- Ανθούλα Δανιήλ
Τον γερμανόφωνο Ελβετό συγγραφέα Φρίντριχ Ντίρενματ γνωρίσαμε στην Ελλάδα, όταν ανέβηκαν στο Εθνικό Θέατρο η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας με την Κατίνα Παξινού στον ρόλο, το 1961, ή οι Φυσικοί το 1963, με πρωταγωνιστές τους: Μινωτή, Παξινού, Χατζηαργύρη, Καλλέργη, Μορίδη, Ζερβό και άλλους γνωστούς και αγαπημένους καλλιτέχνες. Βεβαίως, τα έργα ανέβηκαν και σε άλλα θέατρα και πάντα με επιτυχία για την επικαιρότητα των θεμάτων τους.
Η Κοιλάδα της Αταξίας, κύκνειο άσμα του, κυκλοφόρησε το 1989, έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, από τον εκδοτικό οίκο Diogenes στη Ζυρίχη. Από μια άποψη, είναι ένα βιβλίο το οποίο γεννήθηκε από τα άλλα βιβλία του, κάτι σαν τελικός απολογισμός, όπου ο αναγνώστης θα βρει τι απασχόλησε τον συγγραφέα σε όλη τη ζωή του. Γιος Διαμαρτυρόμενου ιερέα, με σπουδές στη θεολογία και φιλοσοφία, επόμενο ήταν να τον απασχολήσουν και οι δύο επιστήμες, καθώς και η πολιτική, η κριτική, το οργανωμένο έγκλημα, που είδε μέσα από τον μεγεθυντικό φακό της ειρωνείας, της σάτιρας, του παράλογου, της μεταφυσικής και των αντιφάσεων.
Η Πελαγία Τσινάρη στο εμπεριστατωμένο Επίμετρο του βιβλίου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ροές σε μετάφραση του Βασίλη Πατέρα, βάζει τα πράγματα στη θέση τους με την ευκαιρία του κυρίως θέματος – τη δημιουργία ενός ξενοδοχείου –«Οίκος της φτώχειας»– για πλούσιους που θα ζήσουν σαν φτωχοί, αλλά τον χειμώνα θα γίνει οίκος για να κρύβονται εγκληματίες. Το ξενοδοχείο είναι πραγματικό· πρόκειται για το Waldhaus Vulpera, όπου πήγαινε συχνά ο Ντίρενματ και το οποίο παραδόθηκε στις φλόγες μόλις ο συγγραφέας ολοκλήρωσε το έργο του. Φυσικά, δεν έβαλε φωτιά ο ίδιος, παρά μόνο στο μυθιστόρημα.
Ο Ντίρενματ γνώριζε την ελληνική μυθολογία και συχνά χρησιμοποιούσε τους μύθους στα έργα του, έτσι και στην Κοιλάδα της Αταξίας ο μύθος καμουφλαρισμένος θα λειτουργήσει καταλυτικά. Δεν είναι κάποιος θεός που κυνηγάει να βιάσει μια νεαρή κοπέλα, αλλά κάποιος εγκληματίας, ενώ ο σκύλος της ο Μάνι (στην αρχαία Ελλάδα, το όνομα Μάνης είναι σχεδόν ταυτόσημο με τον δούλο) θα αντιδράσει. Το πράγμα περιπλέκεται και για τη λύση του θα εμπλακούν οι Αρχές, ο αρχιφύλακας, τρεις χωροφύλακες, ο στρατός κι ένας Ρώσος κατάσκοπος. Πίσω από όλους και όλα, όμως, βρίσκεται ο «Μεγάλος Γέρος» (ο Godfather του Κόπολα, ας πούμε). Μόνο που δημιουργείται μια σύγχυση διότι ο ένας νομίζει πως ο «Μεγάλος Γέρος» είναι ο αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης κι ο άλλος πως είναι ο Θεός. Η ιστορία έχει τους αντικατοπτρισμούς της σε άλλα πεδία, σαν να λέμε, και η εγκληματική οργάνωση ξεκινάει από τη Ζυρίχη αλλά έχει υποκαταστήματα παντού.
Είναι ένα βιβλίο το οποίο γεννήθηκε από τα άλλα βιβλία του, κάτι σαν τελικός απολογισμός, όπου ο αναγνώστης θα βρει τι απασχόλησε τον συγγραφέα σε όλη τη ζωή του.
Η γκανγκστερική ιστορία εμφανίζεται πάλι και πάλι και απασχολεί τον συγγραφέα για πάνω από 30 χρόνια. Απασχολεί όμως και την κριτική, άλλοτε θετικά και άλλοτε πολύ αρνητικά. Ωστόσο…
Το ξενοδοχείο, το οποίο θα φιλοξενούσε πλούσιους που ήθελαν να ζήσουν σαν φτωχοί, έφερε οικονομική καταστροφή στον τόπο. Οι προσευχές δεν έφεραν ευτυχία, οι φούρνοι δεν έφτιαχναν πια λιχουδιές, αλλά μόνο σκέτο ψωμί. Στο ξενοδοχείο δεν δούλεψαν οι κάτοικοι του χωριού αλλά οι ίδιοι οι πλούσιοι, που ήταν και ευτυχισμένοι να ζουν σαν μεροκαματιάρηδες. Τα τεϊοποτεία έμειναν άδεια, τα ταξί δεν δούλευαν και γενικά επήλθε οικονομικός μαρασμός. Και, όταν το ξενοδοχείο έκλεισε, ήρθαν οι εγκληματίες. Και ο φύλακας που δεν ήταν ντόπιος, δεν άφηνε, όπως ο παλιός, τα παιδιά να παίζουν στο σαλόνι και κάποιους άλλους να κατεβαίνουν στο κελάρι. Κι αν κάποιος γινόταν ενοχλητικός, εξαφανιζόταν· «πώς να βρεθεί κάποιος άμα είναι τσιμενταρισμένος στον Χάντσον» (το ποτάμι στην Αμερική) ή «στον Ηστ Ρίβερ, στη λίμνη του Μίσιγκαν ή στον Ειρηνικό Ωκεανό;». «Μόλις έκλεισε, όλοι οι καταζητούμενοι από το FBI μεταφέρθηκαν εκεί, ειδικευμένοι δολοφόνοι και πρωτοκλασάτοι απαγωγείς στεγάστηκαν στα δωμάτια και τα διαμερίσματα όπου οι πλούσιοι προσεύχονταν το καλοκαίρι».
Το πράγμα έχει εξέλιξη. Ο φον Κύκσεν εφοδίασε το ξενοδοχείο με βιβλία και έργα τέχνης για να διασκεδάζουν την πλήξη τους οι εγκληματίες. Οι μαφιόζοι που θυμούνταν κάπως τα ιταλικά τους φυλλομετρούσαν τη Θεία Κωμωδία του Δάντη ή τον Μαινόμενο Ορλάνδο (του Αριόστο). Οι Ιρλανδοί γκάνγκστερ έσβηναν τα πούρα τους πάνω στην Αγρύπνια του Φίνεγκαν (Τζόις), οι κακοποιοί της Δυτικής Ακτής προσπαθούσαν να συλλαβίσουν τον Σαίξπηρ και τον Χαμένο Παράδεισο (Μίλτον). Εννοείται πως πρόσθεσα στην παρένθεση το επώνυμο του λογοτέχνη, όπου έλειπε, μπας και πάρει αφορμή κανένας φιλομαθής μαφιόζος (οι παλαιότεροι μάλλον ήταν) κι αρχίσει να διαβάζει πώς θα βγει από την Κόλαση…
Την αφορμή για να διασκεδάσουν την πλήξη τους οι εγκληματίες τούς την έδωσε η Έλση, η δεκαπεντάχρονη κόρη του κοινοτάρχη, η οποία με κόκκινο σκούφο και κόκκινο πουλόβερ –σαν κοκκινοσκουφίτσα– ήρθε να φέρει το γάλα με το καρότσι της που έσερνε ο σκύλος της, ο Μάνι. Η εικόνα της ξύπνησε τον λύκο μέσα τους. Αλλά και ο σκύλος έγινε λύκος και όρμησε στον έναν από τους δυο –ηθικολόγος ο ένας και εστέτ ο άλλος– που θέλησε να πειράξει το κορίτσι. Και όχι μόνο τον δάγκωσε άγρια, αλλά του πήρε και το πιστόλι και ήρθε στο σπίτι με το λάφυρο και πειστήριο του εγκλήματος στα δόντια. Από εδώ κι έπειτα, η ιστορία γίνεται πολύ σοβαρή. Κωμικά με δραματικά στοιχεία διαπλέκονται, αλλά ο συγγραφέας μάς αφήνει στην αγωνία για να περιπλανηθεί σε δεκάδες λεπτομέρειες και άλλα πράγματα, όπως τι έκανε ο λαίμαργος χωροφύλακας στο σταθμαρχείο της χωροφυλακής, που έψηνε λουκάνικα και έτρωγε ζαμπόν και τέτοια. Από την άλλη, ξεφεύγοντας από την κύρια ιστορία, εφευρίσκει άλλες ατραπούς για να ασχοληθεί με θέματα δήθεν άσχετα και ακαταλαβίστικα, π.χ. «Τα Μαθηματικά είναι μια κατοπτρική γραφή της μελαγχολίας», «Η φυσική είναι νοητή μόνο ως Καμπάλα», ο Γκαίτε απεχθανόταν τα σκυλιά αλλά και ο Μεφιστοφελής ένας σκύλος ήταν (βλ. Φάουστ). Εν ολίγοις, θα την πληρώσει ο σκύλος που δάγκωσε τον βιαστή και όχι ο βιαστής που βίασε την Έλση. Ο ευρηματικός διάλογος θα βάλει στο τραπέζι θεολογικά προβλήματα και το πυρ το εξώτερο θα κάνει στάχτη το ξενοδοχείο (ευτυχώς, υπάρχει η φωτογραφία του στο βιβλίο) και –confutatis maledictis– η Θεία (;) Δίκη έχει τους δικούς της μυστικούς δρόμους, Δόξα τω Θεώ και κανείς δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις σπουδές του… Θεολογία δεν σπούδασε ο Ντίρενματ;
Απολαυστική η μετάφραση του Βασίλη Πατέρα και φριχτά ταιριαστό το ουρλιαχτό στον πίνακα του εξωφύλλου, Der Mann mit dem Hund του Varlin.
Η Κοιλάδα της Αταξίας
Friedrich Dürrenmatt
Μετάφραση: Βασίλης Πατέρας
Επίμετρο: Πελαγία Τσινάρη
Ροές
192 σελ.
ISBN 978-960-283-545-6
Τιμή €15,00
Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών και μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/25652-koilada-tis-ataksias


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου