- Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης
Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945. Το 1965 μετοίκησε στην Αθήνα. Το 1966 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με το διήγημα «Έντεκα γράμματα κι ένα υστερόγραφο» στο περιοδικό Εποχές, με πρόλογο του Άγγελου Τερζάκη. Το 1972 εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο, μια ποιητική συλλογή με τίτλο Ο δραπέτης στο δέντρο. Από τότε μέχρι σήμερα έχει εκδώσει άλλα είκοσι ένα βιβλία, τα περισσότερα από αυτά μυθιστορήματα. Ποιήματα και πεζά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Επίσης, έχει ασχοληθεί και η ίδια με μεταφράσεις βιβλίων. Το 2001 τιμήθηκε με το Βραβείο Ιπεκτσί (υπό την αιγίδα του ΟΗΕ) για το μυθιστόρημά της Σαν το μετάξι (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1996). Βιβλία της βρίσκονται σε πολλές εθνικές και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Το βιβλίο της Όταν και οι λακκούβες ήταν χαρά (Εκδόσεις Κέδρος, 2026) μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Πώς αρχίζει η προετοιμασία ενός βιβλίου;
Δεν υπάρχει κάποιος κανόνας γι’ αυτό. Μπορεί ο σπόρος να πέσει μέσα μας σε ανύποπτο χρόνο και να περάσουν ακόμη και δεκαετίες, ώσπου να καρπίσει. Κάποτε πάντως φτάνει μια μαγική, θα έλεγα, στιγμή που γράφεται η πρώτη λέξη. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι η πρώτη λέξη του οριστικού κειμένου. Μπορεί να είναι κάλλιστα και η τελευταία. Πρόκειται όμως για εκείνην που θα ρυμουλκήσει το εκάστοτε πόνημα.
Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο σας Όταν και οι λακκούβες ήταν χαρά;
Καθώς μπήκα σε προχωρημένη, όπως κατ’ ευφημισμόν λέγεται, ηλικία, άρχισα να ανασύρω από τη μνήμη εικόνες των παιδικών μου χρόνων. Όλο και πιο πολλές. Όλο και πιο συχνά. Ώσπου, κάποια στιγμή ήχησε μέσα μου συναγερμός. Επρόκειτο για τη συνειδητοποίηση ότι όλες αυτές οι εικόνες δεν υπάρχουν παρά μόνο στη μνήμη μου κι ότι μαζί μ’ εμένα, όπου να ’ναι, θα χαθούν κι αυτές. Ένιωσα λοιπόν την υποχρέωση να τις διασώσω με το σκεπτικό ότι δεν αφορούν μόνον εμένα, αλλά κυρίως την εποχή. Μέλημά μου έγινε να παραδώσω μια γραπτή μαρτυρία για τις μακρινές δεκαετίες των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων. Προς τέρψη των παλαιότερων και γνώση των νεότερων.
Ο τίτλος είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;
Ο τίτλος είναι τόσο κυριολεκτικός, διότι οι νερολακκούβες στους χωματόδρομους ήταν ένα από τα αγαπημένα μας παιχνίδια, όσο και συμβολικός: Πώς δηλαδή αντλούσαμε χαρά από το τίποτα, ενώ σήμερα που έχουμε περισσότερα παρά ποτέ, η χαρά δεν περισσεύει.
Όσοι άνθρωποι δεν είναι προσκολλημένοι στον υλισμό, ζούνε πιο πλούσια ζωή.
Πώς ζούσαν παλιά στις γειτονιές οι άνθρωποι;
Η παλιά γειτονιά χαρακτηριζόταν από κοινωνικότητα και αλληλεγγύη. Τα παιδιά δεν καθοδηγούνταν ούτε από ηλεκτρονικά δίκτυα ούτε από οποιονδήποτε ενήλικα επικεφαλής. Απολαμβάναμε μια γόνιμη ελευθερία, η οποία μας επέβαλλε να αυτενεργούμε, να δημιουργούμε, να επινοούμε, να αυτοδιαχειριζόμαστε τον χώρο και τον χρόνο μας. Ήταν για όλους –μικρούς, μεγάλους– μια χειροποίητη ζωή. Αυτή ήταν η ομορφιά της.
Διάβασμα του Μικρού Ήρωα, σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου, γλυκά κορνέ, σάμαλι, κοκ… Σε ποιες δεκαετίες αναφερόμαστε;
Πρόκειται για τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Είχαμε μόλις αφήσει πίσω μας τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Ο κόσμος διψούσε για τη χαρά που του είχε λείψει. Και δεν ζητούσε πολλά. Δεν χρειαζότανε, λόγου χάρη, να πάει γαμήλιο ταξίδι στις Μαλδίβες, για να νιώσει ευτυχής.
Θερινά σινεμά, μουσική στο τζουκ μποξ. Γιατί εκείνα τα παιδιά απολάμβαναν αυτά τα απλά πράγματα κι ήταν ευτυχισμένα;
Γιατί τότε τα πράγματα ήταν μετρημένα και για να τα αποκτήσεις έπρεπε να κάνεις προσπάθεια και να έχεις υπομονή. Η ευκολία και η υπεραφθονία άλλαξαν την ψυχολογία μας. Δύσκολα ικανοποιούνται πλέον τόσο οι μικροί όσο και οι μεγάλοι. Όλο και συχνότερα ακούμε το ρήμα «βαριέμαι». Γιατί, άραγε; Μα γιατί τα μπαχαρικά της ζωής είναι τα εμπόδια, είναι οι δυσκολίες. Όσο λιγοστεύουν, τόσο πιο μπλαζέ γινόμαστε. Στον ανεπτυγμένο κόσμο κυνηγούν τους εμπόρους ναρκωτικών, χωρίς όμως να αναρωτιούνται γιατί αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος πελάτης τους. Τολμώ να υποθέσω ότι όταν κάποτε επέλθει πλανητική καταστροφή, το πιο εξελιγμένο κομμάτι της ανθρωπότητας είναι εκείνο που δεν θα μπορέσει να επιβιώσει.
Ραδιοφωνικά σίριαλ, λατρεία για το ραδιόφωνο από την ελληνική οικογένεια. Σήμερα ακούνε οι Έλληνες ραδιόφωνο;
Το ραδιόφωνο ήταν η θαυμαστή συσκευή, που όλα τα νοικοκυριά ήθελαν να αποκτήσουν. Αυτό τους πρόσφερε καθημερινή ψυχαγωγία και ενημέρωση. Το άφηναν ανοιχτό επί ώρες να παίζει τα «ελαφρά ελληνικά τραγούδια», ενώ οι νοικοκυρές έκαναν τις δουλειές τους τραγουδώντας τα. Κάποτε η Ελληνική Ραδιοφωνία αναγκάστηκε να προσθέσει πρόγραμμα με λαϊκά και ρεμπέτικα, καθότι επίμονα τα ζητούσαν οι στρατευμένοι. Κάθε Κυριακή υπήρχε μετάδοση της θείας λειτουργίας και της εκπομπής του Αχιλλέα Μαμάκη «Το θέατρο στο μικρόφωνο». Μυριάδες ακροάτριες προσηλώνονταν καθημερινά στη σειρά «Πικρή μικρή μου αγάπη». Καθημερινή πρέπει να ήταν και η εκπομπή «Αναζητήσεις μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού», όπου χιλιάδες Έλληνες αναζητούσαν τους συγγενείς που είχαν χάσει κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον Εμφύλιο. Παραδόξως, ακόμη υπάρχουνε λάτρεις του ραδιοφώνου, όχι βέβαια στην ίδια έκταση και στην ίδια ένταση όπως προ τηλεοράσεως και διαδικτύου.
Μια άλλη Ελλάδα σε μετεξέλιξη με πολέμους και φτώχεια, χωρίς σταθερές δουλειές. Πώς επιβίωσαν όλες αυτές οι γενιές;
Η ανάγκη πάντα βρίσκει τρόπο. Με συνεχή προσπάθεια, με καρτερία, με οικογενειακή αλληλεγγύη, με έναν ακόμη ξενιτεμό. Η ύπαιθρος σε Μακεδονία και Θράκη άδειαζε από νέους, οι οποίοι εμπιστεύονταν στους γέροντες τα παιδιά τους και ξενιτεύονταν, για να κυνηγήσουν την τύχη τους στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου και στις φάμπρικες της Γερμανίας. Βίωσα τη λαχτάρα φυγής αυτών των ανθρώπων, καθώς την εποχή εκείνη εργαζόμουνα στο γερμανικό προξενείο της Θεσσαλονίκης. Με σκληρή δουλειά, και παρά τις διακρίσεις που γνωρίζουν οι μετανάστες απανταχού της γης, κατάφεραν να κερδίσουν το στοίχημα, να βοηθήσουν τις οικογένειές τους, και άρα τον γενέθλιο τόπο τους, και να επιστρέψουν κάποτε με το κεφάλι ψηλά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, που τιμά εξίσου τους Βέλγους, είναι το γεγονός ότι τη θέση του δημάρχου της περιφέρειας των Βρυξελλών κατέχει σήμερα γιος εκείνων των ανθρακωρύχων.
Ποια είναι η σημασία του γενέθλιου τόπου;
Αν λόγω μετανάστευσης ή διωγμού δεν έχουμε προλάβει να ζήσουμε στον γενέθλιο τόπο, αυτός υπάρχει για μας ως μέρος της οικογενειακής και της εθνικής ιστορίας, όπως λόγου χάρη η Σμύρνη, η οποία έχει αποκτήσει μια μυθική, θα έλεγα, διάσταση. Αν όμως στον γενέθλιο τόπο έχουμε ζήσει τα παιδικά μας χρόνια, τότε φέρουμε μέσα μας ανεξίτηλες εμπειρίες, ατομικές και συλλογικές. Ζυμωνόμαστε, θα έλεγα, με τον τόπο. Γινόμαστε κομματάκι της ιστορίας του. Για πάντα δεμένοι μ’ αυτόν και τη χαρμοσύνη του.
Ποιες είναι οι διαφορές της χθεσινής καθημερινής ζωής από τη σημερινή;
Πριν από κάποιες δεκαετίες η ζωή, αν και στενή οικονομικά, χωρούσε πολλές μικροχαρές. Ήταν λιγότερο προγραμματισμένη, ανοιχτή σε απρόοπτα και αυτοσχεδιασμούς, ενώ το άγχος ήταν άγνωστο ακόμη και ως όρος. Με την πάροδο του χρόνου επικράτησε η υπερπροβολή του έχειν, με αποτέλεσμα να μεταμορφωθούμε από πρωτεύοντα θηλαστικά σε πρωτεύοντα καταναλωτικά. Τελικά, ό,τι έχουμε δεν μας φαίνεται ποτέ αρκετό. Θυμάμαι έναν λαϊκό οργανοπαίκτη στην Πάρο, που μου είπε κάποτε, αναφερόμενος στο παρελθόν: «Ένα τομάρι σήκωνε το κέφι του κόσμου», εννοώντας το όργανο που έπαιζε, την τσαμπούνα, που κατασκευάζεται από τομάρι κατσίκας. Σήμερα, για να σηκωθεί κάποιος να χορέψει, χρειάζονται άπειρα φωτορυθμικά, άπειρα ντεσιμπέλ, άπειρες βότκες. Τι κερδίσαμε εντέλει από την τόση πρόοδο; Για να είμαστε δίκαιοι, κερδίσαμε ουκ ολίγα: κερδίσαμε ποικίλα δικαιώματα, ποικίλες ευκολίες, δραστικό περιορισμό της φτώχειας και πάνω απ’ όλα μακροζωία μέχρι άνοιας. Απλώς πιστεύω ότι όσοι άνθρωποι δεν είναι προσκολλημένοι στον υλισμό, ζούνε πιο πλούσια ζωή.
Τι θα προτείνατε στους αναγνώστες και στις αναγνώστριες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;
Να καλλιεργούν τη θετική σκέψη, ώστε να μη χάνουν τις εφικτές χαρές της κάθε μέρας. Παράδειγμα: Πριν από λίγο καιρό βρέθηκα σε εφημερεύον νοσοκομείο με την πασίγνωστη εικόνα συνωστισμού. Μπήκαμε πρωί, βγήκαμε βράδυ. Ωστόσο, με χαμόγελο. Όχι γιατί είχε λυθεί το ιατρικό πρόβλημα. Αυτό μόλις άρχιζε. Νιώθαμε όμως μια ευχαρίστηση, διότι, πρώτον, το σύνολο του προσωπικού αντιμετώπιζε τους πάσχοντες –ημεδαπούς και αλλοδαπούς– με υπομονή, ευγένεια και δίχως διακρίσεις. Δεύτερον: Όσοι επισκέπτες αποχωρούσαν από το κτίριο, κατευθύνονταν προς τους κάδους απορριμμάτων ακόμη και για μία γόπα. Τρίτον: Στον περίβολο ανακάλυψα τον πιο μεγάλο ευκάλυπτο που αντίκρισα ποτέ μου. Στάθηκα και τον καμάρωνα. Ίσως φυτεύτηκε στα εγκαίνια του νοσοκομείου το 1927. Ίσως προϋπήρχε. Μήπως περνούσε από κει ο Ιλισός;
Όταν και οι λακκούβες ήταν χαρά
Ενθυμήσεις-αφηγήσεις
Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη
Κέδρος
224 σελ.
ISBN 978-960-04-5549-6
Τιμή 14,00€
Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης είναι συγγραφέας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου