Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Αλέξης Πανσέληνος: «Ξεχασμένες λέξεις»

 


Μόναχο, 20-11-2014

Όταν έφτασα με το τρένο στις 20 Οκτωβρίου του ’66, τα σκαλοπάτια του βαγονιού ήταν σαν να με αποβίβασαν σε μέρος παραμυθένιο. Ο κόσμος στις πλατφόρμες, οι ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα, τα μεγάλα ηλεκτρικά ρολόγια και το αέναο ανθρώπινο ρεύμα άλλων προς συρμούς, άλλων προς εξόδους ήταν σαν ταινία σε αργή κίνηση. Βρισκόμουν σε έναν τόπο που μύριζε διαφορετικά από αυτόν που ξέρω, σκεφτόμουν και με πλημμύριζε η χαρά του παιδιού που μπήκε σε ένα πολύχρωμο, αεικίνητο λούνα παρκ. (σ. 9)

Έτσι ξεκινάει η αφήγηση του Νάσου Λύρα, του εκπατρισμένου Έλληνα στη Γερμανία, όταν, συνταξιούχος πλέον, επιθυμεί να καταγράψει, εν είδει ημερολογίου, σκέψεις του από τις δύο «πατρίδες» του. Ο Αλέξης Πανσέληνος, ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες μας, επιλέγει στο πρόσφατο μυθιστόρημά του ένα δύσκολο θέμα, με τη δυσκολία να προκύπτει από τον τρόπο που το πραγματεύεται· γνωστό άλλωστε από όλες τις προηγούμενες γραφές του πως δεν εγκαταλείπει, αν πρώτα δεν φθάσει όσο βαθύτερα μπορεί στην ανοιχτή πληγή. Αυτό, όμως, είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της καλής λογοτεχνίας.

Κατόρθωσε, με τον γνώριμο χαμηλόφωνο τόνο της γραφής του, να οδηγήσει την πλοκή σε απρόβλεπτες στροφές.

Αρχικά το θέμα και η επικάλυψη

Η μετανάστευση, η αποκοπή από τον γενέθλιο τόπο, κατά άμεσο τρόπο εκούσια, κατά έμμεσο προϊόν μικρού ή μεγάλου εξαναγκασμού, είναι μια διαχρονική πραγματικότητα –στην περίπτωση της Ελλάδας, συχνά τραυματική– με τη λογοτεχνία να τη θεωρεί προσφιλή θεματική. Στην ιστορία του Πανσέληνου ο ήρωάς του επιλέγοντας τη Γερμανία των μεταπολεμικών θαυμάτων για ξενοδοχειακές σπουδές στα μισά της δεκαετίας του ’60, θα πραγματώσει το όνειρό του ανεβαίνοντας πολύ ψηλά στην επαγγελματική κλίμακα.

Αυτό θα μπορούσε από μόνο του να αποτελέσει την πλοκή του μυθιστορήματος, ωστόσο δεν παύει να είναι μόνον η επιφάνεια, η εύστοχη επικάλυψη. Κάτω από αυτό το περίβλημα αναπτύσσεται κατ’ ουσίαν η αληθινή ιστορία. Ο Πανσέληνος μοιάζει να θέτει καίρια ερωτήματα, όπως: πού βρίσκεται η αληθινή πατρίδα; πρόκειται μόνο για κάποιο τόπο ή ίσως είναι μέσα μας; η ξενότητα σε τι συνίσταται; η γλώσσα ποιο ρόλο έχει στη σύνδεση με την έννοια της πατρίδας; Αυτά τα ερωτήματα τα απαντά (στον βαθμό που μπορούν να απαντηθούν) σταδιακά, όπως εξελίσσεται η καταγραφή των ημερολογιακών σημειώσεων του ήρωα.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Το πλαίσιο της ιστορίας

Τα γεγονότα της πλοκής εντάσσονται μέσα στο χρονικό πλαίσιο, με τη στροφή στο παρελθόν να μας πηγαίνει δεκαετίες πίσω, στα μεταπολεμικά χρόνια, το γερμανικό τραύμα που κληροδότησε ο ναζισμός στις επόμενες γενιές, τη δικτατορία στην Ελλάδα, αλλά και την πρόσφατη οικονομική κρίση στη χώρα μας και τις πολιτικές αλλαγές που επέφερε. Αυτά τα γεγονότα πλαισιώνουν την ιστορία των ηρώων διακριτικά, έτσι όπως πρέπει να εντάσσεται ο δικός τους μικρόκοσμος στην ευρύτερη «μεγάλη» ιστορία, για να λειτουργούν σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους, να επέρχονται οι αλλαγές, να καθορίζουν οι συνθήκες τη ζωή σε όλες τις κλίμακες.

Οι προεκτάσεις

Αυτές είναι που προσδίδουν σε μια ιστορία την πραγματική της αξία. Οι αφορμές της πλοκής που οδηγούν τη γραφή να μιλήσει για ό,τι υποκρύπτεται κάτω από τις συμπεριφορές, τις σκέψεις και τις πράξεις. Ο Καρλ και η Έθελ Βάις, οι δύο ηλικιωμένοι Αυστριακοί-Εβραίοι, φίλοι του Νάσου Λύρα και της Γερμανίδας συντρόφου του, Ζίγκι, που: ανήκουν σε έναν λαό που τουλάχιστον όσον αφορά τη δική τους γενιά έμαθε να θεωρεί το πένθος κοινωνικό καθήκον (σ. 184), η Ζίγκι που: η αρρώστια είναι μες στην ίδια την οικογένεια (σ. 185) και θα μάθει να συμβιώνει με το ύποπτα φιλοναζιστικό παρελθόν του διάσημου πατέρα της, οι Γιαπωνέζοι Ρίο και Άικο, που μετέτρεψαν το διαμέρισμά τους στο Μόναχο σε γιαπωνέζικο σπίτι, μη μπορώντας να συμφιλιωθούν με το άξενο περιβάλλον, ο ίδιος ο ήρωας που όταν βρίσκεται στο πατρικό του σπίτι, εκεί που μεγάλωσε, θα νιώσει πως όλα αυτά που έζησε έως τότε (η ζωή στο Μόναχο, το ξενοδοχείο, η Ζίγκι, οι φίλοι μας, το σπίτι μου στο Σβάμπινγκ, σ. 176) ήταν σαν να μην υπήρξαν ποτέ, και η μόνη πραγματικότητα περικλειόταν στο παλιό, κλειστό διαμέρισμα, κι όμως θα προτιμήσει το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Αλλά και η απρόβλεπτη συνθήκη της γλώσσας, που τον διχάζει: Δουλεύοντας και ζώντας εδώ, υποχρεωτικά μιλάς τη γλώσσα του τόπου. Όταν όμως τη μιλάς και την ώρα του έρωτα, τότε πια έχεις πάρει άλλη ταυτότητα. (σ. 126). Μια ταυτότητα, όμως, τόσο επισφαλή που θα τον κάνει να παραδεχθεί: Είμαι ένας Γερμανός. Σκέφτομαι γερμανικά, μιλώ γερμανικά, αλλά ονειρεύομαι ελληνικά (σ. 144).

Εντέλει οι βαθύτερες ρίζες

Ο ήρωας, αντιμετωπίζοντας, συνταξιούχος και μόνος πια, την αναπόφευκτη υπαρξιακή του κρίση, δεν θα επιστρέψει στην Αθήνα, αλλά στη Μυτιλήνη, όπου είναι το πατρικό σπίτι του πατέρα του, να βρει εκεί τις πιο βαθιές του ρίζες. Κι όμως, κι εκεί θα είναι για τους άλλους ξένος, θα είναι ο Γερμανός. Μια σημαντική αντίστιξη ανάμεσα σ’ αυτό που ο ίδιος πλέον νιώθει και στον τρόπο που τον βλέπουν οι άλλοι. Νομίζω πως αυτή είναι και η σημαντικότερη συγγραφική κατάθεση του Πανσέληνου.

Τότε που επιθεωρούσα τις εργασίες της ανακαίνισης, το αυτί μου έπιασε μια σύντομη ανταλλαγή σχολίων ανάμεσα στον εργολάβο και τον μπογιατζή, που χαρακτήρισε το χρώμα που διάλεξα –γκρι σαν του τσιμέντου– πένθιμο, πεθαμενατζίδικο για την ακρίβεια. «Σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει, αυτό θέλει ο Γερμανός» αποκρίθηκε ο Αναστάσης ο εργολάβος. Έτσι θα γίνω γνωστός εκεί, απ’ ό,τι καταλαβαίνω. Immer ein Ausländer. (σ. 211)

Βαθιές και οι ρίζες της μητρικής γλώσσας, θα φέρνουν στην επιφάνεια της συνείδησης λέξεις ξεχασμένες, χωρίς πλέον καμία χρηστική λειτουργικότητα, ικανές όμως να κινητοποιήσουν τις επίσης ξεχασμένες εικόνες, τα πρόσωπα, τα γεγονότα – μια επαφή που η ίδια η πατρίδα θέλει να κρατήσει με τον «Γερμανό» Έλληνα.

Ο Πανσέληνος έγραψε ένα μυθιστόρημα για την πατρίδα (όπως κι αν την εννοεί κάποιος), για την παντοδύναμη και αυτεξούσια γλώσσα, για το εσωτερικό ταξίδι των ανθρώπων. Και κατόρθωσε, με τον γνώριμο χαμηλόφωνο τόνο της γραφής του, να οδηγήσει την πλοκή σε απρόβλεπτες στροφές. Απρόβλεπτη, άλλωστε, και η πραγματική ζωή, ικανή να αιφνιδιάσει όσους νομίζουν πως ησύχασαν στο σκόπιμα κατασκευασμένο «καταφύγιό» τους.

 

Ξεχασμένες λέξεις
Αλέξης Πανσέληνος
Μεταίχμιο
224 σελ.
ISBN 978-618-03-4297-0
Τιμή €15,50

 Διώνη Δημητριάδου  ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25234-ksexasmenes-lekseis


https://diastixo.gr/  

Ευγενία Μαραγκού: «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη

 


Το θέατρο ως ιδέα δημιουργήθηκε, κατ’ αρχάς και καταρχήν, για να «παιδεύσει», να εκπαιδεύσει, να διδάξει. Εξ ορισμού, δηλαδή, θέατρο σημαίνει βλέπω και μαθαίνω ή μαθαίνω βλέποντας (International Journal of Educational Innovation). Όχι τυχαία, λοιπόν, η Θεατρική Αγωγή στα σχολεία δεν είναι μόνο ένα μάθημα ειδικότητας, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διδακτική μέθοδος σε πολλά αντικείμενα, καθώς εκπληρώνει όλους τους στόχους της εκπαιδευτικής διαδικασίας. «Έτσι οι μαθητές μέσα από τα κείμενα και τις θεατρικές τεχνικές μπορούν να ερμηνεύσουν και να κατανοήσουν πληρέστερα το κείμενο, να συσχετίζουν το αξιακό του υπόβαθρο με τις δικές τους αξίες, να διερευνούν τον δικό τους ορίζοντα και παραστατικό κύκλο, να προβληματιστούν και να υιοθετήσουν κριτική στάση σε σχέση με τα βασικά αξιακά νοήματα του κειμένου» (Α. Ημέλλου).

Με βάση όλα τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό πόσο σημαντικό είναι το εγχείρημα των Εκδόσεων Σοκόλη να εκδίδουν θεατρικά κείμενα, πρωτότυπα αλλά και διασκευές γνωστών έργων για παιδιά, σε μια σειρά που εμπλουτίζεται διαρκώς.

Στο πλαίσιο αυτής της σειράς η Ευγενία Μαραγκού, θεατρολόγος, ηθοποιός, σεναριογράφος, βοηθός σκηνοθέτη και με πολύχρονη πείρα στον σχεδιασμό και υλοποίηση θεατρικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, διασκευάζει τις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη.

Δεν αφορά μόνο τους Αθηναίους των ημερών του Αριστοφάνη, όσο και τους σύγχρονους πολίτες μιας δυτικής δημοκρατίας.

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος έχει τελειώσει και η ηττημένη Αθήνα προσπαθεί να ορθοποδήσει. Οι πολίτες, απογοητευμένοι και θυμωμένοι, βαριούνται να συμμετάσχουν στα κοινά, ασχολούνται μόνο με τις ιδιωτικές τους υποθέσεις ή συμμετέχουν στην Εκκλησία του Δήμου, η οποία λαμβάνει αποφάσεις για όλα τα ζητήματα, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουν τη χρηματική αποζημίωση. Έτσι, οι αποφάσεις της συνέλευσης είναι όλο και πιο παράλογες. Οι γυναίκες, στις οποίες δεν επιτρέπεται να έχουν δημόσια γνώμη και να ψηφίζουν, αποφασίζουν να αλλάξουν την κατάσταση. Συνωμοτούν, κλέβουν τα ρούχα των αντρών τους, μεταμφιέζονται και προσπαθούν να μπουν στη συνέλευση για να κερδίσουν την εξουσία, σχεδιάζοντας ένα μέλλον για όλους βασισμένο στην ισότητα και τη δικαιοσύνη.

Οι Εκκλησιάζουσες μπορούν να χαρακτηριστούν ένα πολιτικό κείμενο με την ευρεία έννοια. Γιατί δεν αφορά μόνο τους Αθηναίους των ημερών του Αριστοφάνη, όσο και τους σύγχρονους πολίτες μιας δυτικής δημοκρατίας.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Η πρωταγωνίστρια του έργου, η δυναμική και έξυπνη Πραξαγόρα, είναι εκείνη που θα αναλάβει τα ηνία της γυναικείας επανάστασης, με μοναδικό στόχο την αλλαγή ολόκληρης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

«Οι πατεράδες μας το θεωρούσαν καθήκον τους ως πολίτες να συμμετέχουμε στα κοινά. Κι εσάς σας πληρώνουν και δεν πατάτε κιόλας» είναι από τα πρώτα σχόλια που κάνει η Κλειναρέτη, διαπιστώνοντας την αποχή των ανδρών από τη συνέλευση του Δήμου. Κι ομόφωνα όλες θα συμφωνήσουν πως οι άνδρες τα έχουν κάνει χάλια στην πολιτική γιατί, όπως λέει και η Κλεοδίκη, «τους αρέσει να πολεμούν… τριάντα χρόνια πόλεμο και τίποτα δε μάθανε».

Κι όταν καταφέρουν να ψηφιστεί από τη Βουλή απόφαση με την οποία παραδίδεται η εξουσία στις γυναίκες, στην πρώτη τους συνεδρίαση αποφασίζουν να νομοθετήσουν, με βάση το μείζον ερώτημα: «Ποια είναι η μεγαλύτερη αδικία στην κοινωνία μας;» Στη διασκευή της η Μαραγκού, στο συγκεκριμένο σημείο, επέλεξε να συμπεριλάβει τις απαντήσεις που έδωσαν τα παιδιά στο σχετικό ερώτημα πριν από την ανάγνωση του έργου (δίνοντάς τους έτσι την ευκαιρία να καταλάβουν, μετά την ανάγνωση, τα κοινά και διαχρονικά προβλήματα των κοινωνιών).Οι απαντήσεις που ακούγονται σε τίποτα δε διαφέρουν από τις απαντήσεις που δίνονται σε ανάλογα ερωτήματα των σημερινών δημοσκόπων: Φτώχεια, υγεία, παιδεία, βία, πόλεμος, πείνα, στέγαση, παιδική εργασία…

Πιστή στο πνεύμα του κειμένου, η Μαραγκού αποδίδει τα καίρια σημεία της κωμωδίας, αναδεικνύοντας εκείνα τα στοιχεία που είναι διαχρονικά αλλά και αντιληπτά από τα σημερινά παιδιά. Η διασκευή είναι σχεδιασμένη ώστε να μπορεί να παρασταθεί από μαθητές Δημοτικού και από εφήβους. Δίνονται, επίσης, οδηγίες για τη χρήση σκηνικών αντικειμένων, μουσικής, εικόνων και άλλων μέσων αλλά και προτάσεις ως προς την κατανομή των ρόλων, όπως η δυνατότητα να υποδυθούν αγόρια τον ρόλο των Γριών, προσδίδοντας έτσι μεγαλύτερο κωμικό αποτέλεσμα.

Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν εκτενείς σημειώσεις που δίνουν τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την εποχή, το έργο και τις συνθήκες που επικρατούσαν, έτσι ώστε οι νεαροί αναγνώστες και ηθοποιοί να κατανοήσουν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Εκεί, μάλιστα, τα παιδιά θα μάθουν για τη μεγαλύτερη λέξη που έχει εμφανιστεί ποτέ σε λογοτεχνικό κείμενο και καταγράφεται στα ρεκόρ Γκίνες. Είναι η λέξη «λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματοσιλφιοκαραβομελιτοκατακεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεραλεκτρυονοπτοκεφαλλιοκιγκλοπελειολαγῳοσιραιοβαφητραγανοπτερύγων», με την οποία ο Αριστοφάνης περιγράφει ένα γεύμα. Η Μαραγκού διασκευάζει τη λέξη, κρατώντας τον αριθμό των 78 συλλαβών και δημιουργεί το δικό της… μενού-γλωσσοδέτη.

Ακόμα, πέραν της εκτενέστατης βιβλιογραφίας (που απευθύνεται στους εκπαιδευτικούς Θεατρικής Αγωγής, αλλά και στους διδάσκοντες τα θεατρικά κείμενα που προβλέπονται στο πρόγραμμα σπουδών Γυμνασίου και Λυκείου), προτείνονται και ασκήσεις-δραστηριότητες μέσω των οποίων τα παιδιά μπορούν να «εξασκηθούν» σε αυτοσχεδιασμούς και σε προσομοιώσεις σκηνών του έργου, που αποτελούν αφορμή για ευρύτερες συζητήσεις.

Σύμφωνα με τον Θ. Γραμματά: «Το θέατρο […] αποσκοπεί στην ανάπτυξη της φαντασίας, στην αισθητική και συναισθηματική ανάπτυξη των μαθητών και μαθητριών, στην γνωσιακή ανάπτυξη και φυσικά στην ψυχαγωγία και διασκέδαση». Η διασκευή από την Ευγενία Μαραγκού της αριστοφανικής κωμωδίας υπηρετεί επάξια αυτούς τους στόχους.

 

«Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη
Θεατρική διασκευή για παιδιά και εφήβους
Ευγενία Μαραγκού
Εκδόσεις Σοκόλη
64 σελ.
ISBN 978-960-637-099-1
Τιμή €9,54

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/25220-ekklisiazouses-tou-aristofani


https://diastixo.gr

Percival Everett: «James»

 


Ο James του Πέρσιβαλ Έβερετ είναι ένα βιβλίο που σε κατακλύζει. Παίρνει ένα από τα πιο εμβληματικά κείμενα της αμερικανικής λογοτεχνίας, τις Περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν του Μαρκ Τουέιν, και το ανατρέπει εκ θεμελίων, προσφέροντάς μας την ιστορία όχι μέσα από τα μάτια του νεαρού Χακ, αλλά από την οπτική του Τζιμ, του «σκλάβου», που στο πρωτότυπο μένει στο περιθώριο, δέσμιος των στερεοτύπων και της περιορισμένης γλώσσας που του αποδίδεται.

Ο Έβερετ επιλέγει να του χαρίσει κάτι που του είχε στερηθεί: την πλήρη φωνή του. Έτσι, ο Τζιμ μετατρέπεται σε Τζέιμς, όχι πια το καρικατουρίστικο συνοδευτικό του Χακ, αλλά ένας άντρας με συναισθήματα, νοημοσύνη, αμφιβολίες και αξιοπρέπεια. Η μεταμόρφωση αυτή δεν είναι απλώς λογοτεχνική· είναι βαθιά πολιτική πράξη, μια αναθεώρηση της ίδιας της μνήμης.

Η αφήγηση ξεκινά με τον Τζιμ να ανακαλύπτει ότι πρόκειται να πουληθεί στη Νέα Ορλεάνη, μακριά από τη γυναίκα και την κόρη του. Η φυγή του γίνεται πράξη αυτοδιάσωσης, αλλά και πράξη αντίστασης απέναντι σε ένα σύστημα που δεν αναγνωρίζει την ανθρωπιά του. Παράλληλα, ο Χακ σκηνοθετεί τον θάνατό του για να ξεφύγει από τον βίαιο πατέρα του. Οι δυο τους θα συναντηθούν στη σχεδία που τους οδηγεί στον Μισισιπή, σε ένα ταξίδι προς την ελευθερία, που δεν είναι ποτέ δεδομένη, ούτε ποτέ πλήρως εφικτή.

Ο άνθρωπος που οι άλλοι θέλουν να βλέπουν ως «αμόρφωτο σκλάβο» αποδεικνύεται πνευματικός οδοιπόρος, ικανός να συνομιλεί με τις πιο ισχυρές φωνές του Διαφωτισμού.

Το βιβλίο διατηρεί την περιπέτεια και τον ρυθμό του πρωτότυπου, αλλά φορτίζεται με έναν διαφορετικό συναισθηματικό τόνο: σκληρότητα, βία, ειρωνεία, αλλά και μια διαυγή τρυφερότητα. Ο Έβερετ δεν εξιδανικεύει τον Τζιμ· τον παρουσιάζει ως έναν άνδρα που φοβάται, που γελά, που θυμώνει, που σκέφτεται. Έτσι, ο Τζέιμς αποκτά μια πολυπλοκότητα που αναδεικνύει τη βαρβαρότητα της δουλείας και ταυτόχρονα τη ρίζα πολλών κοινωνικών αδικιών που εξακολουθούν να μας αφορούν.

Ο Έβερετ, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ανακατασκευή της ιστορίας· δίνει στον Τζιμ μια εσωτερική ζωή πλούσια, σχεδόν ονειρική. Στα παράλληλα οράματά του, ο Τζιμ συναντά τον Ντιντερό και τον Βολταίρο, φιλοσόφους που του απευθύνονται σαν να ήταν συνομιλητής τους. Αυτές οι σκηνές, που ισορροπούν ανάμεσα στο παραλήρημα και στο φιλοσοφικό δοκίμιο, λειτουργούν σαν υπενθύμιση ότι η σκέψη και η αξιοπρέπεια δεν γνωρίζουν κοινωνικά δεσμά. Ο άνθρωπος που οι άλλοι θέλουν να βλέπουν ως «αμόρφωτο σκλάβο» αποδεικνύεται πνευματικός οδοιπόρος, ικανός να συνομιλεί με τις πιο ισχυρές φωνές του Διαφωτισμού.

Κομβικό στοιχείο του μυθιστορήματος είναι η γλώσσα. Ο Τουέιν είχε αποδώσει τον Τζιμ με περιορισμένο, απλοϊκό λόγο, που τον έκανε να μοιάζει αφελής. Ο Έβερετ αντιστρέφει αυτήν την προσέγγιση. Εισάγει την έννοια των Ebonics, τον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα των Αφροαμερικανών, με ιδιώματα, ρυθμό και εκφραστικά εργαλεία που αποτυπώνουν μια πλούσια πολιτισμική κληρονομιά. Τα Ebonics δεν είναι «σπασμένα αγγλικά», όπως συχνά έχουν υποτιμηθεί, αλλά ένας αυτόνομος τρόπος έκφρασης που φέρει μνήμη, αντίσταση και ταυτότητα.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Στο πρωτότυπο κείμενο, ο Έβερετ παίζει με αυτά τα επίπεδα: ο Τζιμ μιλάει «σπαστά» μπροστά στους λευκούς για να επιβιώσει, αλλά στον εσωτερικό του μονόλογο και στις ιδιωτικές στιγμές αναδύεται η πλήρης, εύστροφη και φιλοσοφημένη φωνή του. Αυτό το παιχνίδι με τη γλώσσα είναι από τα πιο σπουδαία επιτεύγματα του βιβλίου. Κι εδώ εντοπίζεται και το μοναδικό ίσως μειονέκτημα της ελληνικής μετάφρασης. Παρά την ευαισθησία και την καθαρότητα στην απόδοση της Μυρσίνης Γκανά, η ιδιαιτερότητα των Ebonics δύσκολα μεταφέρεται αυτούσια σε άλλη γλώσσα. Η απόχρωση ανάμεσα στο «παριστάνω τον αμόρφωτο» και στο «σκέφτομαι με ακρίβεια» κάποιες φορές ατονεί. Ακόμα κι έτσι, όμως, ο Έβερετ κατορθώνει να περάσει το μήνυμά του: η γλώσσα δεν είναι μόνο εργαλείο επικοινωνίας, αλλά και πεδίο καταπίεσης ή απελευθέρωσης.

Αυτό που μένει τελικά από το James δεν είναι μόνο η επανασύνδεση με μια κλασική ιστορία, αλλά η συγκλονιστική εμπειρία τού να βλέπεις έναν χαρακτήρα που ήταν σκιά να αποκτά οντότητα. Ο Έβερετ δεν γράφει μια απλή διασκευή. Γράφει ένα βιβλίο που συνομιλεί με το παρελθόν για να φωτίσει το παρόν. Ο Τζιμ γίνεται Τζέιμς και μέσα από τη μεταμόρφωσή του μας καλεί να ξανασκεφτούμε ποιοι μένουν στο περιθώριο της Ιστορίας και ποιοι έχουν το δικαίωμα να αφηγούνται.

Το φινάλε, που δεν θα αποκαλύψω, είναι συγκλονιστικό. Κλείνει τον κύκλο όχι με ηθικοπλαστικό τόνο, αλλά με μια γροθιά στο στομάχι και ταυτόχρονα με μια σπάνια τρυφερότητα. Εκεί καταλαβαίνεις ότι διάβασες ένα βιβλίο που θα μείνει.

Το μυθιστόρημα James δεν είναι απλώς μια «νέα εκδοχή» του Χάκλμπερι Φιν. Είναι ένα έργο που δικαίως κέρδισε το βραβείο Pulitzer 2025 και που θέτει τον Έβερετ στον πυρήνα της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας. Ένα έργο που γεφυρώνει το χιούμορ με τον τρόμο, τη λογοτεχνία με την Ιστορία, την προσωπική εμπειρία με τη συλλογική μνήμη. Και πάνω απ’ όλα, ένα έργο που μας δείχνει πώς η λογοτεχνία μπορεί να αποδώσει φωνή σε όσους τη στερήθηκαν.

 

James
Percival Everett
μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά
Ψυχογιός
352 σελ.
ISBN 978-618-01-6062-8
Τιμή €18,80

Αλεξία Βλάρα πολιτικός επιστήμονας και δημοσιογράφος

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/25221-james


https://diastixo.gr

Fredy Yezzed: «Το αλάτι της τρέλας»

 


Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο του Φρέδυ Γεσσέδ Το αλάτι της τρέλας, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και αποτελείται από μια σειρά πεζών ποιημάτων, την εκφραστική μετάφραση των οποίων έχει κάνει η έμπειρη Αγαθή Δημητρούκα. Ο επίλογος είναι του Xόρχε Μποκανέρα, ο οποίος σημειώνει: «Η καλλιγραφία της τρέλας έχει όψη από νυχιές στον τοίχο, γρατζουνιές από σκουριασμένες γλώσσες και στραβά καρφιά, ιστορίες συγκεντρωμένες στην κόψη ενός γυαλιού. Έτσι πρέπει να αποκρυπτογραφήσουμε το βιβλίο του Φρέδυ Γεσσέδ, σαν να περνάμε τα μάτια από μια τομή που πότε αρνείται και πότε μας δίνεται με μορφή προσωπικού ημερολογίου, πεζού ποιήματος, μικρομυθοπλασίας, απλής σημείωσης και μαρτυρίας ωμής ενός αβυσσαλέου εσωτερικού μονολόγου μέσα σ’ αυτό το κενό που σκάβουμε όλοι μας» (σελ. 55). Είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο με «ένταση που δεν κάνει ανακωχή» (σελ. 57), το οποίο προκαλεί δυνατή αίσθηση. Με γύρισε πολλά πολλά χρόνια πίσω και με έκανε να ανακαλέσω ένα προσωπικό μου βίωμα.

H αδερφή μου είναι ψυχολόγος και όταν ήταν φοιτήτρια, έτυχε να παρακολουθήσω μαζί της κάποιες διαλέξεις περί ψυχιατρικής. Σε μια διάλεξη, λοιπόν, του καθηγητή Τζαβάρα είδαμε ένα βίντεο με περιπτώσεις σχιζοφρενών. Μου είχε κάνει εντύπωση ο Μιχάλης, ένας μεσόκοπος συμπαθητικός άντρας που μιλούσε ακατάπαυστα, αλλά δεν έλεγε ασυναρτησίες. Τα λόγια του ακούγονταν σοφά. Μέσα σε αυτό το χάος των σκέψεών του είχε ποιητικές εκλάμψεις και ήταν πραγματικά συγκινητικός σε κάποια σημεία. Από τότε, ποτέ δεν τον ξέχασα. Μέχρι σήμερα τον διατηρώ ζωντανό στη μνήμη μου, γιατί με είχε συγκλονίσει. Έχουν περάσει πολλά χρόνια, πιθανότατα δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Αλλά η αίσθηση που μου είχε αφήσει είναι έντονη. Αυτόν σκέφτηκα αμέσως διαβάζοντας το βιβλίο.

Αναρωτιέσαι πώς μπορεί κάποιος να σκέφτεται έτσι και την ίδια στιγμή βρίσκεις μέσα σε αυτά τον εαυτό σου.

O Αριέλ Μύλλερ (ετερώνυμο του Φρέδυ Γεσσέδ) εξηγεί στον πρόλογο του βιβλίου πώς αυτό προέκυψε. Καταθέτει την ιστορία του: πώς ξεκίνησαν όλα με τη διάγνωση της ψυχικής διαταραχής, τη ζωή του στο ψυχιατρικό νοσοκομείο, τη σύνδεσή του με την ευεργετική γι’ αυτόν ψυχίατρο Νταλσόττο, στην οποία αφιερώνει και το βιβλίο. Εκείνη σε συνεργασία με έναν γνωστό ποιητή ασχολήθηκαν με τα κείμενά του, που γεννήθηκαν ίσως στο πλαίσιο της ασυναρτησίας και της τρέλας που τον βασάνιζε, όμως εξελίχθηκαν σε κάτι λογοτεχνικό και κατέληξαν σε έκδοση. Και όχι απλά σε έκδοση. Το βιβλίο πήρε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Macedonio Fernández.

Δυνατή η χρήση του α’ προσώπου, εσωτερικός μονόλογος με ένταση. Ασυναρτησία και λογική μαζί. Σουρεαλισμός σε συνύπαρξη με ψήγματα ρεαλισμού. Νιώθεις τη δύναμη της γλώσσας, που ξεπερνά τα ίδια της τα όρια. Αναρωτιέσαι πώς μπορεί κάποιος να σκέφτεται έτσι και την ίδια στιγμή βρίσκεις μέσα σε αυτά τον εαυτό σου. Συναντάς σκέψεις, συναισθήματα που δεν έχεις τολμήσει να εκφράσεις. Μου θυμίζει τους ατελείωτους και σοκαριστικούς μονολόγους του τρόφιμου Μιχάλη που προανέφερα, ο οποίος σε έκανε να αναρωτιέσαι αν μπορεί ένας σχιζοφρενής να εκφράζεται τόσο απίστευτα γλαφυρά, σοφά, ουσιαστικά, συγκροτημένα. Και την επόμενη στιγμή να αποδομεί τα πάντα και να σε οδηγεί σε κόσμους θραυσματικούς, αλλά και ατελείωτα μοναχικούς. Ίσως, αν κάποιος είχε σκύψει με στοργή πάνω στους μονολόγους του Μιχάλη, αυτοί να είχαν γίνει κείμενα και να είχαν εκδοθεί, όπως συνέβη και με τον Μύλλερ.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Παραθέτω ενδεικτικά κάποιες πρώτες προτάσεις από τα πεζοποιήματα του βιβλίου, οι οποίες δίνουν μια γεύση από την ατμόσφαιρα που αυτό δημιουργεί. Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν τίτλοι για τα κείμενα, αλλά όλες οι πρώτες προτάσεις είναι γραμμένες με κεφαλαία και έχουν μια ιδιαίτερη δυναμική. Για παράδειγμα: «ΞΑΝΑ ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ», «ΕΙΝΑΙ ΦΑΝΕΡΟ ΠΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕ ΑΠ’ ΤΟ ΚΡΑΝΙΟ ΜΟΥ», «Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ», «ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΒΡΗΚΑ ΜΙΑ ΦΟΒΙΑ».

Είναι ένα σπουδαίο βιβλίο αυτό. Είναι ένα βιβλίο που μας κάνει να σκεφτούμε πάνω στα ανθρώπινα όρια. Μοιραία, μας θέτει ποικίλα ερωτήματα που έχουν χροιά φιλοσοφική. Πού τελειώνει η τρέλα και πού αρχίζει η λογική; Πώς ορίζεται το λογικό, εν τέλει; Τι συνιστά λογοτεχνία; Πώς η λογοτεχνία είναι δραστική;

Κλείνω τούτο το σημείωμα με ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο (σελ. 31):

ΞΑΝΑ ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ. Στο κέντρο ακριβώς της εγκατάλειψης. Με τα μάτια ορθάνοιχτα προς τον άσπρο τοίχο. Με τη μυρωδιά καμένων χόρτων μέσα μου. Μεθυσμένος κάτω από μια γέφυρα ενώ χιονίζει. Πνιγμένος από μια χούφτα ζωντανής σκόνης. Χήρος που κατεβάζει το παντελόνι του μοναχικά. Με όλη την ερημιά στον λαιμό. Με όλους τους θορύβους να τσιμπολογούν τη γλώσσα. Με όλο το χαλάζι να συσσωρεύεται στη μνήμη./ Οι λέξεις, οι λέξεις, οι λέξεις./ Οι λέξεις δεν με βοηθάνε να μην θέλω να πεθάνω.

 

Το αλάτι της τρέλας
Πεζά ποιήματα
Φρέδυ Γεσσέδ
Επίλογος: Χόρχε Μποκανέρα
Μετάφραση: Αγαθή Δημητρούκα
Εκδόσεις Πατάκη
64 σελ.
ISBN 978-618-07-0935-3
Τιμή 5,50€

Ασημίνα Ξηρογιάννη ποιήτρια και θεατρολόγος

https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/25202-to-alati-ths-trelas


https://diastixo.gr


Jeanne Willis: συνέντευξη στη Ράνια Μπουμπουρή

 


Η Τζιν Γουίλις γεννήθηκε στο Σεντ Άλμπανς της Αγγλίας το 1959. Προτού στραφεί αποκλειστικά στη συγγραφή, εργάστηκε επί χρόνια στον χώρο της διαφήμισης ως κειμενογράφος, δημιουργώντας διαφημιστικά σποτ για την τηλεόραση, τον κινηματογράφο και το ραδιόφωνο. Μέχρι στιγμής έχει γράψει περισσότερα από 400 βιβλία (εικονογραφημένα, εκπαιδευτικά, παραμύθια, εφηβικά και ποίηση για παιδιά), που κυκλοφορούν σε πολλές χώρες του κόσμου – στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει δεκαπέντε από αυτά. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στη χώρα μας το βιβλίο της Θυμάμαι, από τον εκδοτικό οίκο Susaeta, το οποίο μέσα από μια τρυφερή, συγκινητική ιστορία βοηθά τα μικρά παιδιά να καταλάβουν τι είναι η άνοια. Και, καθώς η 21η Σεπτεμβρίου έχει οριστεί ως Παγκόσμια Ημέρα Αλτσχάιμερ, μας δόθηκε η αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.

Έχετε γράψει, μέχρι στιγμής, πάνω από 400 βιβλία για παιδιά. Πώς ξεκίνησε το ταξίδι σας στον κόσμο του παιδικού βιβλίου;

Άρχισα να γράφω από πέντε ετών κι έχω ακόμη τα χειροποίητα εκείνα βιβλία μου – έγραφα με μολύβι κι ύστερα κολλούσα τις σελίδες μεταξύ τους. Ωστόσο, ποτέ δεν είχα σκεφτεί να γίνω συγγραφέας· έγραφα για το κέφι μου. Σε ηλικία είκοσι ενός ετών, όμως, ενώ εργαζόμουν ως κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία, ο καλλιτεχνικός διευθυντής μού ζήτησε να γράψω μια ιστορία για να την εικονογραφήσει η σύζυγός του, η Μάργκαρετ Τσάμπερλεν. Έγραψα την Ιστορία του Τζόρτζι Γκραμπ, η Μάργκαρετ την εικονογράφησε και άρχισε να δείχνει τη δουλειά μας· σύντομα, λοιπόν, μου τηλεφώνησε o εκδότης Κλάους Φλούγκε, από τον οίκο Andersen Press, ο οποίος ήθελε να εκδώσει το βιβλίο μας – είχα βρεθεί στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή! Η τύχη έπαιξε μεγάλο ρόλο σε αυτό.

Τα παιδιά είναι παιδιά, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής τους· όλα έχουν τις ίδιες ελπίδες και τους ίδιους φόβους.

Έχοντας δουλέψει πολλά χρόνια στον χώρο της διαφήμισης ως κειμενογράφος, ποιες ομοιότητες θα λέγατε ότι υπάρχουν ανάμεσα στο να γράφετε κείμενα για διαφημίσεις και βιβλία για παιδιά;

Όταν εκπαιδευόμουν ως κειμενογράφος, έμαθα τρία βασικά πράγματα: όταν γράφεις ένα κείμενο για μια διαφημιστική καταχώριση στον Τύπο, για μια αφίσα ή για ένα σποτ, πρέπει να βασίζεσαι σε μια καλή ιδέα, να σκέφτεσαι με εικόνες και να γράφεις περιεκτικά, διότι έχεις ελάχιστο χρόνο/χώρο για να περάσεις το μήνυμά σου. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τα εικονοβιβλία – έχεις μόνο δώδεκα σαλόνια στη διάθεσή σου και, καθώς μια εικόνα λέει χίλιες λέξεις, θα πρέπει ν’ αφήσεις την εικονογράφηση να πει το 50% της ιστορίας σου, ενώ φροντίζεις και να μετρά η κάθε λέξη που γράφεις.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Ας περάσουμε στο Θυμάμαι, το βιβλίο σας που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά: «…Επειδή ο Τζορτζ ήξερε ότι, ακόμα κι αν το μυαλό της γιαγιάς ξεχνούσε ποιος ήταν, η καρδιά της πάντα το θυμόταν». Τι σας κινητοποίησε να γράψετε αυτήν την ιστορία;

Έχουμε ιστορικό άνοιας στην οικογένειά μου. Η προγιαγιά και ο προπάππους μου είχαν άνοια, όπως και ο μπαμπάς μου, τον οποίο είχα αναλάβει να φροντίζω. Επίσης, άνοια είχε και ο πατέρας της επιμελήτριάς μου (στον οποίο είναι αφιερωμένο το βιβλίο). Μέχρι που αποφάσισα να καταπιαστώ με αυτό το θέμα, δεν υπήρχε άλλο εικονογραφημένο βιβλίο για την άνοια κι έτσι το θεωρήσαμε απαραίτητο.

Προσεγγίσατε το θέμα της άνοιας με γλυκύτητα και τρυφερότητα. Δυσκολευτήκατε σε αυτό;

Για να είμαι ειλικρινής δε δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα, διότι είχα ζήσει την κατάσταση αυτή με την προγιαγιά μου, με τον μπαμπά μου και με μια άλλη ηλικιωμένη κυρία, με την οποία γίναμε φίλες στον οίκο ευγηρίας όπου ζούσε η μαμά μου. Η ιδέα για την πλοκή μού ήρθε όταν ένας φίλος μου επισκέφτηκε στο νοσοκομείο τον πατέρα του, ο οποίος είχε άνοια. «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε ο πατέρας του. «Ο Πάτρικ!» απάντησε ο φίλος μου. «Α!» χαμογέλασε ο πατέρας του, «κι ο γιος μου Πάτρικ λέγεται». Ήταν να σου ραγίζει η καρδιά που δεν αναγνώριζε τον ίδιο του τον γιο, αλλά και που μιλούσε με τόση αγάπη για κείνον.

Ποιο είναι το δυσκολότερο θέμα με το οποίο έχετε καταπιαστεί μέχρι στιγμής;

Υπάρχουν δύο θέματα για τα οποία προσπάθησα να γράψω, μα δεν τα κατάφερα: για τον θάνατο ενός παιδιού, όταν μια φίλη μου έχασε την πεντάχρονη κορούλα της, και για την παιδική κακοποίηση. Ήλπιζα πραγματικά να βρω έναν τρόπο να προσεγγίσω τα δύο αυτά θέματα, το αποτέλεσμα όμως ήταν πολύ λυπητερό ακόμα και στην πιο ήπια μορφή του. Ίσως τέτοια βιβλία θα πρέπει να γράφονται από επαγγελματίες παιδοψυχολόγους – δε θα ήθελα να βλάψω κάποιο παιδί αντί να το βοηθήσω, λόγω άγνοιας.

Η εικονογράφηση παίζει σπουδαίο ρόλο στα παιδικά βιβλία. Εσείς επιλέγετε τον/την εικονογράφο των βιβλίων σας; Και πώς ήταν η συνεργασία σας με τη Ρακιέλ Καταλίνα στο Θυμάμαι;

Συνήθως, το τμήμα της επιμέλειας προτείνει κάποιον/-α εικονογράφο που θεωρεί ότι ταιριάζει στο κείμενο, αλλά πάντα μου δίνεται το περιθώριο της επιλογής. Η Ρακιέλ ήταν τέλεια για την ιστορία αυτή· ωστόσο, όπως συμβαίνει συχνά στις μέρες μας ανάμεσα σε συγγραφείς και εικονογράφους, δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ από κοντά. Εμπιστεύομαι την/τον εικονογράφο του βιβλίου μου ότι θα παραδώσει μια καλή δουλειά, όπως αντίστοιχα εμπιστεύεται και η/ο εικονογράφος εμένα. Πάντως, συνεργάστηκα με τον Τόνι Ρος για πολλά χρόνια και συναντιόμασταν συχνά – όχι για να «δουλέψουμε», αλλά επειδή ήμασταν πολύ καλοί φίλοι. Μου λείπουν εκείνα τα χρόνια.

Τα βιβλία σας έχουν μεταφραστεί σε πολλές χώρες. Υπάρχει κάποιο μυστικό γι’ αυτήν την επιτυχία;

Ευχαριστώ που με θεωρείτε επιτυχημένη, αλλά δεν υπάρχει κανένα μυστικό – τα παιδιά είναι παιδιά, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής τους· όλα έχουν τις ίδιες ελπίδες και τους ίδιους φόβους. Επίσης, νιώθω ότι ποτέ δε μεγάλωσα στ’ αλήθεια, ότι ποτέ δεν ανήκα στον κόσμο των ενηλίκων, άρα μήπως σκέφτομαι ακόμη σαν παιδί;

Είναι κυρίως θέμα ταλέντου ή δεξιοτήτων –που αποκτά κανείς, λόγου χάρη, σε σεμινάρια– το να μπορεί να μπει κανείς στο μυαλό ενός παιδιού;

Είναι ένας συνδυασμός ταλέντου, δεξιοτήτων που αποκτιούνται/διδάσκονται και ενθάρρυνσης. Κάποια παιδιά γεννιούνται ξέροντας πώς να κλοτσήσουν μια μπάλα, πώς να τραγουδούν καλά ή να χορεύουν, ενώ άλλα έχουν το χάρισμα να κάνουν λογοπαίγνια, ωστόσο όλοι οι άνθρωποι πρέπει να καλλιεργούμε τα ταλέντα μας. Το ότι μου είπε ένας άνθρωπος που αγαπούσα «είσαι καλή σ’ αυτό» και το ότι με στήριξε πολύ κάποιος άνθρωπος στο σχολείο, μου έδωσαν την απαραίτητη αυτοπεποίθηση για να πιστέψω ότι μπορούσα να γράψω.

Έχει σημασία για σας να γράφετε βιβλία που ν’ αρέσουν εξίσου σε μεγάλους και παιδιά;

Σαφώς! Εάν μια ιστορία αρέσει σ’ ένα παιδί, θα θέλει να την ακούει συνέχεια, οπότε θα πρέπει τα κείμενά μου ν’ αρέσουν και στους εξαντλημένους του γονείς την ώρα του ύπνου. Αυτό το έμαθα όταν απέκτησα παιδιά η ίδια. «Διάβασέ το πάλι, μαμά! Διάβασέ το πάλι...»

Είναι δύσκολο να καλλιεργήσουν οι γονείς τη φιλαναγνωσία στα παιδιά τους;

Εδώ χωράει πολλή συζήτηση. Εγώ διάβαζα κάθε βράδυ στα παιδιά μου, μέχρι που πήγαν στο Γυμνάσιο. Έλεγαν ότι αυτές ήταν οι καλύτερες στιγμές της παιδικής τους ηλικίας, οπότε θα ήλπιζε κανείς πως θα γίνονταν βιβλιοφάγοι. Ε, λοιπόν, ο γιος μου μετά βίας διάβαζε κανένα βιβλίο στην ηλικία 11-25 ετών, αλλά ευτυχώς πλέον διαβάζει όλη την ώρα. Η κόρη μου ακόμη δε διαβάζει πολύ, αλλά διάβαζε κάποτε και μπορεί να στραφεί ξανά στα βιβλία στο μέλλον. Ως γονείς μπορούμε να προσπαθήσουμε να καλλιεργήσουμε τη φιλαναγνωσία, αλλά μέχρι εκεί. Λυπάμαι πολύ τα παιδιά –και τους γονείς– που δεν ένιωσαν τη χαρά τού να τους διαβάζει ένα βιβλίο κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο.

Ποια βιβλία θα χαρακτηρίζατε «καλά» για τα παιδιά;

Τα δικά μου! (χαμόγελο)

Ποιο είναι το πιο αναπάντεχο σχόλιο που έχετε λάβει από κάποιον αναγνώστη ή αναγνώστρια;

Μια αναγνώστρια μου είπε ότι είχε τσακωθεί φοβερά με τη μητέρα της και δε μιλιόνταν για χρόνια. Όταν τελικά τα ξαναβρήκαν, για να το γιορτάσουν έκαναν τατουάζ τους χαρακτήρες από το βιβλίο μου The Monster Bed [Το τερατοκρεβάτι] – ένα γλυκό, πράσινο τερατάκι και τη μητέρα του. Προφανώς, όταν ήταν μικρή αυτή η κοπέλα, η μητέρα της της διάβαζε το εν λόγω βιβλίο κάθε βράδυ και το τατουάζ τούς θύμιζε τις ωραίες στιγμές που περνούσαν παρέα – μάλιστα, μου έστειλαν και φωτογραφίες τους!

Έχετε επισκεφτεί ποτέ την Ελλάδα;

Ναι, και μου άρεσε πολύ! Είχα νοικιάσει ένα σπιτάκι στην παραλία και μου φαινόταν σαν να βρισκόμουν στον παράδεισο.

 

Θυμάμαι
Τα πιο σημαντικά πράγματα δεν ξεχνιούνται ποτέ...
Jeanne Willis
εικονογράφηση: Raquel Catalina
μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή
Susaeta
40 σελ.
ISBN 978-618-224-241-4
Τιμή €12,90

Ράνια Μπουμπουρή δημοσιογράφος, επιμελήτρια εκδόσεων, μεταφράστρια και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας

https://diastixo.gr/sinentefxeis/xenoi/25217-jeanne-willis-synedefksi


https://diastixo.gr

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Καταχειροκροτήθηκε η όπερα Ιλιάδα του Παναγιώτη Καρούσου στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας

 
Εντυπωσίασε η όπερα Ιλιάδα του Παναγιώτη Καρούσου στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας

 

Την Κυριακὴ 11 Ιανουαρίου 2026, ο Όμιλος για την UNESCO Πειραιώς & Νήσων σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό International ACTION ART παρουσίασε με μεγάλη επιτυχία αποσπάσματα από την όπερα Ιλιάδα του διεθνούς φήμης μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη Καρούσου στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.).

Συμμετείχε το Μουσικό Σύνολο «Ραψωδοί» με επικεφαλής την γνωστή υψίφωνο Ρέα Βουδούρη που ερμήνευσε την Ωραία Ελένη, και απέσπασε θερμό χειροκρότημα.

Μαζί της τραγούδησαν ο τενόρος Γιάννης Δάρρειος στο ρόλο του Έκτορα, η Μαρία Γρηγορίου, η Σοφία Δαράκη, και στο πιάνο συνόδευσε η Χριστιάνα Μάνου.

Την όπερα πλαισίωσαν η Χορευτική ομάδα Καρυάτιδες της INTERNATIONAL ACTION ART σε χορογραφίες και κοστούμια της ζωγράφου - χορογράφου Anna Golovinskaya, με Καρυάτιδες, Kalinka Τεπλιάκοβα, Nantezvnta Καρνιούσκα, Είρηνα Τσιλιμίγκρα, Όλγα Ντεμίντοβα, Μαργκαρίτα Κοζοκαρι, Ασέα Σλοκβένκο Ολένα

Στον μουσικοσυνθέτη Παναγιώτη Καρούσο απονεμήθηκε τιμητική πλακέτα από τον Ιωάννη Μαρωνίτη, Πρόεδρο του Ομίλου για την UNESCO Πειραιώς και Νήσων και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ομίλων, Συλλόγων και Κέντρων της UNESCO (WFUCA) για την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.


























Αλέξης Πανσέληνος: «Ξεχασμένες λέξεις»

  Διώνη Δημητριάδου      Μόναχο, 20-11-2014 Όταν έφτασα με το τρένο στις 20 Οκτωβρίου του ’66, τα σκαλοπάτια του βαγονιού ήταν σαν να με απο...