθος μιας δημιουργού όπως είναι η Μάρω Δούκα, ενώ παράλληλα ελλοχεύει ο κίνδυνος επανάληψης όλων των επαινετικών σχολίων που κατά καιρούς έχουμε χρησιμοποιήσει, αντιμετωπίζοντας κριτικά ένα έργο εκλεκτό και εξαιρετικά σημαντικό. Ας πούμε λοιπόν, αφού για μια ακόμη φορά βρισκόμαστε ενώπιον ενός μύθου αληθινά ενδιαφέροντος, πως ο τίτλος παραπέμπει σε αστυνομικής πλοκής μυθιστόρημα, στην πραγματικότητα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι· βεβαίως, έχουμε ένα πτώμα που ξεβράζεται ανοιχτά του Σουνίου, κοντά στις Καβοκολόνες, ωστόσο η συνέχεια όσο και το φινάλε δεν μας κάνουν σοφότερους για το πώς επήλθε ο θάνατος ενός ανθρώπου, αν δηλαδή ήταν δυστύχημα, δολοφονία, αυτοκτονία… Σε αυτό το βιβλίο η Μάρω Δούκα, κατά παρέκβαση των συνηθειών της, χρησιμοποιεί πολύ λίγους πρωταγωνιστές – ποτέ δεν ξεχνάμε, για να μείνουμε μόνο στην τριλογία των 2.000 σελίδων, όπου μιλώντας με φίλους αναγνώστες της μου ανέφεραν ότι διαβάζοντας τα βιβλία της είχαν δίπλα τους ένα τετράδιο στο οποίο σημείωναν ονόματα και ανέτρεχαν εκεί όταν κάποιος ήρωας έκανε την εμφάνισή του. Το γεγονός ότι η Δούκα στο συγκεκριμένο έργο κατασκευάζει λίγες περσόνες δεν είναι τυχαίο. Με αυτόν τον τρόπο θέλει να δώσει, σε αντίθεση με τα ιστορικά γεγονότα που ήθελαν άλλη επεξεργασία, περισσότερη έμφαση στις ερωτικές και κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται, σχέσεις που καθορίζουν ανθρώπους νέους, μεσήλικες και ηλικιωμένους. Δεν θα ήταν υπερβολή αν σημειώναμε πως, ενώ στοχεύει στην ανθρώπινη υπεράσπιση, όπως και να φανερώνεται αυτή σε κάθε περίπτωση, όχι μόνο δηλαδή ως ερωτική επαφή, όχι μόνο ως σαρκική έλξη αλλά και ως σύνδεση άκρως προβληματική, που μπορεί να προκύψει, παράλληλα μένουν οι δρόμοι κλειστοί στις σχέσεις παιδιών και γονιών, καθώς οι σημερινοί νέοι έχουν άλλες προτεραιότητες και άλλα πιστεύω, ακόμη και όταν μιλάμε για χωρισμένες γυναίκες, που δεν έχουν και τις καλύτερες σχέσεις με τα παιδιά τους και πολύ περισσότερο με τους πρώην άντρες τους. Άρα, για να καταλήξουμε στο πρώτο συμπέρασμα, στο παρόν μυθιστόρημα λίγοι άνθρωποι, σε ορισμένο τόπο, έχουν γνωριστεί μεταξύ τους με πολλούς τρόπους και με αφορμή το συγκεκριμένο γεγονός του πτώματος που ξεβράζει το κύμα, γίνεται ο καθένας κριτής του εαυτού του, άλλοτε ερωτευόμενος, άλλοτε χωρίζοντας και άλλοτε, όπως οι δύο αστυνομικοί που βρέθηκαν στην περιοχή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις οικογένειές τους, με βία και ευαίσθητες και τρυφερές σκηνές και καθημερινές τριβές.
Μια μοναδική περίπτωση για τα γράμματά μας, μια μεγάλη συγγραφέας.
Στο παρόν μυθιστόρημα η Μάρω Δούκα δεν επιφυλάσσει τρομερές εκπλήξεις, δεν επιχειρεί τολμηρές ανατροπές, η αφήγηση είναι γραμμική, στα όρια της λογικής, όση λογική μπορεί να εμπεριέχει μια φανταστική ιστορία, έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για τον μύθο, ο οποίος είναι ακραιφνώς ισοδύναμος και τολμηρός. Η Πολυξένη, λοιπόν, η κεντρική ηρωίδα, ο Οδυσσέας, ένας δημοσιογράφος που διαθέτει χώρο σε διεθνές έντυπο, και δύο αστυνομικοί, οι οποίοι βρίσκονται στο σημείο εντελώς τυχαία αφού η δουλειά τους ήταν στο Λαύριο, γίνονται μάρτυρες ενός γεγονότος, το οποίο τους ταράζει συθέμελα. Το κύμα ξεβράζει έναν νεκρό άνθρωπο. Στη συνέχεια, η Πολυξένη αρχίζει ερωτικό δεσμό με τον Κώστα, έναν ταβερνιάρη της περιοχής, ο οποίος διατηρείται με πολλά κενά διαστήματα. Η Πολυξένη, ο Κώστας, ο Οδυσσέας, η Ηγησώ και οι δύο αστυνομικοί με τις οικογένειές τους έρχονται πολύ κοντά, άλλοτε συζητώντας για το πού η αστυνομία έχει φτάσει στις έρευνες για τον νεκρό και άλλοτε μιλώντας για διάφορα θέματα κοινωνικού περιεχομένου. Η Πολυξένη έχει μια κόρη η οποία βρίσκεται στο Λονδίνο, όπου ζει και ο πρώην σύζυγός της, στον οποίο οι γιατροί έχουν συστήσει για το τέλος του, μιας και πάσχει από καρκίνο, να μπορέσει να φιλοξενηθεί σε περιβάλλον ήλιου και θάλασσας, κάτι που η Πολυξένη δεν επιθυμεί. Ο Οδυσσέας χωρίζει με την Ηγησώ παρά την προτροπή της μητέρας του, η οποία διέβλεπε έναν καλό γάμο μα διαψεύστηκε. Τέλος, οι δύο αστυνομικοί –με δύο παιδιά ο ένας και ένα ο άλλος–, με όλα τα καλά και τα κακά που η συμβίωση παρουσιάζει, αποτελούν κύτταρα μιας κοινωνίας, η οποία το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει από αυτούς είναι η καχυποψία για την εντιμότητά τους. Από το έργο δεν λείπουν όλες οι πολιτικές και γεωστρατηγικές συνδέσεις που ταλανίζουν και τη χώρα μας και τον κόσμο ολόκληρο, περισσότερο από το πώς αυτά παρουσιάζονται απ’ τα συστημικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα οποία και καταφεύγουν όλα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος.
Και φτάνουμε στο κυρίως ψαχνό του έργου, το οποίο έχει να κάνει με τη μεγάλη πείρα της συγγραφέως στο θέμα της διαχείρισης των ερωτικών σχέσεων των ηλικιωμένων ηρώων της, στο πώς αυτοί συμπεριφέρονται, στο πώς φτιάχνουν τη ζωή τους σε μια χρονική περίοδο που για άλλους έχουν όλα τελειώσει. Πράγματι, από την 150ή σελίδα μέχρι το τέλος, η Δούκα αναλύει ως εγχειρίδιο τις ασχολίες, τις παραξενιές, τα πείσματα και όλες τις υπόλοιπες συνήθειες αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι και θέλουν μια καινούργια εμπειρία, θέλουν να συνεχίσουν πέρα από στερεότυπα, θέλουν έναν καινούργιο άνθρωπο με τον οποίο θα πάνε παρακάτω. Στο συγκεκριμένο μέρος του μυθιστορήματος, το οποίο ακτινογραφεί και την ηρωίδα του, η συγγραφέας περιγράφει με εντυπωσιακή πιστότητα τον ψυχολογικό κόσμο ανθρώπων που έχουν τη διάθεση, όχι τόσο τη σαρκική όσο την πνευματική, να γνωριστούν με κάποιον ή κάποια, ακόμη και αν υπάρχει διαφορά ηλικίας, διαφορά κοινωνική, διαφορά μόρφωσης. Όταν οι νεότεροι, όπως ο Οδυσσέας και η Ηγησώ, χωρίζουν για το παραμικρό, για το τίποτα, για πολύ απλές συναισθηματικές αντιμαχίες, η Πολυξένη και ο κυρ Κώστας αγαπιούνται αληθινά, κάνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις, νοσταλγούν τα παιδιά τους που βρίσκονται μακριά και παράλληλα σχεδόν δεν γνωρίζουν τίποτα για το πώς ζουν, εν κατακλείδι ποθούν ο ένας τον άλλον, δεν μπορούν να ζουν μακριά ο ένας από τον άλλον και δημιουργούν έναν δεσμό, ο οποίος και αντέχει με αλληλοσεβασμό, με ευθύνη και έγνοια του ενός για τον άλλον. Όσο και αν οι νέοι βλέπουν με αρνητική χροιά δεσμούς των χωρισμένων γονιών τους ή του ενός γονιού, μετά τον θάνατο του άλλου, η ουσία είναι πως όλοι έχουν θέση σε ένα όνειρο, καθώς η καρδιά συνεχίζει να χτυπά, καθώς η ψυχή είναι το λιγότερο ανεξερεύνητη, καθώς το σώμα ζητά έναν σύντροφο για να ζεσταθεί.
Δεν έχω να προσθέσω τίποτα περισσότερο για το βιβλίο της Μάρως Δούκα, γιατί εν τέλει, διαμορφωμένο όπως το υλοποιεί, για μια ακόμη φορά, την έχουμε αγαπήσει ως δημιουργό. Άρα, διαβάζουμε και συζητάμε την τελευταία της εκδοχή στη λογοτεχνία. Γιατί η Μάρω Δούκα είναι μια μοναδική περίπτωση για τα γράμματά μας, μια μεγάλη συγγραφέας.
Ζήτω η Άγκαθα Κρίστι
Μάρω Δούκα
Εκδόσεις Πατάκη
208 σελ.
ISBN 978-618-07-1521-7
Τιμή €13,30
Ο Χρίστος Παπαγεωργίου είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας.
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/26257-maro-douka-zito-i-agatha-christie


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου