- Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Η Μαριλένα Παπαϊωάννου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1982. Σπούδασε Μοριακή Βιολογία και Γενετική στην Αλεξανδρούπολη, εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στη Γενεύη και αργότερα εργάστηκε ως μεταδιδακτορική ερευνήτρια στη Νέα Υόρκη. Σήμερα ασχολείται επαγγελματικά με την επιμέλεια και τη μετάφραση βιοεπιστημονικών εκδόσεων. Από τις Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας κυκλοφορούν τα βιβλία της Νικήτας Δέλτα (2013) και Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους φούρνους (2016), ενώ από τις Εκδόσεις Καστανιώτη το μυθιστόρημα Ένα πιάτο λιγότερο (2020) και η συλλογή διηγημάτων Δέκα εκατοστά (2025), η οποία μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Πώς γεννήθηκαν τα διηγήματα της συλλογής; Ήταν ανεξάρτητες φωνές ή υπήρχε ένας θεματικός άξονας από την αρχή;
Στην αρχή, όχι, δεν υπήρχε ένας θεματικός άξονας. Τα διηγήματα γράφτηκαν στη διάρκεια μιας περιόδου περίπου τριών ετών. Την περίοδο εκείνη υπήρχε πολύ έντονα στη σκέψη μου η εικόνα των ανθρώπων που για κάποιον λόγο αγωνίζονται να βγουν στο φως – που το φως δεν είναι δεδομένο γι’ αυτούς. Ίσως είχα κι εγώ μέσα μου πολύ σκοτάδι, το οποίο προσπαθούσα ν’ αποτινάξω όπως μπορούσα. Έτσι άρχισαν να προκύπτουν ιστορίες που με έναν τρόπο μιλούσαν για τέτοιους ανθρώπους – ανθρώπους που η ζωή δεν τους δόθηκε φωτεινή, αλλά που χρειάστηκε οι ίδιοι να παλέψουν για να τη φωτίσουν. Ουσιαστικά, λοιπόν, ο θεματικός άξονας της συλλογής, αυτή η αόρατη κλωστή που συνδέει τα διηγήματα, αναδύθηκε μόνος του.
Οι ήρωές σας είναι, λοιπόν, «κοινοί θνητοί που αναζητούν το φως». Πιστεύετε ότι σήμερα, μέσα στη σύγχρονη κρίση νοήματος, υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη για αυτού του είδους τη λογοτεχνία;
Δεν θα έλεγα ότι η συλλογή εμπίπτει σε κάποιο είδος λογοτεχνίας μόνο και μόνον επειδή οι ήρωες για τους οποίους μιλάει είναι κοινοί θνητοί σε αναζήτηση φωτός και νοήματος. Νομίζω ότι υπάρχει ανάγκη για κάθε είδος λογοτεχνίας, είτε μιλάει για το Α είτε για το Β θέμα, είτε έχει ήρωες τους τάδε είτε τους δείνα ανθρώπους, αρκεί να είναι γραμμένη με την πρόθεση μιας ψυχικής κατάθεσης, μιας μικρής συμβολής στην εξέλιξη του διαλόγου –εσωτερικού και εξωτερικού– των ανθρώπων. Αυτή είναι για μένα η βασικότερη προϋπόθεση σήμερα, χτες, αύριο, στους αιώνες των αιώνων. Γενικότερα νομίζω ότι, ως άνθρωποι και ως κοινωνίες, έχουμε ανάγκη τη λογοτεχνία και κάθε μορφή τέχνης για να μπορούμε να κοιτάζουμε βαθύτερα μέσα μας μέσω του καθρέφτη που μας προσφέρουν.
Ο δρόμος προς το φως καμιά φορά φαίνεται μέσα από μια χαραμάδα δέκα εκατοστών.
Όταν γράφετε, σκέφτεστε τον πιθανό αναγνώστη ή γράφετε καθαρά για εσάς;
Ο άνθρωπος που ξεκινά να γράφει για τον αναγνώστη, νομίζω ότι κάνει κάτι άλλο – όχι λογοτεχνία. Λογοτεχνία ποιεί κανείς γιατί κάποια εσωτερική ανάγκη τον ωθεί στη γραπτή αποτύπωση ορισμένων σκέψεών του. Εν ολίγοις, αξιοποιεί τον γραπτό λόγο για να εκφράσει κάτι που, καλώς ή κακώς, δεν μπορεί να εκφράσει με άλλο τρόπο, και που αισθάνεται ότι καίει την ψυχή του – σε τέτοιον βαθμό ώστε να πιστεύει ότι το μοίρασμά του με άλλους ανθρώπους έχει κάποιο νόημα, μιαν αξία. Τώρα, το αν αυτό έχει πράγματι ενδιαφέρον για τους αναγνώστες είναι κάτι που αποκαλύπτεται εκ των υστέρων. Αυτό δεν σημαίνει ότι τον συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει η γνώμη του αναγνώστη – κάθε άλλο. Απλώς δεν γράφει για αυτόν, για να του αρέσει. Άρα, πρέπει να είναι προετοιμασμένος και για το ενδεχόμενο να μην αρέσει. Είναι μια λεπτή γραμμή αυτή που νομίζω πως, αν τη διαβείς, έχεις χάσει το παιχνίδι της λογοτεχνίας ως δημιουργός. Εν ολίγοις, νομίζω πως ο δημιουργός οφείλει να γράφει αυτό που θέλει να γράψει και όχι αυτό που νομίζει ότι θα αρέσει. Αν τύχει και αυτό που θέλει να γράψει αρέσει κιόλας, ε, τότε πρόκειται για μια ευτυχέστατη συγκυρία.
Πώς επηρέασαν τις λογοτεχνικές σας επιλογές οι σπουδές και η ερευνητική σας διαδρομή; Υπήρξαν στιγμές που η επιστήμη συγκρούστηκε με την αφήγησή σας ή την ενέπνευσε;
Αισθάνομαι πως, ως ερευνήτρια βιολογίας, η δουλειά μου μου έδωσε ένα πολύ χρήσιμο εφόδιο: την ικανότητα να προσπαθώ να εστιάσω στην ουσία, κοινώς να αφαιρώ τις «σάλτσες» στον γραπτό λόγο. Όταν γράφεις επιστημονικά άρθρα, οφείλεις να παραθέσεις τα δεδομένα χωρίς ωραιοποιήσεις και συναισθηματισμούς. Ακόμα και στα συμπεράσματά σου, εκεί όπου μπορείς να κάνεις μια απόπειρα ερμηνείας των ευρημάτων σου, π.χ. ως προς την πρακτική τους εφαρμογή, πρέπει να είσαι φειδωλός και να βασιστείς μόνο στα διαθέσιμα δεδομένα. Άρα, δεν μπορείς να γράψεις συναισθηματικά, «φιλολογικά». Στη λογοτεχνία, από την άλλη, έχεις πλήρη ελευθερία να γράψεις όπως θέλεις, ό,τι θέλεις· επομένως, πολύ εύκολα μπορείς να διολισθήσεις σε φλυαρίες. Προσωπικά μου αρέσει να αποφεύγω τους συναισθηματισμούς, τις (αμπελο)φιλοσοφίες και το διδακτικό ύφος. Στα πρώτα μου βιβλία δυσκολεύτηκα πολύ να τα αποφύγω όλα αυτά, γιατί ήμουν και αρκετά νεότερη. Ακόμη το δουλεύω αυτό το στοιχείο, αλλά νομίζω ότι όσο μεγαλώνω κι εξασκούμαι, βελτιώνομαι· γίνομαι ακόμα καλύτερο «τσεκούρι» για τα κείμενά μου. Και αυτό το οφείλω στην επιστήμη.
Η συλλογή περιλαμβάνει πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες: γυναίκες σε κρίση, σπουδαστές, ναυτικούς, εφήβους. Τι σας ώθησε να επιλέξετε τόσο ετερόκλητες ταυτότητες; Αναζητούσατε ένα μωσαϊκό κοινωνικής αναπαράστασης;
Στην πραγματικότητα, δεν αναζήτησα κανέναν ήρωα συνειδητά. Όλοι οι άνθρωποι που περιγράφω στις ιστορίες μου εμφανίστηκαν –κυριολεκτικά και μεταφορικά– κάποια στιγμή στη ζωή μου. Είχα ευτυχώς τ’ αυτιά και τα μάτια μου ανοιχτά ώστε να τους αντιληφθώ και, κυρίως, να τους αφήσω να εγγραφούν μέσα μου. Δεν είναι όλοι οι ήρωές μου υπαρκτά πρόσωπα. Κάποιοι είναι κράματα υπαρκτών ανθρώπων· άλλους τους έχω εμπνευστεί από ιστορίες με τις οποίες συναντήθηκα κάποια στιγμή στην πορεία μου. Το κοινό τους σημείο είναι ότι, όσο καιρό τούς σκεφτόμουν, αισθανόμουν ότι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν μέσω της φωνής τους ως φορείς σθένους, φωτός, αντοχής. Το ότι δημιουργήθηκε εντέλει ένα μωσαϊκό χαρακτήρων έχει απλώς να κάνει με το ότι τα ερεθίσματα που δέχτηκα όσο έγραφα τα διηγήματα ήταν πολλά και ποικίλα, από κάθε μονοπάτι ζωής.
Υπάρχει κάποιο διήγημα που προέκυψε από προσωπική εμπειρία ή από κάποιο συγκεκριμένο ερέθισμα της καθημερινότητας;
Πολλά από τα διηγήματα βασίστηκαν σε υπαρκτά πρόσωπα, την ιστορία των οποίων έμαθα με κάποιον τρόπο. Στη συλλογή, φυσικά, δεν καταγράφω αυτούσιες τις ιστορίες τους – τις παραδίδω υπό το πρίσμα της μυθοπλασίας, τροποποιημένες. Η «Θεία Δόμνα», φερειπείν, βασίστηκε στην ιστορία δύο πραγματικών γυναικών – της δικής μου θείας και της θείας ενός φίλου: Το ατύχημα με το πόδι και η μετανάστευση στην Αμερική βασίζονται στη θεία του φίλου μου, ο χαρακτήρας και όλα τα υπόλοιπα στη δική μου θεία. Η «Βαθιά κατάψυξη» βασίζεται σε πραγματικό γεγονός που συνέβη σε κάποιο πανεπιστήμιο της Αμερικής πριν από μερικά χρόνια, αλλά εμπεριέχει και πολλά στοιχεία από τη δική μου πρότερη ζωή ως ερευνήτριας.
Τι σας προσφέρει η φόρμα του διηγήματος που δεν σας προσφέρει το μυθιστόρημα; Είναι ζήτημα ρυθμού, συμπύκνωσης ή ελευθερίας;
Το διήγημα έχει άλλους κώδικες από το μυθιστόρημα. Πρέπει να καταφέρεις να συμπυκνώσεις σε λίγες σελίδες την ουσία μιας ιστορίας, με τρόπο που ο αναγνώστης θα αισθανθεί ότι διάβασε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα. Είναι δύσκολο αυτό – εδώ κι αν χρειάζεται να αποφύγεις τις φλυαρίες! Πρέπει κάθε λέξη να τη ζυγίσεις σωστά, χωρίς όμως να καταλήξεις να κάνεις μια κοπτοραπτική που θα στεγνώσει τελείως το κείμενο. Αλλά και ο ρυθμός στη μικρή φόρμα είναι κάτι ιδιαίτερα δύσκολο. Προσωπικά βρήκα ότι το να διαβάζεις φωναχτά το κείμενό σου βοηθά πολύ στη διαμόρφωση ενός ωραίου ρυθμού. Πάντως, δεν διάλεξα συνειδητά να απέχω από τη μεγάλη φόρμα. Απλώς συνειδητοποίησα πως η μεγάλη ιστορία που είχα αρχίσει να γράφω δεν τραβούσε. Κι έτσι, βρήκα καταφύγιο στα διηγήματα μέχρι να ξαναδοκιμάσω τη μεγάλη φόρμα.
Αν μπορούσατε να συνοψίσετε την πρόθεση του βιβλίου σε μία φράση, ποια θα ήταν;
Ο δρόμος προς το φως καμιά φορά φαίνεται μέσα από μια χαραμάδα δέκα εκατοστών.
Αν δεν γράφατε, ποια άλλη μορφή τέχνης θα επιλέγατε για να εκφραστείτε;
Παλαιότερα θα έλεγα τον χορό. Τώρα μάλλον θα διάλεγα τον κινηματογράφο ή το θέατρο. Και θα δούλευα ως σκηνοθέτις, όχι ως ηθοποιός. Θα μου άρεσε πολύ να προσπαθήσω ν’ αποτυπώσω την ανθρώπινη συνθήκη με εικόνες. Μου φαίνεται πολύ δύσκολο, αλλά και τρομερά γοητευτικό.
Κάτι καινούργιο στο οποίο δουλεύετε; Μπορείτε να μας δώσετε μια μικρή γεύση;
Είναι ακόμη σε πολύ πρώιμο στάδιο για να μπορέσω να δώσω έστω και μια ελάχιστη γεύση!
Δέκα εκατοστά
Μαριλένα Παπαϊωάννου
Εκδόσεις Καστανιώτη
224 σελ.
ISBN 978-960-03-7390-5
Τιμή 16,00€
Κωνσταντίνα Δρακουλάκου δημοσιογράφος
https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/25304-marilena-papaioannou-synentefksi


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου