Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

Χριστίνα Ανδρέου: «Το αγόρι που ταξίδεψε με ένα κοπάδι πουλιά και μια ομπρέλα»

 


Δεν είναι η πρώτη φορά που η Χριστίνα Ανδρέου με το προσωπικό συγγραφικό της στιλ μάς ξαφνιάζει με τον πρωτότυπο τρόπο γραφής της, το χιούμορ, την τόλμη στη χρήση διακειμένων και γενικότερα με την αντίληψή της ότι το παιδικό βιβλίο δεν ταυτίζεται με την αφελή αφήγηση απλών ιστοριών, αλλά συμβάλλει στην πρόκληση της δημιουργικής σκέψης και φαντασίας. Την άποψη αυτή είδαμε να υλοποιεί και στο προηγούμενο βιβλίο της, Η Λίζα και οι επτά ζωγράφοι, στο οποίο με πολύ χιούμορ προσπαθεί να μυήσει –με τον δόλο της λογοτεχνίας– τους μικρούς αναγνώστες στον κόσμο και στην τέχνη μερικών από τους πιο διάσημους ζωγράφους του κόσμου.

Το νέο της βιβλίο, Το αγόρι που ταξίδεψε με ένα κοπάδι πουλιά και μια ομπρέλα, θεωρώ ότιεκφράζει την ίδια θέση για τον ρόλο του παιδικού βιβλίου πολύ περισσότερο, καθώς το περιεχόμενό του αναφέρεται στο ίδιο το βιβλίο, θίγοντας ένα από τα βασικότερα ζητήματα που απασχολούν συγγραφείς, παιδαγωγούς και εκπαιδευτικούς, δηλαδή το πώς θα κάνουμε το παιδί φιλαναγνώστη.

Είναι γεγονός ότι η καλλιέργεια της αγάπης του παιδιού για το βιβλίο έχει απασχολήσει όχι μόνο εκπαιδευτικούς, παιδαγωγούς, ψυχολόγους, θεωρητικούς της λογοτεχνίας, ερευνητές, αλλά και συγγραφείς που με το ίδιο το έργο τους, δοκιμιακό και λογοτεχνικό, ασχολούνται με αυτό το θέμα, κυρίως στο εξωτερικό, αλλά και στην Ελλάδα.

Η Χριστίνα Ανδρέου προσεγγίζει μυθοπλαστικά το θέμα αυτό με αιρετικό τρόπο, ήδη από την πρώτη σειρά, με τα λόγια ενός μικρού παιδιού, φανατικού αναγνώστη ως τα εννιά του χρόνια, που εύχεται να μη χρειαστεί ποτέ ξανά να διαβάσει κανένα βιβλίο. Ο μυθοπλαστικός ήρωας, παιδί δυο βιβλιοφάγων γονιών, λάτρευε τα βιβλία όσο τού τα διάβαζαν άλλοι. Ξαφνικά, όταν μόνος του άρχισε να διαβάζει, δήλωσε πως τα βιβλία τού προκαλούν ναυτία. Έτσι, στα ένατα γενέθλιά του, το δώρο των γονιών του, μια σπάνια ενυπόγραφη έκδοση του Δον Κιχώτη του Θερβάντες, έπεσε από το χέρια του στο πάτωμα. Το εκπληκτικό, κατά τους γονείς, δώρο «πήγε στράφι».

Μάταια του απαγόρευαν τη χρήση όλων των πειρασμών (κινητό, λάπτοπ, ηλεκτρονικά παιχνίδια κ.λπ.). Τίποτε δεν κατάφερναν. Κάνανε όλα όσα αυτοί θεωρούσαν σωστά για να αγαπήσει το παιδί τους το βιβλίο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι μαύρες κουκκίδες ζάλιζαν τον μικρό αναγνώστη.

Η συγγραφέας με πολύ χιούμορ και ειρωνεία υπονομεύει τις ακατάλληλες μεθόδους καλλιέργειας της φιλαναγνωσίας, καθώς και τη βιβλιομανία των γονιών: Η Μαίρη τηγάνιζε κουτσομούρες διαβάζοντας το Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, ενώ ο Λάμπρος, γνώστης του υποβρύχιου διαβάσματος, διάβαζε μέσα στην μπανιέρα το 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα.

Ένα πρωτότυπο βιβλίο για το βιβλίο και πώς να το αγαπήσουμε.

Όμως η βιβλιοναυτία του μικρού Παύλου δεν θεραπευότανε. Η αποτελεσματική θεραπεία δεν συμπεριελάμβανε ήπια ή συντηρητική αγωγή. Να του προτείνανε π.χ. εύπεπτα βιβλία με εικόνες, όπως π.χ. τον Χάρι Πότερ σε graphic novel. Έτσι, ο ειδικός για την περίσταση «γιατρός» έκρινε πως μία είναι η λύση: Να επιλέξει μόνος του το βιβλίο που «έχει γραφτεί για εκείνον».

Μέσα από το μυθοπλαστικό και παραμυθικό περιβάλλον, η συγγραφέας με τη φωνή του «γιατρού» προτείνει την αυτόβουλη επιλογή του βιβλίου από το ίδιο το παιδί, καθώς και τον τόπο και τον τρόπο με τον οποίο αυτό θα συμβεί. Η λέξη εμπιστοσύνη  τυπωμένη με κεφαλαία γράμματα είναι το κλειδί που μπορεί να οδηγήσει το κάθε παιδί στο να βρει ένα βιβλίο της αρεσκείας του, μέσα από ένα ταξίδι απόδρασης από την καθημερινότητά σου. Έτσι, ο μικρός Παύλος, ακολουθώντας το ταξίδι ενός κοπαδιού αποδημητικών πουλιών, έφτασε στον χώρο της φαντασίας, στον αστεροειδή «SK00854», και μετά συνέχισε την πορεία μόνος του και συνάντησε πολλούς μυστήριους τύπους από γνωστά και καταξιωμένα μυθιστορήματα: τον Μόμπι Ντικ, τον Άμλετ, τον Εμπενίζερ Σκρουτζ, τη Μέλισσα και τη Μυρτώ, παράξενα ζώα, ενώ αναγνώρισε τόπους και τύπους που είχε συναντήσει κάποτε στα βιβλία που του διάβαζαν ή και που είχε ταυτιστεί μαζί τους. Ούτε η επίσκεψή του στη δημόσια βιβλιοθήκη τον θεράπευσε. Δεν βρήκε κανένα βιβλίο που να του αρέσει. Έτσι, πήρε τον δρόμο της επιστροφής, κρατώντας μια μαγική ομπρέλα και ένα γράμμα που του έδωσε ένας Γέροντας Σοφός, ο οποίος του είπε να το διαβάσει όταν γυρίσει σπίτι του.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Το γράμμα του Γέροντα Σοφού αποτελεί συμπύκνωση των απόψεων, θέσεων, θεωριών που έχουν διατυπωθεί διαχρονικά από ειδικούς για τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζουμε το κάθε παιδί-αναγνώστη. Ο Ντανιέλ Πενάκ στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου του Σαν ένα μυθιστόρημα, στα «Απαράγραπτα δικαιώματα του αναγνώστη», δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να αντιμετωπίζει το βιβλίο με απόλυτη ελευθερία, ακόμη και να μην το διαβάζει. Ξεκινώντας λοιπόν από το παράδοξο μήνυμα «δεν θέλω να διαβάζω», με τη χρήση υπερρεαλιστικών σκέψεων, φράσεων και εικόνων –χαρακτηριστικό δείγμα ο τίτλος με τις λογικά ασύνδετες λέξεις–, με χιούμορ, με σαρκασμό και με εικονογράφηση που ενισχύει την ανατρεπτική προσέγγιση του θέματος, η συγγραφέας Χριστίνα Ανδρέου και η εικονογράφος Ντανιέλα Σταματιάδη δημιούργησαν ένα πρωτότυπο βιβλίο για το βιβλίο και πώς να το αγαπήσουμε.

Η εικονογράφηση της Ντανιέλας Σταματιάδη συνομιλεί με το κείμενο με τον ίδιο πρωτότυπο, υπερρεαλιστικό, πολυτροπικό και ανορθόδοξο τρόπο. Τα έντονα χρώματα με κυρίαρχη την αντίθεση μαύρου-κόκκινου, η σμίκρυνση, καθώς και η μεγέθυνση προσώπων, βιβλίων ή σκηνών της αφήγησης, η προβολή των σημαντικών γεγονότων στην πορεία του Παύλου προς την αγάπη για το βιβλίο ενισχύουν και τις απόψεις και το πνεύμα του κειμένου.

Η ιδιαίτερα φροντισμένη επιμέλεια της έκδοσης από τις Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο καθιστούν το βιβλίο περισσότερο ελκυστικό.

[Η Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου είναι ομ. καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ.]

 

Το αγόρι που ταξίδεψε με ένα κοπάδι πουλιά και μια ομπρέλα
Χριστίνα Ανδρέου
εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη
Καλειδοσκόπιο
40 σελ.
ISBN 978-960-47-1292-2
Τιμή 15,90€

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/24759-christina-andreou-to-agori-pou-taksidepse-me-ena-kopadi-poulia-kai-mia-omprella


https://diastixo.gr

Kostas Kipuros – Susanne Grütz: «Zwischen Heimat und Fremde / Ανάμεσα σε πατρίδα και ξενιτιά»

 


Μία δίγλωσση έκδοση, στα γερμανικά και τα ελληνικά, αποτελεί το βιβλίο με μαρτυρίες Ελλήνων/-ίδων πολιτικών προσφύγων στην Ανατολική Γερμανία με τίτλο Zwischen Heimat und Fremde / Ανάμεσα σε πατρίδα και ξενιτιά, ένα έργο που επιμελούνται ο Κώστας Κηπουρός, δημοσιογράφος και γιος πολιτικών προσφύγων που ζει στη Λειψία, και η Susanne Grütz, ανεξάρτητη καλλιτέχνις που ζει στη Λειψία. Το βιβλίο περιλαμβάνει τις μαρτυρίες είκοσι επτά Ελλήνων/-ίδων που βρέθηκαν στην Ανατολική Γερμανία ως πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου –οι ίδιοι κυρίως, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις οι γονείς τους– και τελικά μεγάλωσαν εκεί και δεν επέστρεψαν στην Ελλάδα παρά μόνο, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, μετά τη Μεταπολίτευση.

«Τα παιδιά του Μάρκου», όπως γράφει ο Κώστας Κηπουρός στην εισαγωγή του βιβλίου, «πήραν το όνομά τους από τον αρχηγό των ανταρτών Μάρκο Βαφειάδη – προκειμένου να γλιτώσουν από την αναταραχή και τις επιπτώσεις του Εμφυλίου Πολέμου». Ο Κηπουρός μάς λέει επίσης στο βιβλίο του ότι η ανάγκη να συγκεντρωθούν οι μαρτυρίες όλων αυτών των ανθρώπων που μεγάλωσαν στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας και έχτισαν τη ζωή τους ανάμεσα σε δύο πατρίδες είχε καταστεί επιτακτική, αφού σε λίγα χρόνια οι περισσότεροι από τους ανθρώπους αυτούς θα έχουν φύγει πια από τη ζωή. Έτσι γεννήθηκε το παρόν πόνημα.

Τα παιδιά για τα οποία γίνεται λόγος έφυγαν από την Ελλάδα κατά τα έτη 1948-1949. Τα κίνητρα για την αναγκαστική μετανάστευση ήταν πολιτικά: πολλοί γονείς των παιδιών ήταν αριστεροί αντάρτες που ήθελαν να γλιτώσουν τις διώξεις των νικητών του Εμφυλίου. Οι περισσότεροι από αυτούς χωρίστηκαν, κατόπιν, από τα παιδιά τους μετά τη φυγή τους από την Ελλάδα. Πολλοί έζησαν στην Πολωνία ή σε άλλες χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, όμως τα παιδιά τους μορφώθηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μεγαλώνοντας και σπουδάζοντας στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Πράγματι, η καλή εκπαίδευση ήταν ένα επιπρόσθετο κίνητρο προκειμένου να αποφασίσουν οι συγκεκριμένοι γονείς να αποχωριστούν τα παιδιά τους. Και δεν είχαν άδικο: η πλειοψηφία των παιδιών αυτών μιλάει σήμερα, στο παρόν έργο, με τα καλύτερα λόγια για τις ευκαιρίες για μόρφωση, πανεπιστημιακή ή τεχνική εκπαίδευση, αλλά και για την εργασία αργότερα, που είχαν ζώντας στην Ανατολική Γερμανία. Κανένας τους δεν μετάνιωσε για την απόφασή του να παραμείνει εκεί. Παρότι οι συνθήκες ζωής μπορεί να μην ήταν ίδιες όπως σε ένα εντελώς ελεύθερο κράτος, εντούτοις οι ευκαιρίες για εκπαίδευση, η καλή ιατρική περίθαλψη και οι ίσες ευκαιρίες αντιστάθμιζαν, προφανώς, σύμφωνα με τους περισσότερους μάρτυρες, την όποια λογοκρισία του καθεστώτος της ΛΔΓ.

Ένα εξαίρετο ιστορικό ντοκουμέντο για τον Ψυχρό Πόλεμο. Παράλληλα, είναι ένας φόρος τιμής σε όλους εκείνους που αναγκάστηκαν να ζήσουν ανάμεσα σε δύο πατρίδες δίχως η ζωή να τους ρωτήσει.

Όλες οι μαρτυρίες τονίζουν αυτήν ακριβώς την ακροβασία σε τεντωμένο σχοινί ανάμεσα σε δύο πατρίδες. Όλοι τους αισθάνονταν πατρίδα τους τόσο την Ελλάδα όσο και τη Γερμανία, και στη ζωή λίγων μόνο από αυτούς υπερτερούσε εμφανώς η μία από τις δύο πατρίδες. Πολλοί από αυτούς, επίσης, δηλώνουν φανατικοί εραστές της ελληνικής μουσικής και των φυσικών ομορφιών του τόπου μας. Η «Στροφή», όπως αποκλήθηκε η πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού το 1989, κλόνισε μεν τη ζωή τους και τους γέμισε αμφιβολίες και ερωτηματικά σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι, αλλά, εν τέλει, οι περισσότεροι δεν επέλεξαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, παρά μόνο όταν έφτασαν σε ηλικία συνταξιοδότησης. Η πλειονότητα δημιούργησε οικογένεια στη Γερμανία, είτε με Έλληνα/-ίδα σύντροφο, είτε με Γερμανό/-ίδα. Κάποιοι από αυτούς προσπάθησαν φιλότιμα να μάθουν στα παιδιά τους την ελληνική γλώσσα, κάποιοι όμως δεν το κατάφεραν και τόσο καλά και μετανιώνουν γι’ αυτό. Όλοι όμως ανεξαιρέτως κράτησαν στην καρδιά τους τις αναμνήσεις από την πατρίδα των παιδικών τους χρόνων. Οι περισσότεροι κατάγονταν από τη Δυτική Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Θράκη.

Πώς ήταν η ζωή τους ανάμεσα σε δύο πατρίδες; Κράτησαν επαφή με τους συγγενείς τους στην Ελλάδα; Πώς τους αντιμετώπισαν οι Γερμανοί; Είχαν ίσες ευκαιρίες ή αντιμετώπισαν διακρίσεις; Πώς διαχειρίζονταν τη νοσταλγία τους; Παραιτήθηκαν ποτέ από την ιδέα της επιστροφής; Νιώθουν μνησικακία για τα γεγονότα του Εμφυλίου;

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Τέτοιου είδους ερωτήματα προκύπτουν από την ανάγνωση των πολυποίκιλων μαρτυριών των είκοσι επτά ανδρών και γυναικών που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Συν τοις άλλοις, εκτός από τον κατατοπιστικό πρόλογο του Κώστα Κηπουρού, στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται το κείμενο του καθηγητή στο Τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου Κωνσταντίνου Αγγελάκου, με τίτλο: «Το βίωμα του εκπατρισμού και οι πολλαπλές ταυτότητες των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων της Λειψίας και της Σαξονίας». Ο καθηγητής θεωρεί ως την πρώτη πράξη του Ψυχρού Πολέμου τον ελληνικό Εμφύλιο και αναλύει το φαινόμενο των πολιτικών προσφύγων μέσα από την παράθεση πολύ χρήσιμων στατιστικών σχεδιαγραμμάτων σχετικά με τον τόπο καταγωγής των προσφύγων, τις ηλικίες τους όταν αυτοί εγκατέλειψαν την Ελλάδα, καθώς και τον προορισμό τους. Γράφει ο Κωνσταντίνος Αγγελάκος, λοιπόν, μεταξύ άλλων:

Τα παιδιά αυτά ανατράφηκαν σε έντονα πολιτικοποιημένα περιβάλλοντα, σε συνθήκες αυστηρής πειθαρχίας, αλλά είχαν τη δυνατότητα εκπαιδευτικής μόρφωσης και επαγγελματικής εξέλιξης που στερούνταν, λόγω των συνθηκών, στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Το ζήτημα των παιδιών αξιοποιήθηκε ως πολιτικό μέσο άσκησης πίεσης στους αντιμαχόμενους και τροφοδότησε την ψυχροπολεμική διαμάχη μεταξύ του δυτικού κόσμου και των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Το βιβλίο αυτό, επομένως, αποτελεί ένα εξαίρετο ιστορικό ντοκουμέντο για τον Ψυχρό Πόλεμο. Παράλληλα, είναι ένας φόρος τιμής σε όλους εκείνους που αναγκάστηκαν να ζήσουν ανάμεσα σε δύο πατρίδες δίχως η ζωή να τους ρωτήσει.

 

Zwischen Heimat und Fremde / Ανάμεσα σε πατρίδα και ξενιτιά
Die Geschichte der Flüchtlinge des Griechischen Bürgerkriegs (1946-1949) in Leipzig/Sachsen / Η ιστορία των προσφύγων του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) στη Λειψία/Σαξονία
Kostas Kipuros – Susanne Grütz
Griechenland Zeitung
311 σελ.
ISBN 978-3-99021-054-3
Τιμή €24,80
Παραγγελίες: Εκδοτικός οίκος Hellasproducts
https://www.griechenland.net/shop/b%C3%BCcher/product/zwischen-heimat-und-fremde
Γερανίου 41, ΤΚ 104 31 Αθήνα, τηλ. 210.6560989
info@hellasproducts.com

 Λεύκη Σαραντινού ιστορικός και συγγραφέας

https://diastixo.gr/kritikes/diafora/24752-zwischen-heimat-und-fremde-anamesa-se-patrida-kai-ksenitia  


https://diastixo.gr

Νίκη Γκίζη: «Οι εξόριστοι του Κιέβου»

 


Ένα ατέρμονο παιχνίδι εναλλαγής ανάμεσα στο στιγμιαίο, το αιώνιο, το υπαρκτό, το ανύπαρκτο. Ένα μυθιστόρημα ξετυλίγεται σε χρόνο υπαρκτό και ανύπαρκτο, σε τόπους υπαρκτούς αλλά και μυθικούς, με διάθεση κατανόησης της ιστορικής εξέλιξης, αλλά και ποιητικής αφήγησης μέσω της εμβάπτισης της ιστορικής διαδρομής δύο χωρών, που βρίσκονται σήμερα σε πολεμική αντιπαράθεση, στην κολυμπήθρα του Μύθου.

Σαν να γίνεται μέρος της αντίθεσης που λέγεται ζωή, η συγγραφέας χειρίζεται επιτυχώς ένα πολυκατοπτρικό παιχνίδι αντιθέσεων. Μέσα από παραστάσεις, σχέδια και εγγραφές, ξεδιπλώνει πλήθος σκέψεων και συναισθημάτων, κυρίως όμως μια συνομιλία που πηγάζει από το παρελθόν, αλλά που αγκυροβολεί στο μέλλον, κι όλα αυτά συμβαίνουν δείχνοντας ότι κατέχει μια ισχυρή αντίληψη του ιστορικού γίγνεσθαι, εκεί όπου ο μύθος του πραγματικού συμπλέκεται θεαματικά με την πραγματικότητα του μύθου, με το εφήμερο και το αιώνιο.

Η συγγραφέας μοιάζει ν’ αναμετράται με τη μνήμη, με την καταβύθιση στα έγκατα της Ιστορίας, με ό,τι χάθηκε, με ό,τι βρέθηκε, ό,τι ανακτήθηκε κι ό,τι αναστήθηκε. Με βάση το Χρονικό του Νέστορος, την περίφημη μαρτυρία για την προέλευση της ρωσικής φυλής και την πορεία της στους πρώτους αιώνες, η συγγραφέας ανασύρει από την έρευνά της σημαντικές συμβολικές μεταφορές, όπως τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης μοίρας που αναπαράγεται από το ίδιο το μοιρολόι της Γης, την απέραντη γοητεία της φθοράς και της αναθεώρησης της Εικόνας του Κόσμου για τον Κόσμο, άλλοτε μέσω της καμπυλότητας κι άλλοτε μέσω της στρέβλωσής της. Η μεστή, πυκνή, αλλά και εξόχως ποιητική αφηγηματική τεχνική της μαρτυρεί και την εντατική, αλλά και βαθιά ενασχόλησή της με ιστορικά και πολιτικά θέματα, που της έχει επιτρέψει να δομήσει μια άρτια λογοτεχνική ικανότητα και οντότητα.

Το αφηγηματικό ταξίδι μέσα από πραγματικά, μυθολογικά και μυθοπλαστικά στοιχεία, που εναλλάσσονται περίτεχνα κι αποτελεσματικά, ασκεί στον αναγνώστη μια ιδιαίτερη μαγεία μέσα από την οργιώδη εναλλαγή σκέψεων, ιδεών, γεγονότων, παραστάσεων, εικόνων, περιγραφών, που σχηματοποιούνται, λεκτικοποιούνται, βρίσκοντας την καλλιτεχνική τους αναπαράσταση, μέσα από πυκνά νοήματα και διδαχές για την πορεία και την εξέλιξη του ρωσικού λαού στα σταυροδρόμια της Ιστορίας, με βασική αφορμή και αναφορά στα σημερινά γεγονότα της εμπόλεμης κατάστασης ανάμεσα στις δύο χώρες, τη Ρωσία και την ακριτική Κρανία, όπως λεγόταν, σημερινή Ουκρανία, ανάμεσα σε δύο έθνη που έχουν εμπλακεί σε έναν κύκλο βαρβαρότητας, ο οποίος όπως αποδεικνύεται έχει αρχέγονες πηγές και αναφορές μιας φυλής με κοινά χαρακτηριστικά σε μια πορεία μετοίκησης, επιβίωσης κι ανάπτυξης, αλλά και συγκρότησης και σχηματοποίησης σ’ ένα αχανές γεωγραφικό πεδίο που κατέληξε να τροφοδοτεί την επιβίωση δύο γειτονικών λαών και την ανάπτυξη δύο γιγάντιων χωρών, μια κατάληξη που προήρθε από ένα κοινό γενετικό κράμα.

Επιχειρεί την επανεφεύρεση της όποιας αλήθειας μέσα από την αποκαλυπτική συνθήκη των λέξεων, για να τονιστεί «η υπεροψία της εξουσίας όταν αυτή γίνεται καυχησιά απέναντι στον πιο αδύναμο».

Μέσα από τους αρχέγονους μύθους και θρύλους των δύο χωρών, τον αιμοσταγή και πολεμοχαρή Βασιλιά Κοσέι, σύμβολο δύναμης, εξουσίας κι αλαζονείας, και την καλόψυχη Ρουσάλκα από τις Ρουσάλκες, τις μυθικές φιλεύσπλαχνες γοργόνες των νερών, που αναδύονται όταν ο κόσμος βρίσκεται σε λύπη, κίνδυνο, δυστυχία, αναταραχή και τις χρειάζεται, η συγγραφέας φωτίζει τα σκοτάδια του παρελθόντος με μια γραφή σμιλεμένη που διέπεται από έντονο λυρισμό, προσπαθώντας πρωτίστως να εμβαθύνει και να κατανοήσει την ιστορική πορεία της ζύμωσης και τελικής συγκρότησης μιας πλειάδας σκανδιναβικών φυλών στις σύγχρονές μας εθνότητες. Ο αφηγηματικός οίστρος της συνοδεύει το μοιρολόι της Γης που χαϊδεύει τους αδικημένους, τους πονεμένους, τους εκτοπισμένους, τους φοβισμένους, τους χαμένους, εν τέλει τους εξόριστους και εν προκειμένω τους εξόριστους του Κιέβου. Οι λέξεις δεν εφευρίσκουν την αλήθεια, της δίνουν όμως την ξαφνική διαύγεια που της αφαιρεί τη φυσική της θολότητα, κι έτσι την αποκαλύπτουν ή την επανεφευρίσκουν. Επικαλούμενη αόριστα ένα καθήκον ύπαρξης, η συγγραφέας επιχειρεί την επανεφεύρεση της όποιας αλήθειας μέσα από την αποκαλυπτική συνθήκη των λέξεων, για να τονιστεί «η υπεροψία της εξουσίας όταν αυτή γίνεται καυχησιά απέναντι στον πιο αδύναμο».

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

«Πόλεμος», σύμφωνα με τον Ιταλό συγγραφέα Έρι ντε Λούκα, «είναι η ανθρωπότητα ενάντια στον εαυτό της με σκοπό την εξόντωση», ενώ σύμφωνα με τον Γερμανό δραματουργό Χάινερ Μίλερ «ο μύθος είναι σώρευμα, μια μηχανή, στην οποία μπορούν να προσαρτώνται συνεχώς καινούργιες κι άλλες μηχανές, μεταφέροντας την ενέργεια ώσπου η αυξανόμενη ταχύτητα να ανατινάξει τον κύκλο του πολιτισμού».

Η Νίκη Γκίζη, ακροβατώντας με ισορροπία ανάμεσα στον κόσμο του ορθολογικού και τον κόσμο του μύθου, μας μιλά για τον σπόρο του κυκλικού χρόνου που θεριεύει την ανθρωπότητα, γιατί μέσα σ’ αυτόν φωλιάζει το δάκρυ της Γης. Έχοντας πλήρη επίγνωση της ενάργειάς του, επιλέγει ως όχημα τον διαχρονικό μύθο που γίνεται «λόγος», για να μας οδηγήσει σε νέες ατραπούς, με χρήσιμες σκέψεις, ιδέες, εικόνες, αισθήματα και συμπεράσματα για τον πόλεμο, τη δαιμονική όσο και δαιμόνια αυτή έκφραση όλων των άγριων ενστίκτων του ανθρώπου που βρυχάται μέσα στις φλόγες και τον ζόφο, αλλά και για τη δύναμη της μυθοπλασίας, όταν ανά τους αιώνες, ακόμα και σε αυτές τις εποχές πολέμου, οι άνθρωποι επιμένουν και θα επιμένουν να διηγούνται παραμύθια και ιστορίες με πλάσματα φανταστικά και σαγηνευτικά, που έρχονται με βοές και βρυχηθμούς πετώντας και κολυμπώντας από το τόσο μακρινό όσο και κοντινό παρελθόν, αλλά κυρίως από το τόσο μακρινό όσο και κοντινό μέλλον.

 

Οι εξόριστοι του Κιέβου
Νίκη Γκίζη
Εκδόσεις Γκοβόστη
276 σελ.
ISBN 978-960-606-290-2
Τιμή €13,50

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/24753-niki-gkizi-oi-eksoristoi-tou-kievou


https://diastixo.gr



Αρεταίος Μπεζάνης: «Δυσανεξία στη λακτόζη»

 


Η τελετουργία της ομορφιάς αναβιώνει στην πρόσφατη συλλογή του Αρεταίου Μπεζάνη Δυσανεξία στη λακτόζη (2024). Τη μύηση των εκλεκτών αναλαμβάνει μια μυστηριακή θεότητα, «η κυρία ΧΨ», η οποία κατοικεί σε ένα υπερρεαλιστικό περιβάλλον. Ο κύκνος, σύμβολο ομορφιάς και τελειότητας, πέφτει θύμα στις σαρκοβόρες ορέξεις της. Η ανθρώπινη καρδιά γίνεται κι αυτή, με τη σειρά της, εξιλαστήριο θύμα στον βωμό του έρωτα. Η δεύτερη συλλογή του ποιητή (γενν. 1999) μετά τις Καστανόξανθες πεταλούδες (2021) περιγράφει ποιητικά έναν κύκλο αίματος σε τρεις ιστορίες. Πρόκειται ίσως για μια φούγκα σε τρεις παραλλαγές.

Τα θέματα του βιβλίου είναι η (αυτο)ανάλωση, η απώλεια, η εξαπάτηση, η ηδονή και η οδύνη του έρωτα. Όλες οι αισθήσεις οδηγούν κλιμακωτά στην ερωτική απόλαυση. Το όριο της αγάπης είναι το άπειρο. Όραση, ακοή, αφή –προπάντων όμως η γεύση– εξυπηρετούν την ερωτική πλήρωση. Το φαγητό συμπληρώνει τον κύκλο της ηδονής και της εκδίκησης. (Στο βάθος του κειμένου διακρίνεται Το φαγητό της Μαρίας Λαϊνά, όπου και το παρακάτω απόσπασμα: «Το μυστικό με το φαγητό είναι ότι πρόκειται για μια διαδικασία που μας ταπεινώνει. Κι αυτό μας αρέσει, ναι, μας αρέσει. Όλοι έχουμε μέσα μας κάτι τέτοιο».) Ο αναγνώστης μπορεί να θυμηθεί και τα περίφημα «Θυέστεια δείπνα», στα οποία ο Ατρέας κατέσφαξε τα παιδιά του αδελφού του, Θυέστη, τα διαμέλισε και πρόσφερε τα μέλη σε γεύμα στον πατέρα τους. (Ο ποιητής άλλωστε έχει σπουδάσει θέατρο, άρα είναι εξοικειωμένος με τους τραγικούς μύθους.) Ο έρωτας μπορεί να προκαλέσει την αγριότητα ή έστω τη δυσφορία, γι’ αυτό και ο τίτλος Δυσανεξία στη λακτόζη.

Το υπερρεαλιστικό όραμα δημιουργεί έναν κόσμο όπου «λευκά αμάξια συγκρούονται με μαύρα αεροπλάνα στρόβιλος γκρίζα συντρίμμια στους ουρανούς ένα σμήνος ψάρια πίσω από τα συντρίμμια» (σ. 11). Στον χώρο αυτό κυριαρχεί το γκροτέσκο και πραγματοποιούνται οι μεταμορφώσεις. Πίσω από τα αντικείμενα βρίσκεται η «μελαγχολία μια λέξη ελληνικής καταγωγής» (σ. 11). Εκεί διαμένει η κυρία ΧΨ, μια άλλη γυναίκα με το μαγνάδι ή Μέδουσα. Η γυναικεία μορφή υποδύεται τον ρόλο του θύτη ή του θύματος. Η μικρή Ναυσικά «καίγεται/ κι ανασταίνεται/ κάθε Παρασκευή βράδυ» (σ. 27). Η «Λησμονημένη» αποτελεί ίσως μια αναφορά στο ομώνυμο ποίημα του Μ. Σαχτούρη: «με κάρφωσε/ σ’ έναν σταυρό/ με καρφιά/ κόκκινα/ στον ύπνο μου» (σ. 23). Παρατηρείται μια αντιστροφή ρόλων και μια τελετουργική θυσία. Προς τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται τα ανάλογα σύμβολα (κεφάλι, καρδιά, καρφιά). Κάποτε τα σύμβολα είναι απλά.

Καστανόξανθες πεταλούδες
Στα όνειρά μου βλέπω καστανόξανθες πεταλούδες
Εκεί δεν μπορούν να μου κάνουν κακό
Στα όνειρα οι πεταλούδες δεν ματώνουν. (2021)

Ο κόσμος αποτελεί, παρ’ όλα αυτά, ένα ωραίο μέρος για να γεννηθεί κάποιος. Η φύση μόνη της είναι κόσμημα, πόσο μάλλον τα «στοιχεία της φύσης» (σ. 21). Τα χρώματα παίζουν σημαντικό ρόλο στην ποίηση του Μπεζάνη και αναδεικνύονται σε όλη τους τη λαμπρότητα. (Πρόσφατα ποιήματά του με τίτλο «Μέσα στο πράσινο δάσος» δημοσιεύτηκαν εδώ.) Το φάσμα του ουράνιου τόξου υπερίπταται. Ο άνθρωπος όμως είναι κάτι εφήμερο, καθώς η σάρκα του αποτελείται από «χώμα, νερό κι αλάτι» (σ. 54). Η υπέρτατη θυσία της σάρκας είναι η Σταύρωση, η οποία δεν φαίνεται να έχει διαχρονική σημασία. Στη συλλογή κυριαρχεί μάλλον η αίσθηση του παρόντος και όχι η αναδρομική ματιά του Καβάφη. Στον κόσμο κινούνται μοιραίες μορφές ανδρών («οι μπούκλες σου σγουρός βασιλικός»), που θυμίζουν τον «Ορέστη» του Κ. Βάρναλη («Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα»). Η συναρμογή (ή η δυσανεξία) του ανθρώπου στον κόσμο προσφέρει την πρώτη ύλη του ποιήματος. 

Η συναρμογή (ή η δυσανεξία) του ανθρώπου στον κόσμο προσφέρει την πρώτη ύλη του ποιήματος.

Μακριά από την ποίηση, ωστόσο, καραδοκεί μια πραγματικότητα απογοητευτική. Το υποκείμενο ανακαλύπτει με έκπληξη ότι μέχρι τώρα έχτιζε «Παλάτια στην άμμο». Μεγάλωνε «σαν πρίγκιπας» και μια ωραία ημέρα είδε μπροστά του μια οικογένεια όπως όλες οι άλλες – χωρίς καν βασιλική καταγωγή. Καταλαβαίνει λοιπόν πως «το σαν/ –αυτός ο μικρός σύνδεσμος–/ μπορεί να φέρει/ τον κόσμο ανάποδα» (σσ. 30-31). Πιο δύσκολη είναι η κατάσταση όταν ανακαλύπτει έναν εχθρικό κόσμο, όπου κυριαρχεί το σκοτάδι και η μοναξιά («Δουβλίνο»). Το αδιάφορο τοπίο ζωντανεύει πάντως με τους «τρεις κόκκινους θάμνους», τα «πράσινα παγκάκια» και την «κίτρινη πιλοτή» (σ. 44). Η «Λεωφόρος Αλεξάνδρας» αποκαλύπτει το «γαλάζιο/ πράσινο/ λευκό/ φως/ από μια μαρμάρινη ταφόπλακα» (σ. 45). Η ανεπαίσθητη ειρωνεία αποτελεί προτέρημα του βιβλίου. Η ειρωνεία συχνά μετατρέπεται σε επίμονη άρνηση: «όχι/ δεν είναι αυτό/ είμαι/ ηθοποιός/ όχι/ είμαι/ ποιητής/ όχι/ είμαι/ όχι/ είμαι/ όχι/ όχι» («Είμαι γλάρος», σ. 36).

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Η κινούμενη εικόνα είναι οπτική και ακουστική ταυτόχρονα. Μέσα στον στρόβιλο που σχηματίζεται προβάλλεται το είδωλό της ή αλλιώς, «*όλα εκείνα που αφήσαμε να φύγουν». Η καθαρότητα της εικόνας προβάλλει την αυθυπαρξία των στοιχείων και δημιουργεί το τέλειο σκηνικό για το ποίημα. Κάθε τι στη φύση αντιστοιχεί σε κάτι άλλο. Η περιπλοκή των χρωμάτων και των αισθήσεων δημιουργεί το αίσθημα της κιναισθησίας και του εγκιβωτισμού της μιας εικόνας μέσα στην άλλη. Το υποκείμενο δίνει βάρος στο ρήμα και τη βουλητική ενέργεια («θέλω»). Περισσότερο λειτουργική είναι η απλότητα και η συμφωνία των υπαινιγμών («Η μυρωδιά του κόκκινου») παρά η δραματική υπερβολή. (Βέβαια τα κομμένα κεφάλια και δάχτυλα συμβολίζουν τον ερωτικό ακρωτηριασμό.) Το ίδιο συμβαίνει και με τα ερωτικά ποιήματα της δεύτερης ιστορίας. Η φωτοσκίαση πάντως δημιουργεί καλύτερα τη ρέμβη και την υποβολή.

ακτίνες φωτίζουν
τη σάρκα στο σκοτάδι
το σκοτάδι στη σάρκα μου
(σ. 51)

Στο βάθος της ποίησης, ωστόσο, το υποκείμενο είναι ένας άντρας «Κατάμονος» που περιμένει τη συνάντηση με τον πατέρα. Η παρουσία-απουσία τού στοιχειώνει την ύπαρξη. Η εικόνα του κλειστού σταθμού και του ρολογιού («κοιτάζω το ρολόι μου/ δώδεκα και μισή») θυμίζει τη ζωγραφική του Ντε Κίρικο. Άλλοτε η δήλωση είναι κατηγορηματική: «πατέρας δεν υπήρξε» (σ. 55). Συγγενικές ίσως μορφές είναι οι συγγραφείς-πρόγονοι: ο Μ. Σαχτούρης, η Τζόις Μανσούρ, η Έμιλι Ντίκινσον, η Ανν Σέξτον, η Μαργαρίτα Καραπάνου. Ο Μπεζάνης έχει μεταφράσει επιπλέον Χαρτ Κρέιν και Ισμαήλ Κανταρέ (περ. Χάρτης). Η απολογία του είναι ειλικρινής.

συγγνώμη μπαμπά
διαβάζω ακόμα ποίηση
συγγνώμη μπαμπά
νομίζω πως γράφω κιόλας
(«Daddy», σ. 57)

Η Δυσανεξία στη λακτόζη εκφράζει πιθανόν τη δυσφορία για έναν κόσμο εχθρικό και απρόβλεπτο. Έναν κόσμο που απαιτεί θυσίες αίματος και εξοικειώνει με το τρομερό. Το ζήτημα είναι αν θέλει κάποιος να τις περιγράψει ή να τις υπαινιχθεί, καθώς υπάρχουν πλεονεκτήματα και στις δύο περιπτώσεις. Στην πρώτη το αποτέλεσμα είναι άμεσο στην ανταπόκριση των αναγνωστών, στη δεύτερη λειτουργεί μακροπρόθεσμα. Το υποκείμενο αναγκάζεται να ανακαλύψει νέες τεχνικές (αυτο)καταστροφής. Η ίδια η ποίηση είναι μια από αυτές.

 

Δυσανεξία στη λακτόζη
Αρεταίος Μπεζάνης
Εκδόσεις Καστανιώτη
80 σελ.
ISBN 978-960-03-7292-2
Τιμή 10,00€

https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/24769-disanexia-laktozi


https://diastixo.gr

«Λογοτεχνία και καθημερινότητα» του Ανδρέα Μήτσου

 


Υπάρχει η κοινή καθημερινότητα και η προσωπική, η καθημερινότητα του καθενός, κατά μία γενικόλογη θεώρηση. Υπάρχει και η λογοτεχνία, η οποία φιλοδοξεί να την αποστάξει, να την ξεφλουδίσει μέχρι να φτάσει στον πυρήνα της, να βρει την ψίχα της και να την προσφέρει προς βρώση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται ο συγγραφέας, ο οποίος επιχειρεί να ερμηνεύσει τα τρέχοντα ζητήματα και να τα διαχειριστεί, ώστε να τα παραδώσει μετά κατεργασμένα στον πρόσφορο αναγνώστη του. Υπάρχει ακόμα κι εκείνος ο συγγραφέας, που δεν διανοείται να αποπειραθεί κάποια ερμηνεία της καθημερινότητας, να παραθέσει-παραγάγει οποιαδήποτε εξήγησή της, αλλά, αντιπαλεύοντας με το προσωπικό του, συνήθως, βίωμα-τραύμα και «τακτοποιώντας» το, επιδιώκοντας να απαλλαγεί κάποτε απ’ αυτό και να απελευθερωθεί, παρέχει στον αναγνώστη του τη δυνατότητα, μέσα από αυτήν ακριβώς τη διαπάλη του, την προσήλωσή του στο όποιο μικρό και ασήμαντο, να διακρίνει, να δει με άλλο μάτι και τον κόσμο γύρω του, να αναχθεί σε μια βαθύτερη κατανόησή του. «Σ’ έναν κόκκο άμμου μπορώ να δω τον κόσμο όλο και σ’ ένα αγριολούλουδο τον παράδεισο», επιμένει ο Ουίλιαμ Μπλέικ.

O πρώτος, ο οιονεί συμβατικός συγγραφέας, διακατέχεται από κατακαθισμένες ιδέες και στέρεες απόψεις, τις οποίες στοχεύει να διασπείρει προσδοκώντας να επηρεάσει, να δώσει τα φώτα του, εμφορούμενος πιθανώς από φιλεύσπλαχνα-ανθρωπιστικά ιδεώδη, από αγαθές προθέσεις. Όπως μπορεί και δόλια να κολακεύει τις εγκαθιδρυμένες βεβαιότητες των πολλών, προκειμένου να γίνεται αρεστός και ευρύτερα αποδεκτός, καθώς συμπλέει αναπόφευκτα με τις αντιλήψεις του συρμού και της επικαιρότητας.

Ο δεύτερος, ο εσωστρεφής και συγκεκριμένης στόχευσης συγγραφέας, «διυλίζει τον κώνωπα» σκυμμένος εμμονικά πάνω στο θέμα του, το οποίο έχει αναγάγει σε προσωπικό του πρόβλημα, χωρίς να τον αφορά εάν με την τυχόν απεμπλοκή, την απαλλαγή του από αυτό, θα ωφελήσει, αν θα προσφέρει σε κάποιον άλλον, στον πιθανό αναγνώστη του. Η δημοσιοποίηση αυτής της εναγώνιας, εσώτερης περιπέτειάς του δεν συνιστά παρά έναν ανυπόκριτο, ύστατο και ανακουφιστικό αναστεναγμό, ικανό να συντελέσει στη συμπαράσταση, την κατανόηση, αλλά και στη συμπόνια πιθανώς του αναγνώστη και να αποτελέσει μια, ελάχιστα εμπρόθετη εκ μέρους του, έκκληση βοήθειας προς αυτόν τον αναγνώστη, τον οποίον και καθιστά, αθέλητα, συμμέτοχο στην αγωνία του.

Τώρα, εάν εκείνος ο αναγνώστης από την προσωπική διεκπεραίωση-εκμυστήρευση, την οδυνηρή καταπόνηση και τον βασανισμό συχνά του συγγραφέα πάνω σ’ ένα φαινομενικά ασήμαντο θέμα, θα εξαγάγει όντως τα δικά του συμπεράσματα και θα αποκτήσει μιαν άλλη συνείδηση, αν θα υιοθετήσει διαφορετική θέαση της πραγματικότητας, αυτό θα παραμένει, φοβάμαι, πάντοτε άδηλο και ατεκμηρίωτο.

Είναι αναγκαίο, σε κάθε περίπτωση, να οριστεί με πληρέστερη ευκρίνεια η έννοια της καθημερινότητας, παρακάμπτοντας τη σχηματική, γενικόλογη θεώρησή της, ώστε να γίνει απόλυτα διακριτός ο ρόλος και οι προθέσεις του συνειδητού συγγραφέα και η καίρια σχέση της λογοτεχνίας με το καθημερινό.

Η λογοτεχνία, η τέχνη ευρύτερα, είναι εκείνη η οποία νοηματοδοτεί, συντελεί στην υπέρβαση της ασημαντότητας της καθημερινής ζωής και αναδεικνύει τις αθέατες μεταλλάξεις της, φωτίζει τη βαθύτερη ουσία της.

Ως καθημερινότητα, με φιλοσοφικούς-κοινωνιολογικούς όρους, ορίζεται το σκηνικό όπου το δράμα της ύπαρξης ξετυλίγεται, που η σύστασή της δεν είναι απτή –καθώς σβήνει πάραυτα τα ίχνη της–, που δεν έχει παρελθόν, αλλά υφίσταται μόνον ως απροσδιόριστη κατάσταση, ως ασαφής πραγματικότητα, μία διαρκής απορία, μια επίμονη διερώτηση και εισπράττεται κατεξοχήν ως αποτέλεσμα της γλώσσας. Η καθημερινότητα δεν συγκροτεί δηλαδή αφ’ εαυτής κάποιο νόημα, αφού εκεί ακριβώς βρίσκεται το νόημά της, στο απαρατήρητο. Η καθημερινότητα αναδύεται μεταξύ αληθινού και ψευδούς, αυθεντικού και μη αυθεντικού, ασχηματοποίητου και αδιαμόρφωτου και επ’ ουδενί συντελεσμένου, που δεν έχει αρχή, ούτε τέλος, γιατί ποτέ δεν απέκτησε σώμα.

Υπόσταση, το σώμα, σ’ αυτό το φαινομενικά ασήμαντο και αυτονόητο δίνει, επιδιώκει καλύτερα να προσδώσει, ο συγγραφέας, καθώς πασχίζει να ενδύσει και να περιβάλει με νόημα ανθρώπους, τόπους και πράγματα. Να φωτίσει μια θαμπή περιοχή, η οποία εκτείνεται πέραν όσων η συνείδηση έχει τακτοποιήσει σε σταθερές βεβαιότητες και σχήματα, με το να αποδίδει σ’ αυτά μια ορισμένη χρήση και λειτουργία. Καθημερινότητα μπορεί να συγκροτεί δηλαδή μια λέξη που ειπώθηκε αντί μιας άλλης, ένα ξεχασμένο ραντεβού, κάτι χαμένο ή σπασμένο, ό,τι παράγεται και παραμένει ανέφικτο ή απροσάρμοστο νοηματικά.

Η παραδοξότητά της, βέβαια, έγκειται στο ότι παρουσιάζεται στερούμενη νοήματος και ταυτόχρονα να είναι έμπλεος νοήματος. Ο «τόπος» όπου το νόημα αναδύεται φευγαλέο και αμέσως, την επόμενη κιόλας στιγμή, χάνεται αμετάκλητα. Η καθημερινότητα, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει, υφίσταται και εμείς ζούμε και πεθαίνουμε σ’ αυτήν. Είμαστε μάλιστα ανίκανοι να αποφασίσουμε αν, καθώς τονίζει ο Μπλανσό, «υπάρχει έλλειψη καθημερινότητας ή υπερδοσολογία της». Η κατανόηση της καθημερινότητας βρίσκεται αλληλένδετη με τη γλώσσα, όπως εμφατικά τονίζει ο Γερμανός φιλόσοφος Γκέοργκ Γκάνταμερ, αν και είναι ο Μάρτιν Χάιντεγκερ εκείνος ο οποίος αναδεικνύει την ιδιοσυστασία της γλώσσας του καθημερινού, αντιπαραθέτοντας την «άσκοπη», τη «χύμα» γλώσσα με την ουσιώδη-ποιητική γλώσσα, ένα καταστάλαγμα ποίησης και ευτέλειας μαζί, η οποία διέπει τη γλώσσα της καθημερινής ζωής.

Η καθημερινότητα είναι επομένως, υπεράνω όλων, ζωή υπό την έννοια της γλώσσας, την οποία μοιραζόμαστε με τους συνανθρώπους μας, είναι η γλώσσα του εφήμερου, που βγαίνει αβίαστα στον αφρό, αλλά προϋποθέτει απαραίτητα την αφελή συνείδηση και λειτουργεί ως μία «διανοητική θεραπεία», αφού οι λέξεις που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή ομιλία δεν είναι παρά «μετριασμένη μαγεία», όπως διαπιστώνει ο Φρόιντ. «Καθημερινό είναι ο φαινομενικός κόσμος, με τον οποίον η πραγματικότητα παρουσιάζεται και αποκρύπτεται ταυτόχρονα», συνοψίζει ο Κάρελ Κόσικ στο βιβλίο του Η διαλεκτική του συγκεκριμένου, ή «Η πιο προφανής όψη της ανθρώπινης ύπαρξης και η πιο απατηλή στην κατανόηση», κατά τον Ανρί Λεφέβρ.

Δεν είναι πιστεύω πλέον δύσκολο να συμπεράνουμε πως η λογοτεχνία, η τέχνη ευρύτερα, είναι εκείνη η οποία νοηματοδοτεί, συντελεί στην υπέρβαση της ασημαντότητας της καθημερινής ζωής και αναδεικνύει τις αθέατες μεταλλάξεις της, φωτίζει τη βαθύτερη ουσία της. «Στην ενεργοποίηση της φαντασίας της αυτοβιογραφικής διήγησης, στο βάδισμα, στην περιπλάνηση, στην ονειροπόληση, ανακτάται το ανορθόδοξο περιεχόμενο των χώρων», προσφεύγω στον A. Vanegein, θέση η οποία αποσαφηνίζεται καθαρότερα στο εισαγωγικό κείμενο της Αισθητικής του Λούκατς: «Η τέχνη και η επιστήμη που είναι αυτοσυνείδηση και μνήμη της ανθρωπότητας μπορεί να φωτίσει την αυθόρμητη τάση της καθημερινής σκέψης».

Όσοι καπηλεύονται τη λογοτεχνική ιδιότητα και δεν διστάζουν να επιπέσουν στο σάπιο σώμα μιας φτηνής επικαιρότητας, ελάχιστα ενδιαφέρονται για να διασώσουν την ανεκτίμητη αξία του μικρού και ασήμαντου.

«Μόνο η λογοτεχνία είναι αυτή που σώζει ένα κομμάτι του πλούτου της καθημερινής ζωής», τονίζει ο Τίτος Πατρίκιος, «η γραφή, ο τρόπος που θα γραφτεί κάτι, είναι η ίδια η ουσία του, χωρίς να σημαίνει ότι η προσπάθεια της γραφής μπορεί να αποδώσει όλη την πολυπλοκότητα της ζωής».

«Ένας φίλος, προτού φύγω, μου ζήτησε να του μαζέψω ένα-ένα όλα αυτά τα μικροπράγματα, χαρτιά και χαρτικά, που περνούν από τα χέρια μας και τα πετάμε, να του φυλάξω το κάθε τι που έχει σχέση με την καθημερινή ζωή της Κίνας. Ένα εισιτήριο λεωφορείου, μια σακούλα από ψώνια, ένα κουτί σπίρτα, μια απόδειξη μαγαζιού, έναν κατάλογο εστιατορίου, μια εφημερίδα. Ο φίλος δεν είναι βέβαια κανένας ιδιότροπος συλλέκτης, αλλά πιστεύει κι αυτός πως μια χώρα τη γνωρίζεις (υπάρχει δηλαδή κάποια πιθανότητα να τη γνωρίσεις) πιο καλά, από κάτω προς τα πάνω, παρά από πάνω προς τα κάτω, κι είμαι απολύτως σύμφωνος μ’ αυτήν την αντίληψη», εξομολογείται ο Μανόλης Αναγνωστάκης (περιοδικό Λέξη, Μάιος-Ιούνιος 1996, τεύχος 33, σελ. 235).

Δεν βρίσκεται σίγουρα στις προθέσεις της λογοτεχνίας και των λογοτεχνών να μεταλλάξουν, άμεσα τουλάχιστον, τον κόσμο, απλώς, ό,τι επιχειρεί η καλλιτεχνική συνείδηση, είναι να «διακρίνει» ο ίδιος ο συγγραφέας το αθέατο, να παρουσιάσει μετά με τις πραγματώσεις της γλώσσας και την ανεπαίσθητη μεταβολή στάσης του κάθε υποκειμένου απέναντι στα πράγματα, τη διαδικασία ανάδειξης της μορφής με την εξόρυξη του κεκρυμμένου, του ασήμαντου και ταπεινού, άρα και αμετάκλητα πραγματικού. Μόνο έτσι ίσως να επανορίζεται η πραγματικότητα και να υποστασιοποιείται το καθημερινό. «Τι πιο ασήμαντο από ένα αγκάθι του αχινού; Κι όμως, κάποτε είδα στο μισοσκόταδο την τομή του. Ήταν ένα σοφό, περίτεχνο κέντημα, μεγάλο σαν ένα τάλιρο», δηλώνει ο Γιώργος Σεφέρης.

Όλοι εκείνοι οι κατ’ επίφασιν λογοτέχνες, όσοι καπηλεύονται τη λογοτεχνική ιδιότητα και δεν διστάζουν να επιπέσουν στο σάπιο σώμα μιας φτηνής επικαιρότητας, ελάχιστα ενδιαφέρονται για να διασώσουν την ανεκτίμητη αξία του μικρού και ασήμαντου. Το μικρό δεν έχει καμία αξία γι’ αυτούς, τα μεγάλα και κούφια νοήματα λυμαίνονται, θλιβερά και μόνιμα ακόρεστοι. Το ασήμαντο όμως και αδιόρατο συλλαμβάνεται όπως ακριβώς μια πυγολαμπίδα στη χούφτα μας και μέσω της γραφής, και εκεί μόνο, μπορεί να διατηρηθεί στην ατομική, αλλά και στη συλλογική μνήμη, αλλιώς με το άνοιγμα της χούφτας μας χάνεται, σβήνει σαν να μην είχε κλειστεί μέσα της ποτέ.

Είναι αυτή η πυγολαμπίδα που θα φωτίσει σε μια δύσκολη στιγμή το πρόσωπό μας, που θα αφυπνίσει την υπνώττουσα συνείδηση και θα της δώσει ένα νέο παρηγορητικό νόημα. Ετούτη την πυγολαμπίδα, τη λαθραία μνήμη, κρατά άσβεστη και ζωντανή η λογοτεχνική γραφή.

Ανδρέας Μήτσου συγγραφέας

https://diastixo.gr/epikaira/gia-ti-grafi/24761-logotexnia-kathimerinotita-andrea-mitsou


https://diastixo.gr

«Η νύχτα θα κλείσει τη μεγάλη πληγή» της Χριστίνας Λιναρδάκη

 


ΚΑΘΕ ΕΙΚΟΣΙ ΛΕΠΤΑ

Έχω έναν νοητικό παλμό
κάθε είκοσι λεπτά.

Κάθε είκοσι λεπτά
κοιτάζω το ρολόι μου
πίνω νερό
κλείνω το βιβλίο που διαβάζω και το ξανανοίγω
σταματώ να γράφω και σκέφτομαι.

Τις νύχτες που ξεχνώ
να πάρω το ηρεμιστικό μου
ξυπνάω κάθε είκοσι λεπτά.
Στον νου εικόνες απ’ τη μέρα
εκείνη την ταινία που είδαμε στο σινεμά
τα μάτια σου
τα φύλλα της λεμονιάς το μεσημέρι.

 

ΔΕΙΛΙ(Α)

Σουρουπώνει.
Ροδαλές εκρήξεις τεμαχίζουν τη σφαίρα.
Σύννεφα διατρέχουν την τροχιά του ορίζοντα
σέρνοντας όμορφα μαζί τους τον χρόνο.
Η νύχτα θα κλείσει τη μεγάλη πληγή.
Κι εγώ, όπως πάντα τίποτε άλλο από παρατηρητής,
θα κρύβομαι πίσω από παράθυρα,
παλεύοντας με ψιθύρους του φόβου.

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Μόλις μέτρησα επτά πηγές άγχους,
με τον αστάθμητο παράγοντα οκτώ
έμειναν μόνο δυο δάχτυλα λεύτερα,
ούτε καν τον σταυρό μου να κάνω
ίσα-ίσα να κρατώ το μολύβι,
να ’χω φωνή,
κάτι να γράφω.

 

ΠΩΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ

Ένας άνθρωπος που πεθαίνει
ασφαλώς δεν ισούται με
ένα ζώο που πεθαίνει.
Έχετε δει όμως
πώς πεθαίνουν τα ζώα;
Όσο άρρωστα κι αν είναι,
σκύβουν το κεφάλι
στη σοφία του κύκλου της ζωής
και φεύγουν απλά,
σαν να διασχίζουν έναν δρόμο.

Ο ανθρώπινος θάνατος
είναι υπόθεση περίπλοκη
σαν τη ζωή μας.
Λίγοι ευλογούνται με το αιφνίδιο.
Ο ανθρώπινος θάνατος,
μια ευλογία ανεπιθύμητη εξαρχής.

 

ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ

Και κάποτε οι αγαπημένοι
φεύγουν και μένεις μόνη,
να παλεύεις με
το παγωμένο κενό.

Όλα τα χαμόγελα,
τις αγκαλιές και τα φιλιά
που δεν δόθηκαν,
τα σ’ αγαπώ που δεν πρόλαβες.

Είναι πια αργά, μα
πάντοτε
ήταν πιο αργά
από ό,τι είχες νομίσει.

 

Η Χριστίνα Λιναρδάκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει μεταπτυχιακές σπουδές στη Μετάφραση (University of Manchester – Institute of Science and Technology) και στην Επικοινωνία (Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου). Είναι δημιουργός και αρχισυντάκτρια του λογοτεχνικού ιστότοπου stigmalogou.gr. Έχει εκδώσει έξι βιβλία με μεταφράσεις διηγημάτων και ποίησης, και έχει συμμετάσχει με κείμενά της σε τέσσερις συλλογικούς τόμους (ο ένας από αυτούς, για τον John Berger, κυκλοφόρησε από τις ZED Publications του Λονδίνου το 2016). Το 2024 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ενάντια η πρώτη ποιητική της συλλογή, ΣΚΠ.

https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/24762-i-nyxta-tha-kleisei-ti-megali-pligi-tis-christinas-linardaki

https://diastixo.gr

John Taylor: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

 


Ο John Taylor (γενν. 1952) είναι Αμερικανός πεζογράφος, ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας, που ζει στη Γαλλία από το 1977. Σπούδασε μαθηματικά, φιλοσοφία και φιλολογία στις ΗΠΑ και στη Γερμανία. Είναι δόκιμος μεταφραστής έργων σύγχρονης λογοτεχνίας από τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα νέα ελληνικά στα αγγλικά, ενώ κείμενα και ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Στα ελληνικά κυκλοφορεί η ποιητική του συλλογή Φινιστρίνια / Portholes. Τα δοκίμιά του τον έχουν καθιερώσει ως έναν από τους πιο έγκυρους διαμεσολαβητές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας στο αγγλόφωνο κοινό. Περιλαμβάνουν το τρίτομο έργο Paths to Contemporary French Literature (2004, 2007, 2011), το Into the Heart of European Poetry (2008) και το A Little Tour through European Poetry (2015). Το βιβλίο του Σκληρός από τρυφερότητα: Ο Έλληνας ποιητής και λαογράφος του άστεως Ηλίας Πετρόπουλος, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Δίχτυ, σε μετάφραση του Γιώργου Ι. Αλλαμανή, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.

Πότε γνωρίσατε τον συγγραφέα Ηλία Πετρόπουλο;

Τον Ηλία Πετρόπουλο τον γνώρισα τυχαία. Είχα φτάσει στο Παρίσι το 1977 από τη Σάμο, όπου ζούσα τον προηγούμενο χρόνο. Δύο χρόνια αργότερα, δημοσίευσα μια αγγελία σε ένα ελληνικό βιβλιοπωλείο αναζητώντας κάποιον Έλληνα συνεργάτη για μια εργασία που αφορούσε τη μεταφρασμένη ποίηση. Ο Πετρόπουλος απάντησε στην αγγελία θέτοντας τον όρο να αποκλειστούν δύο Έλληνες ποιητές –ο Κώστας Καρυωτάκης και ο Γιάννης Ρίτσος–, τους οποίους είχα αναφέρει στην κάρτα μου, επειδή «ο ένας ήταν νεκρός και ο άλλος ηλίθιος», και δηλώνοντας ότι αναζητούσε μεταφραστή για ένα βιβλίο με τον τίτλο Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη. Τα υπόλοιπα είναι μια εξαιρετική ιστορία που αναφέρεται στο βιβλίο...

Ποια ήταν η «ανθρώπινη πλευρά» του;

Στο Σκληρός από τρυφερότητα ανακαλώ την «ανθρώπινη πλευρά» του Πετρόπουλου, και μάλιστα την ευαίσθητη πλευρά του. Αυτή την κρυφή πλευρά δεν μπορούν να τη φανταστούν οι Έλληνες αναγνώστες που είναι εξοικειωμένοι μόνο με τις διάφορες «προκλήσεις» του, αν και οι προσεκτικοί αναγνώστες των βιβλίων του θα έχουν παρατηρήσει σε αμέτρητα αποσπάσματα τη βαθιά του στοργή για ορισμένες πτυχές της νεοελληνικής «αστικής λαογραφίας», καθώς και για τους άνδρες και τις γυναίκες που σχετίζονταν μ’ αυτήν. Όσον αφορά τη δική μου επιθυμία να γίνω συγγραφέας, είχα την ανεκτίμητη τύχη να είμαι ο «μαθητευόμενός» του – η μόνη κατάλληλη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό. Κι όμως, ένα σωρό στοιχεία στην προσωπικότητα και στις λογοτεχνικές μας ευαισθησίες ήταν στους αντίποδες. Ως «μέντορας», ο Πετρόπουλος ήταν απαιτητικός, αλλά υπομονετικός και γενναιόδωρος. Επειδή ήταν άνθρωπος με ακραία πάθη και ενθουσιασμό, αυτή η εξίσωση πρέπει να γίνει κατανοητή ως εξαιρετικά απαιτητική, εξαιρετικά υπομονετική, εξαιρετικά γενναιόδωρη.

Τι σας έκανε εντύπωση από τη μακροχρόνια συνεργασία σας;

Αυτά που μου δίδαξε συνοψίζονται στις λέξεις με τις οποίες συνήθιζε να περιγράφει όσα είχε μάθει από τον μέντορά του, Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη: «Ο Πεντζίκης μού έδειξε πώς να χρησιμοποιώ τα μάτια μου. Αργά αλλά σταθερά έμαθα πώς να βλέπω τα πράγματα λοξά, διαγώνια, παράλογα, αξονομετρικά, ανορθόδοξα».

Τι σας ώθησε να γράψετε το βιβλίο Σκληρός από τρυφερότητα;

Πρώτα έγραψα τις αναμνήσεις μου από τον Ηλία Πετρόπουλο αυστηρά για μένα, ξεκινώντας μόνο λίγες μέρες μετά τον θάνατό του. Ήταν μια δουλειά κι ένα αντίδοτο για τη δική μου θλίψη. Η μορφή που έδωσα αυθόρμητα στο δικό μου κείμενο θυμίζει κάπως υφολογικές και αφηγηματικές πτυχές της γραφής του ίδιου του Πετρόπουλου. Αργότερα, χρησιμοποίησα μια προσέγγιση κολάζ για να τακτοποιήσω τις διάσπαρτες αναμνήσεις μου, με πιο αντικειμενικά κριτικά συμπεράσματα. Το Σκληρός από τρυφερότητα ήθελα να είναι ταυτόχρονα: απομνημονεύματα, ένα αφιέρωμα, μια ανθολογία και μια εισαγωγή, που να προσομοιάζει στο ύφος των γραπτών του. Να προσθέσω ότι για δεκαπέντε χρόνια δεν είχα ιδέα ποιος αγγλόφωνος εκδότης θα μπορούσε να δημοσιεύσει ένα τέτοιο χειρόγραφο. Τότε ένας νεαρός Αυστραλός φοιτητής, ο Michael Alexandratos, ο οποίος ερευνούσε τα ρεμπέτικα στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, επικοινώνησε μαζί μου και μου έστειλε κάποιες ερωτήσεις για τον Πετρόπουλο. Εν ολίγοις, ο Michael Alexandratos ξεκίνησε στη συνέχεια τις εξαιρετικές του Κυκλαδικές Εκδόσεις (Cycladic Press) και η αγγλική έκδοση του Σκληρός από τρυφερότητα (Harsh out of Tenderness) ήταν η πρώτη του επίσημη έκδοση.

Οι προκλητικές του απόψεις ήταν, συχνά, πνευματικά ευεργετικές.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;

Ο τίτλος προέρχεται από ένα ποίημα στο Ποτέ και τίποτα του Πετρόπουλου:

Με ρωτάς:
– Γιατί είσαι τόσο σκληρός;
Απαντώ:
– Από τρυφερότητα.

Αυτό το ποίημα συνοψίζει όχι μόνο μια από τις εξέχουσες πτυχές της προσωπικότητάς του, αλλά και ένα από τα βαθύτερα λογοτεχνικά του κίνητρα.

Είχε το θάρρος να πει τη γνώμη του δημόσια. Αυτό το γεγονός δεν είχε συνέπειες;

Ναι, υπήρξαν συνέπειες σε προσωπικό επίπεδο. Έχασε κάποιους φίλους. Έκανε μερικούς εχθρούς. Μερικές φορές εκνεύριζε αναγνώστες και συναδέλφους συγγραφείς, που παρ’ όλα αυτά συνέχιζαν να τον διαβάζουν. Στο βιβλίο μου παρουσιάζω μερικές σκηνές στις οποίες η λεκτική προσωπικότητά του ήταν δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Παραθέτω και κάποιες δικές μας διαφωνίες. Υπήρχαν και άλλα, όμως ας μην ξεχνάμε ότι οι προκλητικές του απόψεις ήταν, συχνά, πνευματικά ευεργετικές, όπως –για να αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα– η επιμονή του στην επιρροή που άσκησαν στον ελληνικό πολιτισμό η κουλτούρα των Βαλκανίων και των Τούρκων.

john taylor 13062025 mesa sto keimeno

Στα ρεμπέτικα έκανε μια εκπληκτική δουλειά, συγκεντρώνοντας γνωστά και άγνωστα τραγούδια. Γιατί αυτό το βιβλίο είναι διαχρονικό;

Όντας θαρραλέος πρωτοπόρος, ο Πετρόπουλος περιγράφει λεπτομερώς και δείχνει πόσο παγκόσμιο είναι το ρεμπέτικο τοποθετώντας το, για παράδειγμα, στο ίδιο ποιητικό και μουσικό επίπεδο με τα αμερικάνικα μπλουζ, ενώ παρουσιάζει το περίπλοκο υπόβαθρο που επιτρέπει στον σύγχρονο ακροατή να εκτιμήσει πλήρως την εμφάνιση αυτής της συναρπαστικής μουσικής και την εξαιρετική συναισθηματική της δύναμη.

Για μεγάλη χρονική περίοδο, στην Ελλάδα ήταν πρώτο όνομα. Τα βιβλία και τα άρθρα του ήταν περιζήτητα. Τι άλλο, ίσως άγνωστο στο ευρύ κοινό, συνέβη κατά την περίοδο της ακμής του;

Ίσως οι ανυποχώρητες προσπάθειές του στις αρχές της δεκαετίας του 1980 να πείσει την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να τιμήσει τη μνήμη του εκτοπισμού και της εξόντωσης των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Οι προσπάθειές του αυτές παραμένουν άγνωστες σε πάρα πολλούς Έλληνες – παρά την εξαιρετική δουλειά που έκανε ο λόγιος Αχιλλέας Φωτάκης, ο οποίος αναδημοσίευσε τα γραπτά του Πετρόπουλου για αυτό το θέμα: Για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης (2022). Ο Πετρόπουλος ήταν βαθιά αφοσιωμένος σ’ αυτό το έργο, ένα γεγονός το οποίο αναφέρω και στο βιβλίο μου.

Έθεσα έναν κανόνα για τον εαυτό μου στο βιβλίο μου: Θα περιοριζόμουν σε γεγονότα που είχα δει. Ήθελα να αποφύγω όλες τις φήμες που κυκλοφορούν για τον Πετρόπουλο.

Κάποια στιγμή, αποφασίζει να φύγει από την Ελλάδα. Γιατί μετανάστευσε;

Ο Πετρόπουλος σπάνια μου μιλούσε για τον εκπατρισμό του, εκτός κι αν ήταν για να επαναλάβει την επιθυμία του να μην επιστρέψει ποτέ στην Ελλάδα. Έφυγε από τη χώρα όταν ξεκίνησε η ερωτική του σχέση με τη Μαίρη Κουκουλέ. Είχε ένα διαμέρισμα στο Παρίσι. Στο βιβλίο μου αναφέρω τους φόβους του να επιστρέψει στην Ελλάδα και να συλληφθεί λόγω των δικαστικών απειλών που σχετίζονταν με το Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη, καθώς και τις ανησυχίες του ότι θα πέσει θύμα ενός ελέγχου ταυτότητας ρουτίνας στο μετρό του Παρισιού, επειδή δεν είχε «carte de séjour», την άδεια κατοίκου εξωτερικού. Επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι έθεσα έναν κανόνα για τον εαυτό μου στο βιβλίο μου: Θα περιοριζόμουν σε γεγονότα που είχα δει. Ήθελα να αποφύγω όλες τις φήμες που κυκλοφορούν για τον Πετρόπουλο. Αυτός ο κανόνας υπονοεί ότι σχεδόν όλα τα γεγονότα που περιγράφονται έλαβαν χώρα στα χρόνια του Πετρόπουλου στο Παρίσι, όταν δούλευα μαζί του.

Ποιο είναι το ενδιαφέρον σήμερα για το έργο του;

Οι εξαιρετικές λεπτομέρειες για τον νεοελληνικό πολιτισμό είναι πάντα ζωντανές στα βιβλία του. Το χιουμοριστικό, σαρκαστικό, ακριβές και επίσης –για άλλη μια φορά– συγκινητικό ύφος, με το οποίο έφερε στο προσκήνιο τόσο σπάνια θέματα, και η ποίησή του, ιδιαίτερα ο σύντομος αφοριστικός στίχος του, και ορισμένα ποιήματα, όπως το «Σώμα»ή η «Αυτοκτονία».

Υπάρχουν έργα αδημοσίευτα;

Πρέπει να γίνει μια τεράστια επιλογή από την αλληλογραφία του. Έγραφε κάρτες, καρτ ποστάλ και επιστολές σε πολλούς και διάφορους ανθρώπους. Επειδή με τον Πετρόπουλο βλεπόμασταν συχνά, ανταλλάξαμε λίγα γράμματα, αλλά στο Σκληρός από τρυφερότητα παραθέτω μερικές από τις αστείες καρτ ποστάλ και τα μηνύματα που μου έστελνε.

Ποια είναι η ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού στο βιβλίο σας;

Μ’ έχει συγκινήσει η θετική υποδοχή του βιβλίου στην Ελλάδα κι ευχαριστώ ιδιαίτερα γι’ αυτό τον Γιώργο Αλλαμανή, που έκανε τη μετάφραση. Οι πιο ευχάριστες αντιδράσεις ήταν αυτές που μιλούσαν για τα κρυμμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Πετρόπουλου, που ανέδειξα. Μερικοί αναγνώστες, που είχαν επικεντρωθεί μόνο σε μία ή δύο πτυχές του τεράστιου έργου του –στα κείμενά του για τα ρεμπέτικα ή τη ζωή της φυλακής, για παράδειγμα–, γνώρισαν μέσω του βιβλίου μου και πολλά από τα υπόλοιπα ενδιαφέροντά του.

Ετοιμάζετε ή γράφετε κάποιο νέο έργο;

Προς το παρόν δεν έχω νέα ελληνικά σχέδια στο γραφείο μου, μόνο ένα νέο προσωπικό χειρόγραφο μετά την έκδοση της τελευταίας μου ποιητικής συλλογής, What Comes from the Night (Coyote Arts, 2024), και την ελληνική απόδοση του προηγούμενου βιβλίου μου Φινιστρίνια  / Portholes από τη Σπυριδούλα Βαρβαρίγγου, με πίνακες της Καρολίν Φρανσουά-Ρουμπινό και πρόλογο της Βερονίκης Δαλακούρα (εκδ. Κουκκίδα, 2021). Φυσικά, θα χαιρόμουν αν υπήρχε μια νέα ελληνική μετάφραση ενός από τα βιβλία μου.

Μετάφραση από τα αγγλικά: Απόστολος Σπυράκης

 

Σκληρός από τρυφερότητα
Ο Έλληνας ποιητής και λαογράφος του άστεως Ηλίας Πετρόπουλος
John Taylor
μετάφραση: Γιώργος Ι. Αλλαμανής
Δίχτυ
374 σελ.
ISBN 978-618-86094-6-4
Τιμή €18,00

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης συγγραφέας

https://diastixo.gr/sinentefxeis/xenoi/24763-john-taylor-interview


https://diastixo.gr



Stephan Lessenich: «Τα όρια της δημοκρατίας»

  Θανάσης Αντωνίου     Οι πρώτοι νεκροί στις ΗΠΑ κατά το φριχτό, σχεδόν ναζιστικό, πογκρόμ των (παρακρατικών) δυνάμεων του ICE σε βάρος μετα...