«Μανόλης Αναγνωστάκης: Ένας τρυφερός άνθρωπος»
της Μαρίας Στασινοπούλου
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης όπως και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου και στην καρδιά μου ως η εικόνα της απόλυτης τρυφερότητας, παρότι το ύφος τους δεν μαρτυρούσε την κρυμμένη ευαισθησία. Με άγγιζε κατάβαθα η έγνοια τους όταν με αγκάλιαζαν ή όταν μου έλεγαν να προσέχω, κάθε φορά που με άκουγαν να βήχω, εξαιτίας της μόνιμης επαγγελματικής μου φαρυγγίτιδας. Είχαν βιώσει, βέβαια, παιδιά το δέος της φυματίωσης.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ήταν άνθρωπος σιωπηλός και πειραχτήρι μοναδικό. Μια υποψία χαμόγελου υπήρχε πάντα στο μειλίχιο πρόσωπό του. Το χιούμορ του, παροιμιώδες. Πετούσε, έτσι αδιάφορα, μία κουβέντα που ήξερε ότι κάποιους από την παρέα θα ενοχλήσει ή θα φέρει σε αντιπαράθεση, και μετά απολάμβανε τον καβγά. Κάποια εποχή το τηλέφωνο του σπιτιού τους είχε ένα νούμερο διαφορά από το τηλέφωνο της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Τους ενοχλούσαν συχνά ρωτώντας: «Ολυμπιακή εκεί;». Κάποια στιγμή ο Μανόλης απάντησε: «Όχι, Παναθηναϊκοί» και, επάνω που νόμιζε ότι την είχε φέρει στον άγνωστο συνομιλητή, ακούει την απάντηση: «Με συγχωρείτε, λάθος γήπεδο πήρα». Έχω την εντύπωση ότι ήταν δική του επινόηση ο διάλογος.
Όλη η ειρωνική και χιουμοριστική του διάθεση βγαίνει στο βιβλίο του Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του. Πρόκειται για συγκεκαλυμμένη αυτοβιογραφία, στην οποία ο Μανούσος Φάσσης μιλάει για την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα, χαρακτηριστικά της παιγνιώδους διάθεσής του. «Σκαρφάλωσα στο Μύτικα κι είπα τραγούδια εαμίτικα. / (Άλλο το να γράφεις Canto / κι άλλο να σου λένε: κάν’ το), ή «Χιλιάδες όνειρα σαν κομφετί λιωμένα. / Ψάχνεις τη στάχτη: φίλε μου τι βρήκαμε; / Μια τακτοποίηση έντιμη στο ΙΚΑ με / χιλιάδες ένσημα στο βιβλιάριο κολλημένα» ή «Τουίγκη - Τουίγκη / σε θέλω δίχως ξύγκι».[1]
Γράφοντας για τη Μαρκέλλα, μια πόρνη «πληθωρική, εύχυμο και μεσήλικα Θρακιώτισσα, μάλλον τουρκικής προέλευσης», ο φανατικός μπορδελόβιος Μανούσος Φάσσης αναφέρει: «Δεν θυμάμαι πόσον καιρό διήρκεσε αυτή η ιστορία που, ως μη όφειλεν, απασχόλησε όλη την παρέα μας λίγο πολύ τότε, και αναστάτωσε κυριολεκτικά τις φιλήσυχες οικογένειές μας – θυμάμαι καλά όμως πώς τελείωσε, όταν μέσα σ’ εκείνο το φρικαλέο σπίτι, ένα βράδυ η Σουλτάνα (διότι περί Σουλτάνας επρόκειτο, το Μαρκέλλα ήταν η ιδεολογικοποιημένη εκδοχή του γυναίου εκείνου) έσκισε κομματάκια-κομματάκια, ενώπιον ανυποψίαστων θαμώνων, και πέταξε στα μούτρα του εμβρόντητου Μανούσου την υπέροχη εκείνη έκδοση της Αλεξανδρείας του Καλμούχου με τα ποιήματα του Καβάφη, που μετά τον Γκόρκι, τον Λουντέμη και τη Γαλήνη του Βενέζη της είχε χαρίσει ο φίλος μας, επισημαίνοντας διακριτικά και την “ανωμαλία” του μεγάλου ποιητή, την έσκισε λοιπόν κομματάκια-κομματάκια και με προφανή αγανάκτηση και ιερή οργή, αλλά και βαθύτατα ως φαίνεται προσβεβλημένη, αναφώνησε το θρυλικό εκείνο: “Χίλιες φορές πουτάνα, παρά πούστης”».[2]
Οι γνώσεις του για τα παλιά περιοδικά δεν είχαν ανταγωνιστή. Η συλλογή του, μεγάλη. Συχνά διαφωνούσαν με τον Αλέκο Αργυρίου για κάτι, μέχρι να κατέβει από τη βιβλιοθήκη ο σχετικός τόμος και να λυθεί η διαφωνία.
Είχε πολύ ταλαιπωρηθεί με την υγεία του. Στα τελευταία του, τον θυμάμαι στο Νοσοκομείο Συγγρού, όπου νοσηλευόταν, αδύνατος, με τα υπέροχα πέλματα του ποδιού του να βγαίνουν από το σεντόνι, να με ρωτά: «Λένε ότι η ζωή είναι ωραία, βρε Μαρία, είναι ζωή αυτή που ζω εγώ τώρα;».
Στην επιμονή του Μανόλη οφείλω τη συγγραφή και την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου Κυρία, με θυμάστε;. Στις συναντήσεις που είχαμε, στα μοναδικά βραδινά γεύματα της Νόρας, στο σπίτι τους στην Πεύκη, Κρήτης 9, που θύμιζαν τα παλαιότερα λογοτεχνικά σαλόνια, συχνά τους αφηγούμουν περιστατικά από το σχολείο. «Γιατί δεν τα γράφεις αυτά που μας λες;», επέμενε ο Μανόλης. Και κάπως έτσι ξεκίνησα.
Τελευταία διαπιστώνω ότι σε πολλά κείμενά μου υπόκειται η ποίηση και η ματιά του Μανόλη. «Θα ζητούσε μία ώρα προθεσμία, να κάψει τα παλιά γράμματα», από το ΥΓ. (Υστερόγραφο).[3] Ξαναδιαβάζοντας για πολλοστή φορά το βιβλίο, βρήκα ότι υπάρχει κάποια εσωτερική συνάφεια (κρυπτομνησία;) με το δικό μου, από τις Ασκήσεις αντοχής στον χρόνο, που έχει τίτλο: «Μαζί στη ζωή, μαζί και στον θάνατο». Το παραθέτω: «Ηλικιωμένο ζευγάρι στη Θεσσαλονίκη κάηκε ζωντανό, όταν φωτιά από άγνωστη αιτία ξέσπασε στο πολυτελές διαμέρισμα που διέμεναν στο κέντρο της πόλης. Κινδύνευσαν και τα διπλανά διαμερίσματα» έλεγε η πρωινή είδηση. Κανείς όμως δεν υποψιάστηκε ότι τα δύο γερόντια, ερωτευμένα έως θανάτου, αποχαιρέτησαν τη ζωή την ώρα που προσπαθούσαν να κάψουν τα ερωτικά γράμματα της νιότης τους, για να μην πέσουν σε «χέρια βέβηλα».
Η είδηση βέβαια της εφημερίδας στην οποία αναφέρεται το δικό μου κείμενο είναι πραγματική.
Άλλη συνάφεια: «Η τελευταία φροντίδα»: «Συνταξιούχος πια, εδώ και τρία χρόνια, κοιτάζω μια παλιά σχολική φωτογραφία και μετράω απώλειες. Δεν είναι και λίγοι οι φευγάτοι. Και να σκεφτείς ότι, για τους πιο πολλούς απ’ αυτούς, υπέγραψα το πιστοποιητικό θανάτου τους, ως χειρουργός σε μεγάλο κρατικό νοσοκομείο». Καθώς μου διηγείται αυτά ο παλιός μου μαθητής ήρθε στον νου μου ο στίχος του Μανόλη Αναγνωστάκη «Σ’ όλα τα παλιά περιοδικά όλοι πια πεθαμένοι».[4]
«Θυμούμαι, άρα υπάρχω»,[5] γράφει ο Μανόλης, και ο δικός μου τίτλος από κείμενο στο Κυρία, με θυμάστε;: «Ο άνθρωπος πεθαίνει, μόλις σταματήσει η μνήμη».[6]
Άλλοτε πάλι στίχοι δικοί του αναβλύζουν με ποικίλες αφορμές. Το: «Δεν έφταιγεν ο ίδιος. Τόσος ήτανε» ή «Και πώς να τον βρίσεις κάθαρμα, όταν έχει κάτσει είκοσι χρόνια φυλακή» ή «Δεν φοβόταν τον θάνατο – τουλάχιστον το θάνατο των άλλων».
Μαρία Στασινοπούλου: Συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας
[1] Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, Η ζωή και το έργο του. Μια απόπειρα κριτικής προσέγγισης. Δοκιμιακό σχεδίασμα του Μανόλη Αναγνωστάκη, Στιγμή, Αθήνα 1987, σ. 40.
[2] Ό.π., σ. 53-54.
[3] Μανόλης Αναγνωστάκης, ΥΓ., Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 16.
[4] Αναγνωστάκης, ό.π., σ. 21.
[5] Ό.π., σ. 23.
[6] Μαρία Στασινοπούλου, Κυρία, με θυμάστε;, Αφηγήματα, Κίχλη, Αθήνα 2013, σ. 87.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου