Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Jeanne Willis: συνέντευξη στη Ράνια Μπουμπουρή

 


Η Τζιν Γουίλις γεννήθηκε στο Σεντ Άλμπανς της Αγγλίας το 1959. Προτού στραφεί αποκλειστικά στη συγγραφή, εργάστηκε επί χρόνια στον χώρο της διαφήμισης ως κειμενογράφος, δημιουργώντας διαφημιστικά σποτ για την τηλεόραση, τον κινηματογράφο και το ραδιόφωνο. Μέχρι στιγμής έχει γράψει περισσότερα από 400 βιβλία (εικονογραφημένα, εκπαιδευτικά, παραμύθια, εφηβικά και ποίηση για παιδιά), που κυκλοφορούν σε πολλές χώρες του κόσμου – στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει δεκαπέντε από αυτά. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στη χώρα μας το βιβλίο της Θυμάμαι, από τον εκδοτικό οίκο Susaeta, το οποίο μέσα από μια τρυφερή, συγκινητική ιστορία βοηθά τα μικρά παιδιά να καταλάβουν τι είναι η άνοια. Και, καθώς η 21η Σεπτεμβρίου έχει οριστεί ως Παγκόσμια Ημέρα Αλτσχάιμερ, μας δόθηκε η αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.

Έχετε γράψει, μέχρι στιγμής, πάνω από 400 βιβλία για παιδιά. Πώς ξεκίνησε το ταξίδι σας στον κόσμο του παιδικού βιβλίου;

Άρχισα να γράφω από πέντε ετών κι έχω ακόμη τα χειροποίητα εκείνα βιβλία μου – έγραφα με μολύβι κι ύστερα κολλούσα τις σελίδες μεταξύ τους. Ωστόσο, ποτέ δεν είχα σκεφτεί να γίνω συγγραφέας· έγραφα για το κέφι μου. Σε ηλικία είκοσι ενός ετών, όμως, ενώ εργαζόμουν ως κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία, ο καλλιτεχνικός διευθυντής μού ζήτησε να γράψω μια ιστορία για να την εικονογραφήσει η σύζυγός του, η Μάργκαρετ Τσάμπερλεν. Έγραψα την Ιστορία του Τζόρτζι Γκραμπ, η Μάργκαρετ την εικονογράφησε και άρχισε να δείχνει τη δουλειά μας· σύντομα, λοιπόν, μου τηλεφώνησε o εκδότης Κλάους Φλούγκε, από τον οίκο Andersen Press, ο οποίος ήθελε να εκδώσει το βιβλίο μας – είχα βρεθεί στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή! Η τύχη έπαιξε μεγάλο ρόλο σε αυτό.

Τα παιδιά είναι παιδιά, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής τους· όλα έχουν τις ίδιες ελπίδες και τους ίδιους φόβους.

Έχοντας δουλέψει πολλά χρόνια στον χώρο της διαφήμισης ως κειμενογράφος, ποιες ομοιότητες θα λέγατε ότι υπάρχουν ανάμεσα στο να γράφετε κείμενα για διαφημίσεις και βιβλία για παιδιά;

Όταν εκπαιδευόμουν ως κειμενογράφος, έμαθα τρία βασικά πράγματα: όταν γράφεις ένα κείμενο για μια διαφημιστική καταχώριση στον Τύπο, για μια αφίσα ή για ένα σποτ, πρέπει να βασίζεσαι σε μια καλή ιδέα, να σκέφτεσαι με εικόνες και να γράφεις περιεκτικά, διότι έχεις ελάχιστο χρόνο/χώρο για να περάσεις το μήνυμά σου. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τα εικονοβιβλία – έχεις μόνο δώδεκα σαλόνια στη διάθεσή σου και, καθώς μια εικόνα λέει χίλιες λέξεις, θα πρέπει ν’ αφήσεις την εικονογράφηση να πει το 50% της ιστορίας σου, ενώ φροντίζεις και να μετρά η κάθε λέξη που γράφεις.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Ας περάσουμε στο Θυμάμαι, το βιβλίο σας που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά: «…Επειδή ο Τζορτζ ήξερε ότι, ακόμα κι αν το μυαλό της γιαγιάς ξεχνούσε ποιος ήταν, η καρδιά της πάντα το θυμόταν». Τι σας κινητοποίησε να γράψετε αυτήν την ιστορία;

Έχουμε ιστορικό άνοιας στην οικογένειά μου. Η προγιαγιά και ο προπάππους μου είχαν άνοια, όπως και ο μπαμπάς μου, τον οποίο είχα αναλάβει να φροντίζω. Επίσης, άνοια είχε και ο πατέρας της επιμελήτριάς μου (στον οποίο είναι αφιερωμένο το βιβλίο). Μέχρι που αποφάσισα να καταπιαστώ με αυτό το θέμα, δεν υπήρχε άλλο εικονογραφημένο βιβλίο για την άνοια κι έτσι το θεωρήσαμε απαραίτητο.

Προσεγγίσατε το θέμα της άνοιας με γλυκύτητα και τρυφερότητα. Δυσκολευτήκατε σε αυτό;

Για να είμαι ειλικρινής δε δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα, διότι είχα ζήσει την κατάσταση αυτή με την προγιαγιά μου, με τον μπαμπά μου και με μια άλλη ηλικιωμένη κυρία, με την οποία γίναμε φίλες στον οίκο ευγηρίας όπου ζούσε η μαμά μου. Η ιδέα για την πλοκή μού ήρθε όταν ένας φίλος μου επισκέφτηκε στο νοσοκομείο τον πατέρα του, ο οποίος είχε άνοια. «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε ο πατέρας του. «Ο Πάτρικ!» απάντησε ο φίλος μου. «Α!» χαμογέλασε ο πατέρας του, «κι ο γιος μου Πάτρικ λέγεται». Ήταν να σου ραγίζει η καρδιά που δεν αναγνώριζε τον ίδιο του τον γιο, αλλά και που μιλούσε με τόση αγάπη για κείνον.

Ποιο είναι το δυσκολότερο θέμα με το οποίο έχετε καταπιαστεί μέχρι στιγμής;

Υπάρχουν δύο θέματα για τα οποία προσπάθησα να γράψω, μα δεν τα κατάφερα: για τον θάνατο ενός παιδιού, όταν μια φίλη μου έχασε την πεντάχρονη κορούλα της, και για την παιδική κακοποίηση. Ήλπιζα πραγματικά να βρω έναν τρόπο να προσεγγίσω τα δύο αυτά θέματα, το αποτέλεσμα όμως ήταν πολύ λυπητερό ακόμα και στην πιο ήπια μορφή του. Ίσως τέτοια βιβλία θα πρέπει να γράφονται από επαγγελματίες παιδοψυχολόγους – δε θα ήθελα να βλάψω κάποιο παιδί αντί να το βοηθήσω, λόγω άγνοιας.

Η εικονογράφηση παίζει σπουδαίο ρόλο στα παιδικά βιβλία. Εσείς επιλέγετε τον/την εικονογράφο των βιβλίων σας; Και πώς ήταν η συνεργασία σας με τη Ρακιέλ Καταλίνα στο Θυμάμαι;

Συνήθως, το τμήμα της επιμέλειας προτείνει κάποιον/-α εικονογράφο που θεωρεί ότι ταιριάζει στο κείμενο, αλλά πάντα μου δίνεται το περιθώριο της επιλογής. Η Ρακιέλ ήταν τέλεια για την ιστορία αυτή· ωστόσο, όπως συμβαίνει συχνά στις μέρες μας ανάμεσα σε συγγραφείς και εικονογράφους, δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ από κοντά. Εμπιστεύομαι την/τον εικονογράφο του βιβλίου μου ότι θα παραδώσει μια καλή δουλειά, όπως αντίστοιχα εμπιστεύεται και η/ο εικονογράφος εμένα. Πάντως, συνεργάστηκα με τον Τόνι Ρος για πολλά χρόνια και συναντιόμασταν συχνά – όχι για να «δουλέψουμε», αλλά επειδή ήμασταν πολύ καλοί φίλοι. Μου λείπουν εκείνα τα χρόνια.

Τα βιβλία σας έχουν μεταφραστεί σε πολλές χώρες. Υπάρχει κάποιο μυστικό γι’ αυτήν την επιτυχία;

Ευχαριστώ που με θεωρείτε επιτυχημένη, αλλά δεν υπάρχει κανένα μυστικό – τα παιδιά είναι παιδιά, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής τους· όλα έχουν τις ίδιες ελπίδες και τους ίδιους φόβους. Επίσης, νιώθω ότι ποτέ δε μεγάλωσα στ’ αλήθεια, ότι ποτέ δεν ανήκα στον κόσμο των ενηλίκων, άρα μήπως σκέφτομαι ακόμη σαν παιδί;

Είναι κυρίως θέμα ταλέντου ή δεξιοτήτων –που αποκτά κανείς, λόγου χάρη, σε σεμινάρια– το να μπορεί να μπει κανείς στο μυαλό ενός παιδιού;

Είναι ένας συνδυασμός ταλέντου, δεξιοτήτων που αποκτιούνται/διδάσκονται και ενθάρρυνσης. Κάποια παιδιά γεννιούνται ξέροντας πώς να κλοτσήσουν μια μπάλα, πώς να τραγουδούν καλά ή να χορεύουν, ενώ άλλα έχουν το χάρισμα να κάνουν λογοπαίγνια, ωστόσο όλοι οι άνθρωποι πρέπει να καλλιεργούμε τα ταλέντα μας. Το ότι μου είπε ένας άνθρωπος που αγαπούσα «είσαι καλή σ’ αυτό» και το ότι με στήριξε πολύ κάποιος άνθρωπος στο σχολείο, μου έδωσαν την απαραίτητη αυτοπεποίθηση για να πιστέψω ότι μπορούσα να γράψω.

Έχει σημασία για σας να γράφετε βιβλία που ν’ αρέσουν εξίσου σε μεγάλους και παιδιά;

Σαφώς! Εάν μια ιστορία αρέσει σ’ ένα παιδί, θα θέλει να την ακούει συνέχεια, οπότε θα πρέπει τα κείμενά μου ν’ αρέσουν και στους εξαντλημένους του γονείς την ώρα του ύπνου. Αυτό το έμαθα όταν απέκτησα παιδιά η ίδια. «Διάβασέ το πάλι, μαμά! Διάβασέ το πάλι...»

Είναι δύσκολο να καλλιεργήσουν οι γονείς τη φιλαναγνωσία στα παιδιά τους;

Εδώ χωράει πολλή συζήτηση. Εγώ διάβαζα κάθε βράδυ στα παιδιά μου, μέχρι που πήγαν στο Γυμνάσιο. Έλεγαν ότι αυτές ήταν οι καλύτερες στιγμές της παιδικής τους ηλικίας, οπότε θα ήλπιζε κανείς πως θα γίνονταν βιβλιοφάγοι. Ε, λοιπόν, ο γιος μου μετά βίας διάβαζε κανένα βιβλίο στην ηλικία 11-25 ετών, αλλά ευτυχώς πλέον διαβάζει όλη την ώρα. Η κόρη μου ακόμη δε διαβάζει πολύ, αλλά διάβαζε κάποτε και μπορεί να στραφεί ξανά στα βιβλία στο μέλλον. Ως γονείς μπορούμε να προσπαθήσουμε να καλλιεργήσουμε τη φιλαναγνωσία, αλλά μέχρι εκεί. Λυπάμαι πολύ τα παιδιά –και τους γονείς– που δεν ένιωσαν τη χαρά τού να τους διαβάζει ένα βιβλίο κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο.

Ποια βιβλία θα χαρακτηρίζατε «καλά» για τα παιδιά;

Τα δικά μου! (χαμόγελο)

Ποιο είναι το πιο αναπάντεχο σχόλιο που έχετε λάβει από κάποιον αναγνώστη ή αναγνώστρια;

Μια αναγνώστρια μου είπε ότι είχε τσακωθεί φοβερά με τη μητέρα της και δε μιλιόνταν για χρόνια. Όταν τελικά τα ξαναβρήκαν, για να το γιορτάσουν έκαναν τατουάζ τους χαρακτήρες από το βιβλίο μου The Monster Bed [Το τερατοκρεβάτι] – ένα γλυκό, πράσινο τερατάκι και τη μητέρα του. Προφανώς, όταν ήταν μικρή αυτή η κοπέλα, η μητέρα της της διάβαζε το εν λόγω βιβλίο κάθε βράδυ και το τατουάζ τούς θύμιζε τις ωραίες στιγμές που περνούσαν παρέα – μάλιστα, μου έστειλαν και φωτογραφίες τους!

Έχετε επισκεφτεί ποτέ την Ελλάδα;

Ναι, και μου άρεσε πολύ! Είχα νοικιάσει ένα σπιτάκι στην παραλία και μου φαινόταν σαν να βρισκόμουν στον παράδεισο.

 

Θυμάμαι
Τα πιο σημαντικά πράγματα δεν ξεχνιούνται ποτέ...
Jeanne Willis
εικονογράφηση: Raquel Catalina
μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή
Susaeta
40 σελ.
ISBN 978-618-224-241-4
Τιμή €12,90

Ράνια Μπουμπουρή δημοσιογράφος, επιμελήτρια εκδόσεων, μεταφράστρια και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας

https://diastixo.gr/sinentefxeis/xenoi/25217-jeanne-willis-synedefksi


https://diastixo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αλέξης Πανσέληνος: «Ξεχασμένες λέξεις»

  Διώνη Δημητριάδου      Μόναχο, 20-11-2014 Όταν έφτασα με το τρένο στις 20 Οκτωβρίου του ’66, τα σκαλοπάτια του βαγονιού ήταν σαν να με απο...