- Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού
Με τον προκλητικό, για τον στοχαστικό νου, τίτλο Πώς να σκεφθούμε τη Γαλλική Επανάσταση, κυκλοφόρησε το 2024 από τις Εκδόσεις Ευρύαλος, και σε προσεγμένη, επίπονη μετάφραση του Χρήστου Γραμματίκα, το βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Φρανσουά Φυρέ (Francois Furet, 1927-1997). Το έργο, που είδε πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας το –μακρινό μας πια–1978, με τον τίτλο Penser la Révolution Française, από τον γνωστό εκδοτικό οίκο Gallimard στη Γαλλία, συνιστά μια νέα θεώρηση του μείζονος, για την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, γεγονότος της Γαλλικής Επανάστασης. Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση που μας χωρίζει από την πρώτη γαλλική έκδοση και τη θεωρητική εξέλιξη της ακαδημαϊκής ιστορίας, εντούτοις η προσέγγιση του Φυρέ διατηρεί ακέραια την επιστημονική της ιδιαιτερότητα με την εγκυρότητα ενός από τους πιο σπουδαίους ιστορικούς αναλυτές της Γαλλικής Επανάστασης του εικοστού αιώνα.
Ως Διευθυντής Σπουδών στην École des Hautes Études en Sciences Sociales, εξειδικευμένος στην ιστορία του 18ου και 19ου αιώνα, ο Φρανσουά Φυρέ κατέστησε κεντρικό –σχεδόν αποκλειστικό– ερευνητικό του αντικείμενο τη Γαλλική Επανάσταση. Το γεγονός τεκμηριώνουν οι ποικίλες μελέτες του, καθώς και η επιμέλεια μεγάλων συλλογικών έργων με το παραπάνω αντικείμενο.
Την αφετηρία και την κατεύθυνση της σκέψης του προσδιορίζει, κατά κάποιον τρόπο, η άποψη του Edgar Quinet (Critique de la Révolution, Παρίσι, 1867), που ο Φυρέ χρησιμοποιεί ως μότο στο βιβλίο του: «Ας απελευθερώσουμε την ψυχή μας για να επαναστατήσουμε την Επανάσταση και κατ’ αρχάς, ας μη λέμε ποτέ πια, για ένα αμερόληπτο πνεύμα, ότι προσβάλλει την Επανάσταση. Διότι έχει γίνει τέτοια κατάχρηση αυτής της λέξης… ώστε θα την εξαλείψουμε από τη γλώσσα μας, καθώς ο μεγαλύτερος φόβος μας είναι η μεταφορά του ύφους και της νοοτροπίας των κατηγορητηρίων στη φιλοσοφική και ιστορική κριτική».
Στραμμένο το έργο του στην «πολιτική ιδεολογία», θα συντελέσει όχι μόνο σε μιαν ανάλυση της Επανάστασης, αλλά και σε μια στοχαστική πρόταση για το πώς οφείλει να γράφεται η ιστορία.
Ακριβώς αυτό θα επιδιώξει ο Φρανσουά Φυρέ, απομυθοποιώντας την επαναστατική στόφα του μεγάλου ευρωπαϊκού ιστορικού γεγονότος, το οποίο εκτός από το επιστημονικό του ενδιαφέρον έχει γίνει και ένα είδος βαριάς πολιτικής και ηθικής κληρονομιάς. Έτσι, θα παρέμβει με την τεράστια θεωρητική του γνώση και εμπειρία πάνω στην ακαδημαϊκή ιστορία, έχοντας συνδιαλεχθεί για χρόνια εμβριθώς με τη Σχολή των Αnnales, που έφερε στο προσκήνιο τη διαλεκτική ιστορίας και κοινωνικών επιστημών. Ταυτόχρονα υπήρξε για ένα διάστημα μαρξιστής και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, από το 1949 μέχρι το 1956. Η διπλή αυτή «ένταξη» πρόσφερε την οικείωσή του με το ιδεολογικό περιβάλλον και τις μεθόδους της μαρξιστικής προσέγγισης της ιστορίας, και ειδικότερα της Γαλλικής Επανάστασης. Στη μακρά διαδρομή του, ωστόσο, για την κατανόηση του γεγονότος της Γαλλικής Επανάστασης, και καθώς η αναστροφή του με καίρια γεγονότα της ώριμης ακαδημαϊκής του φάσης τού αποκαλύπτουν διαφορετικές οπτικές εξέτασης του ερευνώμενου αντικειμένου του, θα στραφεί προς μια συντηρητική φιλελεύθερη θεώρηση.
Έπειτα από διακόσια χρόνια ποικίλων ιστορικών αφηγήσεων γύρω από τη Γαλλική Επανάσταση, θα διαπιστώσει ότι οι απόψεις που διατυπώνονται από τους ιστορικούς δεν απομακρύνονται ουσιαστικά από την αρχική πρόσληψή της ως επανάστασης που ανέτρεψε την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της Ευρώπης και την οδήγησε στη δημοκρατία και την ισότητα. Η διαφορά του Φυρέ είναι ότι μετακίνησε εννοιολογικά τον φακό της θεώρησής του από τις επετειακές ή αναμνηστικές ερμηνείες προς την εννοιολογική ιστορία, εγκαταλείποντας τις κυρίαρχες, για χρόνια, απόψεις και ερμηνείες του γεγονότος της Επανάστασης.
Ως εισηγητής της αναθεωρητικής σχολής μαζί με τον Cobban, θα εγκαταλείψει το κοινωνικό και οικονομικό «παράδειγμα» των Annales και την ορθόδοξη μαρξιστική σχολή, για να εστιάσει στην πολιτική ιστορία της Επανάστασης. Ήδη από το 1954 ο Cobban, στην εναρκτήρια διάλεξή του ως καθηγητής Γαλλικής Ιστορίας στο University College του Λονδίνου, είχε στρέψει τα πυρά του εναντίον της «κοινωνικής ερμηνείας της Γαλλικής Επανάστασης» – κυρίαρχου στην ιστοριογραφία «Μύθου» της Γαλλικής Επανάστασης. Η κεντρική θέση, λοιπόν, και των δύο –σε αντίθεση προς τη μαρξιστική σχολή, που αντιμετώπιζε την Επανάσταση ως προϊόν της ταξικής πάλης– είναι ότι η Επανάσταση δεν άλλαξε πολύ τη γαλλική κοινωνία. Οι τεκμηριωτικές του θέσεις στρέφονται γύρω από την κριτική αποτίμηση της «σπάταλης» ακραίας βίας του Ιακωβινισμού, που εκτραχύνει στο έπακρο τον γνήσιο ανατρεπτικό χαρακτήρα του «Παλαιού Καθεστώτος», όπως υποστήριζε στο πρώτο του, σχετικό με την Επανάσταση, έργο La Révolution (1966).
Eγκαθιδρύει μια νέα σχέση ανάμεσα στον ιστορικό και το αντικείμενό του.
Το βιβλίο του Πώς να σκεφθούμε τη Γαλλική Επανάσταση, προϊόν πολλαπλών ιστορικών συνομιλιών και συγκλίσεων, αφορμάται από τη σύγχρονή του εμπειρία για την τραγικότητα της Επανάστασης, ενώ συνδιαλέγεται με τις ερμηνευτικές ιδέες των Alexis de Tocqueville και Augustin Cochin, ώστε υπερβαίνοντας το ιστοριογραφικό παρελθόν να αποκρυπτογραφήσει, μέσα από άλλους δρόμους, κάποια από τα αινίγματα της επαναστατικής ιδεολογίας. Η μετάβαση θα γίνει από ένα πνεύμα της εποχής που γοητευόταν από το κομμουνιστικό μοντέλο σε ένα αντιολοκληρωτικό, δημιουργώντας την αίσθηση ότι το έργο προσφέρει περισσότερο ένα πανόραμα ιδεών εν τη γενέσει τους παρά μιαν αποτετελεσμένη σύνθεσή τους. «Οι άνθρωποι γράφουν ιστορία, αλλά δεν γνωρίζουν την ιστορία που γράφουν». Η δική του προσπάθεια, συναρπαστική στην απόδοση της προσωπικής διανοητικής του διαδρομής στη σύμπλεξή της με το ανάπτυγμα της ιστορικής γνώσης, θα αποτελέσει ένα αντικλείδι για την απασφάλιση των κεκρυμμένων της Γαλλικής Επανάστασης. Στραμμένο το έργο του στην «πολιτική ιδεολογία», θα συντελέσει όχι μόνο σε μιαν ανάλυση της Επανάστασης, αλλά και σε μια στοχαστική πρόταση για το πώς οφείλει να γράφεται η ιστορία. Η προετοιμασία της σκέψης του κατά τη δεκαετία του ’60 θα τον οδηγήσει στην κριτική επεξεργασία και τελικά την απόρριψη της μαρξιστικής θεώρησης, καταγγέλλοντας τη μονομέρεια των εννοιών της – μετάθεση από το πολιτικό στο κοινωνικό και οικονομικό πεδίο.
Έτσι, θα οδηγηθεί στους δρόμους που είχαν διανύσει οι δύο προγενέστεροι ιστορικοί: ο γνωστός πολιτικός στοχαστής και ιστορικός, ο πιο βαθυστόχαστος εκπρόσωπος του πολιτικού φιλελευθερισμού στην Ευρώπη κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, Αλεξίς ντε Τοκβίλ (1805-1859) και ο παραγνωρισμένος, λόγω και του πρόωρου θανάτου του, Ωγκυστέν Κοσέν (1876-1916). Στον Τοκβίλ θα στραφεί ο Φυρέ τόσο για τη ροπή του προς το φιλοσοφείν στην ιστορία, όσο και για την ευαισθησία του για την κατανόηση του παρόντος. «Ο Τοκβίλ», θα γράψει ο Φυρέ (σ. 195-241), «δεν ανήκει στη φυλή των ιστορικών που αναζητούν την αλλαγή χρονικού σκηνικού, την ποίηση του παρελθόντος ή τον ερεθισμό της ειδημοσύνης. Ανήκει καθ’ ολοκληρία σε έναν άλλο τύπο ιστορικής περιέργειας, όπου ο στοχασμός της επικαιρότητας χρησιμεύει ως σημείο εκκίνησης μιας γενεαλογικής αναζήτησης… Αυτό που αναζητεί καθ’ όλη τη διανοητική του ζωή και το οποίο της δίνει τη διαπεραστικότητα και τη συνοχή της είναι το νόημα του παρόντος του» (σ. 195). Αυτή την «καταστατική αρχή» θα αξιοποιήσει ο ίδιος ο Φυρέ στο Πώς να σκεφθούμε τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά και διαυγέστερα στο μεταγενέστερο Le passé d’une illusion: essai sur l’idée communiste au XXe siècle (1995), ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του σταλινισμού με βάση εκείνες του ιακωβινισμού. Στον Κοσέν θα αναγνωρίσει, σε μιαν εποχή άνθισης του θετικισμού, ένα φιλοσοφικό πνεύμα: «…είχε αφομοιώσει τους κανόνες της ειδημοσύνης διατηρώντας την προδιάθεση για γενικές ιδέες» (σ. 244). Επιπρόσθετα, η ενασχόληση του Κοσέν με την κοινωνιολογία θα τον οδηγήσει σε συγκράσεις ιστορίας και κοινωνιολογίας, καθώς η δεύτερη νοηματοδοτεί, μέσω γενικών νόμων, ιδιαίτερες συμπεριφορές ή κοινωνικά φαινόμενα.
Όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας εισαγωγικά, το βιβλίο του περιλαμβάνει δύο μέρη, που αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικές περιόδους της σύνθεσής του: το πρώτο μέρος, με τίτλο «Η Γαλλική Επανάσταση τελείωσε», συνιστά μιαν απόπειρα σύνθεσης «για ένα θέμα που με απασχολεί διαρκώς… πώς μπορεί να σκεφθεί κανείς ένα γεγονός, όπως η Γαλλική Επανάσταση. Το δεύτερο μέρος εκθέτει τα στάδια και τα διαδοχικά υλικά της σκέψης μου επί του θέματος, ώστε να διαφωτίσει την πορεία της» (σ. xi). Δικαιολογώντας τη «σκέψη» που θα καταθέσει στο βιβλίο του για τη διαφορετική θεώρηση της Γαλλικής Επανάστασης, ο Φυρέ θα γράψει ότι ο ιστορικός του γεγονότος αυτού, σε αντίθεση με άλλα γεγονότα, οφείλει, μαζί με την επαγγελματική του εγκυρότητα, να δώσει και το στίγμα του. Να αναφέρει από πού μιλάει, τι πιστεύει, τι ερευνά. Τα γραφόμενά του για την Επανάσταση μ’ αυτόν τον τρόπο αποκτούν ένα νόημα που προηγείται της εργασίας που θα καταθέσει και τελικά προσδίδουν στο έργο του «σημασία, θέση, σφραγίδα νομιμότητας» (σ. 3). Έτσι, εγκαθιδρύει μια νέα σχέση ανάμεσα στον ιστορικό και το αντικείμενό του.
Στο δεύτερο μέρος, με τον γενικό τίτλο «Τρεις δυνατές ιστορίες της Γαλλικής Επανάστασης», θα στεγάσει τρία ιστορικά δοκίμια –ιστορικές «αναγνώσεις», θα λέγαμε– της Γαλλικής Επανάστασης: α. Η επαναστατική κατήχηση, β. Ο Τοκβίλ και το πρόβλημα της Γαλλικής Επανάστασης και γ. Ωγκυστέν Κοσέν: η θεωρία του ιακωβινισμού. Στην προκείμενη συζήτηση με τους δύο ιστορικούς ο Φυρέ θα επανέλθει κατ’ ανάγκην στην «Επαναστατική Κατήχηση», το άρθρο που είχε δημοσιεύσει στο Les Annales, τον Μάρτιο-Απρίλιο του 1971, στο οποίο αναπτύσσει και τεκμηριώνει την κριτική του απέναντι στην τοποθέτηση του παλαιού μαρξιστικού σχήματος ερμηνείας της Επανάστασης.
Οι δύο ιστορικοί, με τους οποίους ανοίγει έναν ιδιαίτερα στοχαστικό διάλογο, του προσφέρουν τη συγκίνηση του προσανατολισμού της σκέψης τους, αλλά και «ενθαρρύνουν» την επιστημονική του μαεστρία να διαφωνήσει σε αρχές και σημεία, προσπαθώντας να συγκροτήσει τις δικές του θέσεις. Με τον Τοκβίλ αναπνέει τον ίδιο αέρα, όταν παλεύει να κατανοήσει το επαναστατικό φαινόμενο. Αλλά αρνείται να δεχτεί την τεκμηρίωση της άποψής του ότι η Επανάσταση προκύπτει ως το λογικό αποτέλεσμα της αδιάλειπτης διαδικασίας συγκεντρωτισμού των εξουσιών. Χωρίς να αρνείται την πρόκληση διαμόρφωσης μιας θεωρίας της επαναστατικής δυναμικής, ο Τοκβίλ δεν κατορθώνει να σχηματοποιήσει κάτι παρόμοιο. Στοίχημα –που επιχειρεί ο Φυρέ– είναι να συνεχίσει τον στοχασμό του προκατόχου του και να φτάσει στη δημιουργία της πρώτης δημοκρατικής κουλτούρας, περνώντας μέσα από την ιακωβινική ιδεολογία. Ο δρόμος του διέρχεται το κανάλι της σκέψης του Κοσέν, καθώς του προσφέρει τη βάση για μια κοινωνιολογία της παραγωγής και του ρόλου της δημοκρατικής ιδεολογίας. Κι ακόμα, το κρηπίδωμα μιας κοινωνιολογίας των μηχανισμών εξουσίας με τους οποίους χειραγωγείται η κοινή γνώμη. Ο ιακωβινισμός, κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, εμφανίζεται ως η ολοκληρωμένη μορφή πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, που διαμορφώνει μια προεπαναστατική «κοινωνία της σκέψης»: αυτή που θα διεκδικήσει τη νέα μορφή άσκησης της εξουσίας, την «καθαρή δημοκρατία», και συνακόλουθα μια νέα «δημοκρατική κοινωνικότητα». Έτσι, η «δημοκρατική κοινωνικότητα» και η ιδεολογία της «κοινής γνώμης» βρίσκονται στο επίκεντρο της επαναστατικής πολιτικής.
Ο Φυρέ, λοιπόν, προτείνει μια στοχαστική, σύνθετη, επίμονη, ψύχραιμη όμως, εξέταση της Γαλλικής Επανάστασης, τεκμηριώνοντας τη σημασία των συμβολικών δομών, της δημοκρατικής κουλτούρας και της ιδεολογίας της «κοινής γνώμης» ως ερμηνευτικά κλειδιά για την κατανόηση του επαναστατικού φαινομένου. Όπως ο ίδιος είχε πει σε κάποια ραδιοφωνική παρουσίαση του βιβλίου του το 1979, «το πρόβλημά μου είναι πώς μπορεί κανείς να σκεφθεί τη Γαλλική Επανάσταση ως συνέχεια (του Αncien Régime – Παλαιού Καθεστώτος) και ταυτόχρονα ως ρήξη».
Οι δύο προηγούμενοι αιώνες, ο 19ος και ο 20ός, υπήρξαν μια πρωτοφανής πηγή παραγωγής επαναστάσεων σε όλο τον πλανήτη. Το γεγονός αποτελεί ιστοριογραφική πρόκληση για τη σύλληψη και την υλοποίηση μοντέλων θεωρητικού –επιστημονικού ή και διεπιστημονικού– λόγου. Υπάρχουν μεγάλα ονόματα στον χώρο της ιστοριογραφίας που ασχολήθηκαν στις μέρες μας με το ζήτημα, φωτίζοντας διαφορετικές πτυχές της έννοιας (Έρικ Χομπσμπάουμ – Η εποχή των επαναστάσεων, 1789-1848· Έντσο Τραβέρσο – Επανάσταση: Διανοητική και πολιτισμική ιστορία κ.ά.). Η περίπτωση του Φρανσουά Φυρέ έχει θέσει ωστόσο έναν προβληματισμό που θα εξακολουθήσει να προ(σ)καλεί σε συζητήσεις, να θέτει νέα ερωτήματα και να εμπνέει συνδυαστικές-διεπιστημονικές απαντήσεις, όχι μόνον για την ερμηνεία του συγκεκριμένου γεγονότος, αλλά και γενικότερα για κάθε επανάσταση.
Πώς να σκεφθούμε τη Γαλλική Επανάσταση
Φρανσουά Φυρέ
μετάφραση: Χρήστος Γραμματίκας
Ευρύαλος
302 σελ.
ISBN 978-960-7104-12-0
Τιμή €20,00
Κεντρική διάθεση: Αχιλλέας Σίμος, Μαυροκορδάτου 9, Αθήνα, τηλ.: 210.3830491
Η Παρασκευή (Βιβή) Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Φιλολογίας, συγγραφέας και ποιήτρια.
https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/25746-pos-na-skefthoume-tin-galliki-epanastasi

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου