«Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, τα θαλασσινά ταξίδια κι ο Νίκος Καββαδίας»
του Φίλιππου Φιλίππου
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης αγαπούσε τη θάλασσα και τα καράβια, η Θεσσαλονίκη, η γενέτειρά του, είναι μεγάλο λιμάνι στον Θερμαϊκό. Την αγάπη του για τα θαλασσινά ταξίδια την εκφράζει στο βιβλίο του Τα Ποιήματα, όπου κάνει πολλές σχετικές αναφορές. Στη συλλογή/ενότητα Εποχές με την ένδειξη «Χειμώνας 1942» και στο ποίημα «Θα ’ρθει μια μέρα…» διαβάζουμε:
Απ’ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβιδέο ίσως και στη Σαγκάη είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς να το αμφισβητήσεις.
Παρακάτω διαβάζουμε τον στίχο
Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
που θυμίζει το ποίημα του Νίκου Καββαδία «William George Allum» και τον στίχο
Εγνώρισα κάποια φορά σ’ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενο Εγγλέζο θερμαστή.
Και οι δύο Εγγλέζοι θερμαστές είχαν αγαπήσει παράφορα μια γυναίκα: εκείνος του Καββαδία αυτοκτόνησε μ’ ένα σπαθί στο στήθος, επειδή η γυναίκα που αγάπησε τον απάτησε με κάποιον ναύτη Αράπη, ενώ αυτός του Αναγνωστάκη πέθανε ψιθυρίζοντας ένα γυναικείο όνομα.
Δεν πρόκειται βεβαίως για συμπτώσεις. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης έχει γράψει –σ’ ένα κείμενό του στο περιοδικό Νέο Επίπεδο[1]– πως ήξερε τα ποιήματα του Μαραμπού από τα μαθητικά του χρόνια, όταν ένας καθηγητής τού είχε δώσει το βιβλίο για να το αντιγράψει, κι αυτός το αντέγραφε όλη νύχτα.
Στο ποίημα «Μια ημερομηνία πριν από χρόνια», στην ενότητα Εποχές διαβάζουμε τους εξής στίχους:
Με τα θαμπά καράβια που φεύγουν και πλανιούνται στο σκοτάδι,
Επίσης:
Τι σκέφτονται όλα αυτά τα καράβια μες στη νύχτα,
Ακόμα:
Τραγουδώντας στα βάθη του πέλαγου στις μακρινές πολιτείες.
Στο ποίημα «13.12.43» διαβάζουμε:
Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία
μην είσαι στο λιμάνι.
Στο ποίημα «VII» στην ενότητα Εποχές ΙΙ διαβάζουμε:
Κανένα πλοίο δε σαλπάρει χωρίς καπνό και χωρίς δάκρυα.
Επίσης:
Κι εγώ π’ αγάπησα τόσο τη θάλασσα
κι εγώ που αγάπησα τα πλοία που σφυρίζουνε στη βραδινή ομίχλη
κι εγώ που ήμουνα πάντα ένα μαντίλι στο ψηλότερο κατάρτι…
Ίσως πιο χαρακτηριστικό ως προς την αγάπη του για τη θάλασσα είναι το ποίημα «Το ναυάγιο» (στη συλλογή Η Συνέχεια 3). Σε αυτό μιλάει για τον καπετάνιο που χάθηκε, τον δεύτερο και τον τρίτο, εννοώντας τους ανθρώπους που χάθηκαν στο πεδίο των μαχών κατά τον αγώνα για την επικράτηση των ιδεών της ηττημένης ελληνικής Αριστεράς:
Θα μείνω μαζί σας μες στη βάρκα/
Ύστερα από αυτό το ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν ο άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)
Στο ίδιο πικρό ποίημα, ωστόσο, εκφράζει την αισιοδοξία του:
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα
Σε μερικά ποιήματα του Αναγνωστάκη είναι εμφανείς οι επιρροές του από τον Καββαδία. Στο «Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδι ο λοχίας Otto V…» υπάρχουν οι στίχοι:
Κι εγώ που ’χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτα άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη.
Το 1945 ο Νίκος Καββαδίας γνώρισε τον Γιώργο Κουμβακάλη, όταν το καράβι του, το «Κορινθία», όπου ήταν ασυρματιστής, πηγαινοερχόταν μεταξύ του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης μία φορά την εβδομάδα. Μετέφερε επιβάτες, σε μια εποχή που οι δρόμοι από την Αθήνα προς τη Βόρεια Ελλάδα ήταν κλειστοί ή δύσβατοι. Το ποίημά του «Θεσσαλονίκη» που περιέχεται στη συλλογή Πούσι (1947) είναι χαρισμένο σε αυτόν.
Στην παρέα του Κουμβακάλη, ανώτερου υπαλλήλου στην Τράπεζα της Ελλάδος, ήταν κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης, δεκαπέντε χρόνια νεότερος από τον Καββαδία, καθώς και άλλοι ποιητές και διανοούμενοι της Θεσσαλονίκης. Η γνωριμία των δύο ποιητών έγινε το 1945 στην ταβέρνα «Κληματαριά», όπου μαζεύτηκαν οι φίλοι του Κουμβακάλη. Τότε ο νεαρός φοιτητής είχε εκδώσει το πρώτο του ποιητικό βιβλίο. Εκτός από αυτούς τους τρεις, παρευρέθηκαν ένας νεαρός καθηγητής, «ο Μ.Γ», ο Κλείτος Κύρου κι ο Πάνος Θασίτης.
«Ήρθε πολλές φορές στη Σαλονίκη και πάντα βρισκόμασταν στο σπίτι μου, σε καμιά ταβέρνα, σε κάποιο διανυκτερεύον καφενείο», γράφει ο Αναγνωστάκης.
Στο βιβλίο του Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του - Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης (1987), ο Αναγνωστάκης περιλαμβάνει κι άλλα σατιρικά στιχουργήματα που τα αποδίδει στον «Φάσση». Σε αυτά βρίσκουμε μιμήσεις αρκετών ποιητών (κυρίως των Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσου, Σινόπουλου), αλλά και του Καββαδία. Στο ποίημα «Η δυναστεία των ίμερων» διαβάζουμε:
Και τώρα που η στερνή ώρα σιμώνει
(το φανάρι του Άλμπορ δεν εφάνη
θα πεις: εντ γκουντ ολ γκουντ –ή βέρυ φάνυ
μ’ αξιοπρέπεια πάντα κρατώντας το τιμόνι
Οι στίχοι αυτοί παραπέμπουν στο ποίημα του Καββαδία «Black and White»:
Τζίντζερ, που κοιτάς με το γυαλί,
το φανάρι του Άλμπορ δεν εφάνη.
Βλέπω στο Λονδίνο εγώ της Funny
στο κρεβάτι σου άλλον να φιλεί.
Στο ποίημα «Το ρομαντικό τρίπτυχο» διαβάζουμε:
Κι εγώ, που τόσο απέραντα σε αγάπησα κι αθώα πολύ
Δίχως ποτέ, γυναίκα ωραία, τίποτα να ζητήσω
Αυτό παραπέμπει πάλι στο «Μαραμπού»:
Κι εγώ που μόνο εταιρών εγνώριζα κορμιά
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη.
Στο ποίημα «1870-1942» γράφει:
Απόψε, όπως καθόμαστε, μια διάθεση ρομαντική
δεν ξέρω πώς, στην ίδια όλους, μας συνεπήρε δίνη
«Πανσέληνος» το ημερολόγιο έγραφε, λέξη μαγική
και ξαπλωμένοι ο ένας κοντά στον άλλο είχαμε μείνει…
Σε αυτό επιστρέφει ξανά το «Μαραμπού»:
Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά
και φεύγουν προς τα δυτικά των μαραμπού τα σμήνη
κάτι με σπρώχνει επίμονα στο χαρτί/
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.
Στο ποίημα «Ο κατήφορος» ο Αναγνωστάκης λέει:
Μιαν ιστορία σας αφηγούμαι πονεμένη
που προκαλεί σε δυο καρδιές σεισμό
μια ιστορία κι αυτή σαν τόσες άλλες,
Οι στίχοι θυμίζουν το «Cambay’s Water» του Καββαδία:
Τη νύχτα σου ’πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα.
Το 1996 επισκέφτηκα τον Μανόλη Αναγνωστάκη στο σπίτι του, στην Πεύκη, στην οδό Κρήτης 9. Ήταν παρούσα η σύζυγός του, η Νόρα Αναγνωστάκη, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, κι ο γιος του ο Ανέστης. Ήθελα να συζητήσω μαζί του για τον Καββαδία. Ο ποιητής μου έδωσε αρκετές πληροφορίες για τον εαυτό του και τον φίλο του με τον οποίο ξαναβρέθηκαν στα τέλη της χούντας (το 1948 ο Αναγνωστάκης φυλακίστηκε για την αριστερή του δράση). Μολονότι σπούδασε Ιατρική, από μικρός, μου εξομολογήθηκε, αγαπούσε τη μουσική κι έπαιζε βιολί και κιθάρα, επομένως ήταν φυσικό να συνθέτει τραγούδια.
Ένα βράδυ, χρόνια μετά από την πρώτη τους συνάντηση, κάλεσε τον Καββαδία και τους φίλους του σ’ ένα στέκι. Μαζεύτηκαν τέσσερις πέντε άνθρωποι, ήπιαν, μίλησαν, τραγούδησαν, είπαν ανέκδοτα, και ο Αναγνωστάκης, παίζοντας με την κιθάρα, τραγούδησε σε ρεμπέτικο στιλ τα ποιήματα «Σταυρός του Νότου» και «Cambay’s Water» από τη συλλογή Πούσι. Θυμίζω τους πρώτους στίχους από το πρώτο:
Έβραζε το κύμα του γαρμπή.
Ήμαστε κι οι δυο σκυφτοί στο χάρτη
Θυμίζω και τους πρώτους στίχους από το δεύτερο:
Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
Η παρέα των Θεσσαλονικέων απόλαυσε τα τραγούδια, αλλά ο Καββαδίας στενοχωρήθηκε, άκουγε τον φίλο του να τραγουδάει με συγκαλυμμένη πίκρα. Ψέλλισε μερικές λέξεις για εγωισμό και σχεδόν έψεξε τον Αναγνωστάκη για ασέβεια, αφού ήταν νεότερός του. Ως λάτρης της κλασικής μουσικής και της όπερας, δυσανασχέτησε για το τόλμημά του, το θεώρησε προσβολή, εμπαιγμό στην τέχνη του. Στο τέλος, είπε στον Αναγνωστάκη μια φράση εν είδει παραπόνου: «Η ειρωνεία είναι το όπλο των αδυνάτων». Νόμιζε πως ο νεαρός φοιτητής τον κορόιδευε, πως ειρωνευόταν τους στίχους του, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια.[2]
Φίλιππος Φιλίππου: Συγγραφέας
[1] «Θυμάμαι τον Κόλια Καββαδία…», Νέο Επίπεδο 27, χειμώνας, 1997.
[2] Η συνάντησή μου με τον Μανόλη Αναγνωστάκη έγινε στο πλαίσιο της έρευνας για το βιβλίο μου Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας, Άγρα, Αθήνα 1996.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου