Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Σώχος Λάζαρος, γλύπτης

Ο Λάζαρος Σώχος (1862-1911) ήταν διακεκριμένος Έλληνας γλύπτης του 19ου αιώνα.
Γεννήθηκε το 1862 στην Τήνο. Οι γονείς του ήταν άποροι γεωργοί. Σε ηλικία εννέα χρονών εγκατέλειψε την πατρίδα του ζητώντας πόρους ζωής. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη σε κάποιον θείο του, λιθοξόο το επάγγελμα. Μπήκε στην τέχνη και με ζήλο, εκτός από την λιθοξοΐα έμαθε και τα βασικά στοιχεία της γλυπτικής, ενώ πήγαινε και στο σχολείο για να μάθει γράμματα.
Ζήτησε επίμονα και πήγε στην καλλιτεχνική σχολή του Γάλλου Guillemet στο Σταυροδρόμι. Εκεί κατέκτησε αμέσως τον θαυμασμό και την εκτίμηση των δασκάλων του. Στην σχολή αυτή γνωρίστηκε με την συμμαθήτριά του Θηρεσία Γ. Ζαρίφη.
Όταν ο Guillemet πέθανε και η σχολή του έκλεισε, ο Σώχος, με μόνο εφόδιο μια συστατική επιστολή, κατέφυγε στην Αθήνα και στον Δρόση. Εκεί δούλεψε στο εργαστήριο του καλλιτέχνη επί μικρού πενιχρού μισθού, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα γλυπτικής στο Πολυτεχνείο και ζωγραφικής στον Λύτρα. Τελικά αποφοίτησε με άριστα σε όλες τις τάξεις γλυπτικής και ζωγραφικής.
Μαθητής ακόμα φιλοτέχνησε τα δύο αγάλματα που κοσμούν τα ανάκτορα, τον «Περσέα φέροντα την κεφαλή της Μέδουσας» και τον «Οδυσσέα αναγνωριζόμενο υπό του Άργους». Το πρώτο τιμήθηκε το 1884 με το Θωμαΐδειο βραβείο.
Στο Πανεπιστήμιο ξανασυνάντησε την παλιά συμμαθήτριά του, η οποία τώρα ήταν κυρία Α. Βλαστού, και συγκινημένη από την αφοσίωση του σεμνού μαθητή, του προσέφερε μηνιαίο χρηματικό βοήθημα για να αποπερατώσει τις σπουδές του. Αυτή τον έστειλε και στο Παρίσι για να συνεχίσει και να εμβαθύνει τις καλλιτεχνικές του σπουδές. Στο Παρίσι διακρίθηκε και κέρδισε σε διάφορους διαγωνισμούς συνολικά δεκαεπτά αργυρά και χάλκινα μετάλλια προόδου.
Έγινε καθηγητής στην Σχολή των Καλών Τεχνών. Έργο του ήταν η αναστήλωση του Λέοντα της Χαιρώνειας. Φιλοτέχνησε επίσης πολλά έργα, τα οποία όλα σχεδόν κατά καιρούς βραβεύτηκαν.
Απεβίωσε στην Αθήνα από μηνιγγίτιδα το 1911.
Σημαντικότερα έργα του
Από τα έργα του γνωστότερα είναι η προτομή του Κοραή στο Παρισινό κοιμητήριο Montparnasse, και ο έφιππος ανδριάντας του Κολοκοτρώνη, έργο βραβευμένο από το Ελληνικό τμήμα της Διεθνής Παρισινής έκθεσης του 1900 και την Ακαδημία της Ρώμης. Η χύτευση του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη έγινε, σε δύο αντίτυπα, στο Παρίσι.
Το υλικό προερχόταν από κανόνια της Επανάστασης που υπήρχαν στο Κάστρο του Παλαμηδίου. Από τα δύο αντίτυπα, το ένα τοποθετήθηκε στο Ναύπλιο το 1901 και βρίσκεται σήμερα στον λεγόμενο «Βοτανικό Κήπο» του Ναυπλίου ή «Πάρκο Κολοκοτρώνη», και το δεύτερο στην Αθήνα το 1904, και σήμερα βρίσκετα δίπλα από την Παλαιά Βουλή. Ως καλύτερα των έργων του θεωρούνται τα δύο ανάγλυφα που βρίσκονται στην βάση του Ανδριάντα του Κολοκοτρώνη.
Στο Παρισινό Σαλόνι του 1830 βραβεύτηκε, επίσης, το έργο του «Μούσα επιστρέφουσα εις την Ακρόπολιν«, το οποίο πήρε ευμενείς κριτικές στο «Revue des Beaux Arts». Σε διαγωνισμό βραβεύτηκε και το μνημείο του Βύρωνα, το οποίο, όμως, δεν αποπεράτωσε. Φιλοτέχνησε, επίσης, τα δύο μνημεία του Ζαρίφη και του Συγγρού, του οποίου μίκρυνση είχε στείλει στην έκθεση της Ρώμης
ΑΘΗΝΑ, 1950. Μεταφορά του αγάλματος του Κολοκοτρώνη στη νέα θέση του στον περίβολο της Παλαιάς Βουλής. Αρχικά, το 1904, είχε τοποθετηθεί στην διασταύρωση της οδού Κολοκοτρώνη με την οδό Σταδίου.

Η πύλη του Πλούτωνα ανακαλύφθηκε στην Τουρκία

Μία από τις λεγόμενες πύλες του Άδη ή του Πλούτωνα (που οι αρχαίοι θεωρούσαν ως είσοδο προς τον κάτω κόσμο) ανακαλύφθηκε στη νοτιοδυτική Τουρκία, όπως ανακοίνωσαν Ιταλοί αρχαιολόγοι.
Γνωστή ως Πύλη του Πλούτωνα (ο θεός Άδης στην Ελληνορωμαϊκή μυθολογία) θεωρείτο ως η πύλη στον μετά θάνατον κόσμο κατά Ελληνορωμαϊκή μυθολογία και παράδοση.
Ιστορικές πηγές τοποθετούσαν το σημείο στην Ιεράπολη της αρχαίας Φρυγίας, που σήμερα ονομάζεται Pamukkale, ενώ περιγραφόταν ως ένα άνοιγμα γεμάτο με θανατηφόρες και αποπνικτικές αναθυμιάσεις.
«Αυτός ο χώρος είναι γεμάτος από μια τόσο πυκνό ομιχλώδη ατμό, που κανείς μπορεί να δει μετά βίας το έδαφος. Κάθε ζώο που περνά μέσα βρίσκει ακαριαίο θάνατο», είχε γράψει ο Στράβων (64/63 π.Χ. – 24 μ.Χ. περίπου). «Έριξα μέσα σπουργίτια και ακαριαία εισέπνευσαν την τελευταία τους ανάσα και πέθαναν».
Η ανακάλυψη ανακοινώθηκε αυτό το μήνα σε ένα συνέδριο για την ιταλική αρχαιολογία στην Κωνσταντινούπολη, από μια ομάδα αρχαιολόγων με επικεφαλής τον Francesco D’Andria, καθηγητή κλασικής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σαλέντο.
Ο D’Andria έχει πραγματοποιήσει εκτεταμένες αρχαιολογικές έρευνες στο μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Ιεράπολης. Πριν από δύο χρόνια, ισχυρίστηκε ότι είχε ανακαλύψει εκεί τον τάφο του Αγίου Φιλίππου, ενός από τους 12 αποστόλους του Ιησού Χριστού.
Η Ιεράπολη ιδρύθηκε περίπου το 190 π.Χ. από τον Ευμένη Β’, βασιλιά της Περγάμου (197 π.Χ.-159 π.Χ.) και περιήλθε στη Ρώμη το 133 π.Χ. Εξελίχθηκε σε μια ακμάζουσα ρωμαϊκή πόλη, με ναούς, θέατρο και τις δημοφιλείς ιερές ιαματικές πηγές θερμών υδάτων.
«Βρήκαμε την πύλη του Πλούτωνα ενώ ανακατασκευάζαμε τη διαδρομή μιας ιαματικής πηγής», δήλωσε ο D’Andria στο Discovery News.
Οι αρχαιολόγοι βρήκαν κίονες ιωνικού ρυθμού και μια επιγραφή με αφιέρωση στις θεότητες του κάτω κόσμου – του Πλούτωνα και της Κόρης (άλλη ονομασία της Περσεφόνης). Ανακαλύφθηκαν επίσης τα ερείπια ενός ναού, μιας αρχαίας «πισίνας» και μιας σειρά σκαλιών πάνω από την σπηλιά – στοιχεία τα οποία ταιριάζουν στην με τις περιγραφές στις αρχαίες πηγές.
«Οι άνθρωποι θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν τις ιερές τελετές από αυτά τα σκαλιά, αλλά δεν μπορούσαν να φτάσουν στην περιοχή κοντά στο άνοιγμα. Μόνο οι ιερείς λογικά θα μπορούσε να σταθούν μπροστά από την πύλη», σύμφωνα με τον επικεφαλής της έρευνας.
Μικρά πουλιά δίνονταν στους προσκυνητές ώστε, ρίχνοντάς τα στο άνοιγμα της πύλης, να δοκιμάσουν τις θανατηφόρες συνέπειές της, ενώ ιερείς έκαναν θυσίες στον Πλούτωνα. Οδηγούσαν τα ζώα στην σπηλιά και τα έφερναν έξω νεκρά.
«Μπορέσαμε να δούμε το αποτέλεσμα αυτών των θανατηφόρων ιδιοτήτων της σπηλιάς, κατά τη διάρκεια της ανασκαφής. Πολλά πτηνά πέθαναν όταν πλησίαζαν στο ζεστό άνοιγμα, από τις αναθυμιάσεις διοξειδίου του άνθρακα», δήλωσε ο D’Andria.
Μόνο οι ευνούχοι της Κυβέλης, μια αρχαία θεά της γονιμότητας, ήταν σε θέση να εισέλθουν σε αυτή την «πύλη της κολάσεως» και να βγουν σώοι και αβλαβείς.
«Κρατούσαν την αναπνοή τους όσο μπορούσαν», έγραφε ο Στράβων, προσθέτοντας ότι «η ανοσία τους θα μπορούσε να οφείλεται σε ένα είδος θείας πρόνοιας ή σε κάποια αντίδοτα κατά δηλητηριώδους ατμού».
Σύμφωνα με τον D’Andria, οι προσκυνητές μετέφεραν νερό στην πισίνα που βρισκόταν κοντά στο ναό, κοιμόνταν κοντά στη σπηλιά και έβλεπαν οράματα και προφητείες. Πράγματι, οι αναθυμιάσεις που έρχονται από τις ιαματικές πηγές της Ιεράπολης δημιουργούσαν παραισθήσεις.
Οι Πύλες του Πλούτωνα, λειτουργούσαν πλήρως μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ, και περιστασιακά κατά τη διάρκεια των δύο επόμενων αιώνων ως προορισμός για τους τελευταίους ειδωλολάτρες διανοουμένων της Ύστερης Αρχαιότητας.
Κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα μ.Χ., ο ναός του Πλούτωνα καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Χριστιανούς, ενώ στη συνέχεια ενδεχομένως μια σειρά από σεισμούς ολοκλήρωσε την καταστροφή.
Ο D’Andria και η ομάδα του εργάζονται τώρα για την ψηφιακή αναπαράσταση του χώρου.
Πηγή: news.discovery.com

Δήλος – Το ιερό νησί των Ελλήνων

«Ίητε Δήλιε Απόλλωνα. Τα σπαρμένα νησιά,με τα πλήθια ζωντανά,σπιτοχτίσαν και πήραν την ξακουστή Δήλο.Τους έδωκε ο χρυσομάλλης ο Απόλλωνας,της Αστερίας το κορμί κατοικιά τους». Πίνδαρος, Παιάνας
Μυθολογία και Ιστορία 
Η ιστορία της Δήλου είναι συνυφασμένη με τη μυθολογία, καθώς ήταν η γενέτειρα του Απόλλωνα, γιού του Δία, και ως εκ τούτου ένας τόπος ιερός. Η θέση της είχε επίσης καθοριστεί στη μυθολογία, δεδομένου ότι πριν γίνει Δήλος (ορατή), ήταν ένας πλωτός, περιπλανώμενος βράχος που ονομαζόταν Ορτυγία ή Άδηλος (αόρατη). Ο Ποσειδώνας αγκυροβόλησε το βράχο στο απόλυτο κέντρο των τεσσάρων σημείων της πυξίδας σε σχέση με τη θέση του στο Αιγαίο Πέλαγος. Βρίσκεται σχεδόν σε ίση απόσταση με την ηπειρωτική χώρα στα βορειοδυτικά, με τη Χίο και τη Ρόδο προς τα ανατολικά, την Κρήτη στα νότια και την Πελοπόννησο στα δυτικά.
Η γεωγραφική της θέση προσέλκυσε το ενδιαφέρον των αρχαίων Ελλήνων, όπως και άλλοι τόποι που κατέχουν γεωμετρικά σημαντικές θέσεις στην περίτεχνη μαθηματική τους προσέγγιση στη Γεωγραφία, όπως οι Δελφοί. Η δημιουργία αυτών των μύθων, δεδομένης της θέσης του νησιού, ήταν απλά θέμα χρόνου. Έτσι, η μυθολογία ενώνεται με την ιστορία, καθώς η γεωγραφική θέση της έφερε πράγματι μεγάλο πλούτο στην Δήλο, όπως η Λητώ, μητέρα του Απόλλωνα, είχε υποσχεθεί.
Αυτό που η Λητώ δεν είχε προβλέψει ήταν η συμφορά, η καταστροφή, η δουλεία και η απώλεια ανθρώπινων ζωών που προσέλκυσε επίσης αυτός ο πλούτος, σε τέτοιο βαθμό που τελικά η Δήλος ερημώθηκε και παρέμεινε έτσι τις δύο τελευταίες χιλιετίες..
 Ο Μύθος 
Στην πρώιμη μυθολογία, η πρώτη αναφορά στην Δήλο γίνεται με την εμφάνισή της ως αόρατο βράχο που επέπλεε άσκοπα στη θάλασσα, και που σχηματίστηκε όταν η Αστερία, αδελφή της Λητούς, μεταμορφώθηκε σε βράχο για να γλυτώσει από το Δία, ο οποίος αργότερα κυνήγησε και άφησε έγγυο και τη Λητώ, με αποτέλεσμα το οργισμένο ξέσπασμα της Ήρας, η οποία συνέπραξε με τους άλλους θεούς ώστε να αποτρέψουν τη Λητώ από το να γεννήσει οπουδήποτε στον κόσμο και κάτω από τον ήλιο. Έτσι η Λητώ περιπλανιόταν παρόλο που πλησίαζε ο καιρός για να γεννήσει.
Ο Δίας έκανε έκκληση στον αδελφό του, τον Ποσειδώνα, να τους βοηθήσει να βρουν ένα μέρος κάπου στη θάλασσα, όπου η Λητώ θα μπορούσε να ξεκουραστεί και να γεννήσει το παιδί του Δία. Ο Ποσειδώνας τότε πήρε τον αόρατο πλωτό βράχο Άδηλο και τον αγκυροβόλησε στη θάλασσα με τέσσερις στήλες διαμαντένιων αλυσίδων και στη συνέχεια τον μετονόμασε σε Δήλο.
Οι Έλληνες πίστευαν έντονα σε αυτό το μύθο. Ήταν άλλωστε ο λόγος που πολλοί γενναίοι κυνηγοί θησαυρών έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να ανακτήσουν τις διαμαντένιες αλυσίδες από το βυθό της θάλασσας.
Η Λητώ υποσχέθηκε στη Δήλο ότι θα έκανε το νησί το πλουσιότερο στον κόσμο, αν η Δήλος της επέτρεπε να ξεκουραστεί εκεί και να γεννήσει το παιδί της, καθώς και ότι το παιδί δεν θα άφηνε ποτέ τον βράχο. Και έτσι συμφωνήθηκε, και η Λητώ πήγε στην Ιερή Λίμνη, στο κέντρο της οποίας βρισκόταν ένα φοινικόδεντρο.
Εκεί, και χωρίς βοήθεια, καθώς η Ήρα είχε απαγορεύσει στην Ειλείθυια* – τη θεά του τοκετού και των μαιών, να την βοηθήσει, γέννησε δίδυμα. Το πρώτο ήταν η Άρτεμις, θεά του κυνηγιού και της παρθενίας. Εννέα ημέρες αργότερα, γέννησε τον Απόλλωνα, θεό της αλήθειας και του φωτός.
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το μύθο, η Άρτεμις, εννέα ημερών βρέφος, ήταν όντως σε θέση να βοηθήσει τη μητέρα της να φέρει τον αδερφό της στο φως. Αυτό ήταν δυνατό, επειδή η Άρτεμις, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις που απορρέουν από τη βαθιά προϊστορία της περιοχής, ήταν η θεά της γονιμότητας των θηλαστικών.
Στην Αττική, και συγκεκριμένα στη Βραυρώνα, η Βραυρώνια Αρτεμις λατρευόταν ως η θεά της βλάστησης και του κυνηγιού, και ως η προστάτης των γυναικών κατά τον τοκετό καθώς και των νεογέννητων. Έπρεπε προφανώς να ξαναγεννηθεί για να εξυπηρετήσει το ρόλο που της είχε ανατεθεί.
Από τη στιγμή εκείνη και μετά, η Δήλος έγινε τόπος ιερός, παραμένοντας για πάντα λουσμένος στο φως του Απόλλωνα. Θα πρέπει κανείς να γίνει προσωπικός μάρτυρας του πόσο μοναδικό είναι αυτό το Απολλώνιο φως, για να καταλάβει..
Η Ιστορία 
Η Δήλος έχει μια μακριά και συναρπαστική ιστορία που ανάγεται στην τρίτη χιλιετία π.Χ. Οι πρώτοι κάτοικοι εικάζεται πως ήταν Κάρες (βάσει μιας αναφοράς του Θουκυδίδη). Απομεινάρια από ελλειψοειδείς καλύβες έχουν βρεθεί στην κορυφή του λόφου Κύνθος (113μ. ύψος), από όπου οι κάτοικοι μπορούσαν εύκολα να εποπτεύουν και να ελέγχουν τη μικρή κοιλάδα και τη θάλασσα ολόγυρα.
Η κατοίκηση συνεχίζεται χίλια χρόνια αργότερα με τους Μυκηναίους (1580-1200 π.Χ.), όταν άρχισαν να κτίζονται εκτεταμένοι οικισμοί. Το Απολλώνιο ιερό είχε ήδη εδραιωθεί από τους Ομηρικούς χρόνους και έφθασε στην ακμή του στη διάρκεια των αρχαϊκών και κλασσικών χρόνων. Ο μυθικός Μυκηναίος βασιλιάς της Δήλου Άνιος, γιος του Απόλλωνα και δισέγγονος του Διόνυσου, είχε προσπαθήσει να διατηρήσει ουδετερότητα στις συγκρούσεις τις εποχής.
Φιλοξένησε τον άρχοντα της Τροίας Αγχίση, αλλά και το στόλο των Αχαιών, και αργότερα τον Αινεία, γιο του Αγχίση, που ξέφυγε από την πυρπολημένη Τροία. Όταν ο κόσμος αυτός κατέρρευσε γύρω στο 1100 π.Χ., εγκαταστάθηκαν οι Ίωνες το νησί, το οποίο έγινε θρησκευτικό κέντρο τους, και παρέμεινε έτσι μέχρι το 540 π.Χ. όταν πήραν τον έλεγχο οι Αθηναίοι, οι οποίοι διατήρησαν τον έλεγχό τους στο νησί, χάνοντας το μόνο κατά τη διάρκεια των Περσικών Πολέμων (490-480 π.Χ.).
Η Δήλος βγήκε αλώβητη από την περιπέτεια των Περσικών πολέμων, επειδή οι Πέρσες τη θεωρούσαν ιερή και δεν τη λεηλάτησαν όπως τα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων. Το 478 π.Χ., μετά το τέλος των Περσικών, ιδρύθηκε η Δηλιακή Συμμαχία των ελληνικών πόλεων, με στόχο την αντιμετώπιση μελλοντικών απειλών. Έδρα της συμμαχίας ήταν η Δήλος· Εκεί φυλασσόταν το τεράστιο ποσό των εισφορών των συμμαχικών πόλεων και εκεί γίνονταν οι συναντήσεις των αντιπροσώπων.
Πολύ σύντομα η Δηλιακή Συμμαχία εξελίχθηκε σε Αθηναϊκή Ηγεμονία και οι σύμμαχοι έγιναν περίπου υπήκοοι των Αθηναίων. Τα χρήματα του κοινού ταμείου μεταφέρθηκαν το 454 π.Χ. στην Ακρόπολη των Αθηνών, δήθεν για λόγους ασφαλείας, στην πραγματικότητα όμως για να χρηματοδοτήσουν το φιλόδοξο οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή. Το 476 π.Χ. άρχισε να οικοδομείται ο δεύτερος ναός του Απόλλωνα, ο Μέγας ναός, ή ναός των Δηλίων.
Η οικοδόμησή του διακόπηκε μετά τη μεταφορά του ταμείου στην Αθήνα και συνεχίστηκε την περίοδο της Δηλιακής Ανεξαρτησίας (314-166 π.Χ.), χωρίς ποτέ να ολοκληρωθεί. Γύρω στο 540-528 π.Χ. ο τύραννος των Αθηνών Πεισίστρατος, έπειτα από δελφικό χρησμό, επέβαλε και τον πρώτο εξαγνισμό στο νησί, θεσπίζοντας νόμο πως πλέον κανείς δεν μπορούσε να πεθάνει ή να γεννηθεί στο ιερό νησί.
Ο Θουκυδίδης γράφει σχετικά ότι τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου οι Αθηναίοι, συνωστισμένοι μέσα στα τείχη της πόλης, βρέθηκαν σε απελπιστική θέση εξαιτίας του λοιμού που θέριζε τους κατοίκους «σαν τα πρόβατα». Υπολογίζεται πως το 427-426 π.Χ. τα θύματα από τη θανατηφόρα επιδημία ήταν 30.000.
Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Αθηναίοι είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο αναισχυντίας που «κανένας φόβος των θεών ή νόμος των ανθρώπων δεν τους συγκρατούσε πια». Μέσα σε τέτοιο κλίμα απόγνωσης και ανασφάλειας διέπραξαν ένα αποτρόπαιο έγκλημα, την «κάθαρση» της Δήλου, δήθεν για λόγους ευσέβειας.
Άνοιξαν όλους τους τάφους που υπήρχαν στο νησί, ακόμα και τους πιο φρέσκους, και μετέφεραν τα οστά και τα κτερίσματα στη Ρήνεια, όπου τα έθαψαν σε ένα κοινό λάκκο. Παράλληλα αποφάσισαν να μη γεννιέται και να μην πεθαίνει κανείς πια στη Δήλο, αλλά να μεταφέρονται οι επίτοκοι και οι βαριά άρρωστοι στη Ρήνεια. Από τότε κανείς δεν γεννήθηκε, κανείς δεν πέθανε και κανείς δεν τάφηκε στο ιερό νησί.
Οι δε Δήλιοι, όπως επεδίωκαν οι Αθηναίοι, έγιναν απάτριδες. Το 422 π.Χ. οι Αθηναίοι ολοκλήρωσαν την «κάθαρση», εξορίζοντας όλο τον ντόπιο πληθυσμό. Οι Δήλιοι κατέφυγαν στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας, ύστερα από πρόσκληση του Φαρνάκη, και κατεσφάγησαν με προδοσία από τον Αρσάκη.
Οι ελάχιστοι που σώθηκαν επέστρεψαν στη Δήλο έπειτα από επέμβαση του Μαντείου των Δελφών. Αμέσως μετά την κάθαρση, παρά το γεγονός ότι ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση, οι Αθηναίοι άρχισαν, από τύψεις ή από φόβο, το εξαιρετικά δαπανηρό έργο της οικοδόμησης ενός ακόμη ναού του Απόλλωνα από λευκό πεντελικό μάρμαρο και καθιέρωσαν τα Δήλια, γιορτή προς τιμήν του Απόλλωνα που λάμβανε χώρα κάθε πέντε χρόνια.
Τα εγκαίνια του τρίτου αυτού ναού, του ναού των Αθηναίων, έγιναν με εντυπωσιακή λαμπρότητα στη διάρκεια της θεωρίας που χρηματοδότησε και οδήγησε στη Δήλο, το 417 π.Χ., ο μετριοπαθής Νικίας. Την περίοδο της τυραννίας του Πεισιστράτου ή των γιων του οικοδομείται και ο πώρινος ναός του Απόλλωνα, στον οποίο στεγάστηκε ένα υπερφυσικού μεγέθους άγαλμα του θεού, έργο του Τεκταίου και του Αγγελίωνα.
Από το τέλος του 5ου αι. π.Χ. η μόνη σημαντική οικοδομική δραστηριότητα στο χώρο του ιερού ήταν η μερική αποπεράτωση του ναού των Δηλίων και η οικοδόμηση ενός νέου ναού της Άρτεμης. Την εποχή όμως της ανεξαρτησίας οι ηγεμόνες των ελληνιστικών κρατών συναγωνίζονται στην επιδεικτική οικοδόμηση λαμπρών κτηρίων στο ιερό νησί, εκεί όπου όλοι οι Έλληνες μπορούσαν να τα δουν και να θαυμάσουν τον πλούτο και τη δύναμή τους.
Όλη η περιοχή του ιερού ήταν γεμάτη με εκατοντάδες μαρμάρινα και χάλκινα αγάλματα, δαπανηρά αναθήματα πόλεων ή πλούσιων ιδιωτών, από τα οποία σώθηκαν μονάχα τα ενεπίγραφα βάθρα. Οι Αθηναίοι διατήρησαν τον έλεγχο τους μέχρι το 314 π.Χ. και στη συνέχεια η Δήλος πέρασε στη σφαίρα επιρροής των Μακεδόνων.Πρέπει να σημειωθεί πως, όταν πήραν οι Μακεδόνες τον έλεγχο, το νησί άρχισε να ανθεί ως εμπορικό κέντρο, καθώς απολάμβανε την τέλεια τοποθεσία που διευκόλυνε το εμπόριο με την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μικρά Ασία.
Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το Αιγαίο συνταράσσεται για σαράντα σχεδόν χρόνια από τους πολέμους των φιλόδοξων στρατηγών που τον διαδέχτηκαν. Το 314 π.Χ. ο Αντίγονος ανακήρυξε την Ελλάδα ελεύθερη και ανήγγειλε την επιστροφή στην πολιτική της δημοκρατικής διακυβέρνησης του Αλεξάνδρου.
Ο στόλος του έφθασε στο Αιγαίο, όπου η Λήμνος, η Ίμβρος και η Δήλος είχαν ήδη στασιάσει κατά της Αθήνας και οι Κυκλάδες κατά του Κασσάνδρου. Η Αθήνα διατηρούσε ακόμη την αίγλη του πνευματικού κέντρου, αλλά ήταν πλέον μια πόλη σε παρακμή που δεν έπαιζε κανένα ουσιαστικό ρόλο στις εξελίξεις.
Ο Αντίγονος και ο γιος του Δημήτριος ο Πολιορκητής ίδρυσαν το Κοινό των Νησιωτών με θρησκευτικό κέντρο τη Δήλο, η οποία κηρύχτηκε ελεύθερη και ανεξάρτητη (314 -166 π.Χ.). Από τα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ., το ιερό νησί του Απόλλωνα γίνεται και σημαντικό εμπορικό κέντρο, με την εγκατάσταση πλουσίων επιχειρηματιών και τραπεζιτών. Από το 168 π.Χ. η Δήλος, όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα, βαθμιαία θα περάσει στον έλεγχο της Ρώμης.
Το νησί κυρύσσεται ελεύθερο λιμάνι (δηλ. λιμάνι χωρίς δασμούς), με αποτέλεσμα να μετοικήσουν εκεί πλούσιοι Ρωμαίοι έμποροι και πλοιοκτήτες, καθώς και άνθρωποι από όλες τις περιοχές της Μεσογείου. Εκτιμάται πως γύρω στο 90 π.Χ. στο μικρό αυτό νησί, που δεν είναι παρά μια κουκίδα στο χάρτη της Μεσογείου, κατοικούσαν περίπου 30.000 άνθρωποι.
Από τις αναθηματικές επιγραφές και τα ταφικά μνημεία της Ρήνειας φαίνεται ότι εκτός από τους Αθηναίους και τους Ρωμαίους, που αποτελούσαν την πλειονότητα του πληθυσμού, στη Δήλο κατοικούσαν άνθρωποι από την Πελοπόννησο, την κεντρική και δυτική Ελλάδα, τη Μακεδονία, τα νησιά του Αιγαίου, τη Θράκη και τον Εύξεινο Πόντο, την Ταυρική Χερσόνησο, την Τρωάδα, τη Μυσία, την Αιολίδα, την Ιωνία, τη Λυδία, την Καρία, τη Λυκία, τη Βιθυνία, την Παφλαγονία, τον Πόντο, την Καππαδοκία, την Πισιδία, την Παμφυλία, την Κιλικία, τη Συρία, τη Μηδία, την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Κυρήνη, την Αραβία κ.ά.
Ωστόσο, από το 88 π.Χ και μέχρι το 69 π.Χ., το νησί καταστράφηκε και λεηλατήθηκε δύο φορές: το 88 π.Χ. από τον Ευπάτορα βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη, που θέλησε με αυτόν τον τρόπο να πλήξει τη δύναμη και το γόητρο της επικυρίαρχης Ρώμης. (Έως τότε κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο μεταξύ των Ελλήνων, για τον ιερό τόπο του Απόλλωνα), και το 69 π.Χ. από τους πειρατές του Αθηνόδωρου, συμμάχου του Μιθριδάτη.
Οι Ρωμαίοι μετά την καταστροφή κατανοούν ότι η ιερότητα του νησιού δεν αρκεί για να σταματήσει τις επιβουλές και περιτειχίζουν το κυριότερο τμήμα της πόλης. Το νησί όμως έχει απωλέσει οριστικά τον ιερό του χαρακτήρα, παρά τις προσπάθειες του αυτοκράτορα Αδριανού να αναβιώσει την ιερή ατμόσφαιρα και το δέος των εορταστικών εκδηλώσεων.
Η περίοδος της παρακμής χαρακτηρίζεται από το γεγονός, ότι οι Αθηναίοι θα θελήσουν να πουλήσουν το νησί, δεν θα βρεθεί όμως αγοραστής. Τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ο οικισμός του νησιού συρρικνώνεται και η Δήλος θα γίνει ξανά «άδηλος». Ότι απέμεινε από την παλιά δόξα λεηλατείται σε μία σειρά αλλεπάλληλων καταστροφών: το 727 μ.Χ. από τον εικονομάχο αυτοκράτορα του Βυζαντίου Λέοντα τον Ίσαυρο, το 769 μ.Χ. από τους Σλάβους και το 821 μ.Χ. από τους Σαρακηνούς.
Η Δήλος δεν είναι πια παρά ένας απέραντος ερειπιώνας. Καθ’ όλο το Μεσαίωνα θα υπηρετήσει τα γύρω νησιά αποκλειστικά ως τόπος προσπορισμού οικοδομικού υλικού, ενώ θα μετατραπεί σε μία τεράστια ασβεστοκάμινο, όπου μαρμάρινα μνημεία και γλυπτά λιώνουν για την παραγωγή ασβέστη. «..Τότε η ευτυχία είναι το καλύτερο, ευγενέστερο και πιο ευχάριστο πράγμα στον κόσμο, και αυτά τα χαρακτηριστικά δεν είναι ασύνδετα όπως στην επιγραφή της Δήλου:
«Το πιο ευγενές είναι αυτό που είναι δικαιότατο, και το καλύτερο είναι η υγεία. Το πιο ευχάριστο όμως, είναι να κερδίσουμε ό, τι αγαπάμε». Γιατί όλες αυτές οι ιδιότητες ανήκουν στις καλύτερες δραστηριότητες. Και αυτές, ή μία – την καλύτερη – από αυτές, ταυτίζουμε με την ευτυχία. (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια)
Ιστορικό ανασκαφών 
Η Δήλος, ως ιερός τόπος στον οποίο υπήρχαν λαμπρά οικοδομήματα και ιερά, δεν λησμονήθηκε ποτέ και υπάρχουν πολλές αναφορές στους περιηγητές για τα ερείπια που ήταν ορατά στο νησί. Πολλά γλυπτά μεταφέρθηκαν σε μουσεία της Ελλάδας και του εξωτερικού, ενώ μάρμαρα των αρχαίων κτηρίων χρησιμοποιήθηκαν σαν οικοδομικό υλικό από τους κατοίκους των γύρω νησιών.
Η Δήλος θα ξαναβγεί από την αφάνεια μόλις τον 19ο αιώνα, με τις ανασκαφές πού άρχισαν το 1873 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Από το 1904 έως το 1914 αποκαλύφθηκαν υπό τη διεύθυνση του M. Holleaux και χάρη στη γενναία επιχορήγηση του δούκα de Loubat τα σημαντικότερα τμήματα της αρχαίας Δήλου.
Περίοδος έντονης ανασκαφικής δραστηριότητας υπήρξε επίσης το διάστημα από το 1958 έως το 1975. Η ανασκαφή συνεχίζεται ακόμη από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία και τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, αλλά το κέντρο του θρησκευτικού, πολιτικού και εμπορικού βίου καθώς και μεγάλο μέρος των ιδιωτικών κατοικιών έχουν ήδη αποκαλυφθεί. Δήλος – Αρχαιολογικό μουσείο Το αρχαιολογικό Μουσείο της Δήλου είναι ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μουσεία της Ελλάδας.
Στο μουσείο έχουν συγκεντρωθεί τα πλούσια ευρύματα από τις ανασκαφές που διενεργούνται από την Γαλλική αρχαιολογική σχολή πάνω από έναν αιώνα. Τα εκθέματα είναι σπάνιας ομορφίας και αρχαιολογικής αξίας.
Γλυπτά, αγγεία, επιγραφές, μωσαϊκά. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πλούσια συλλογή του μουσείου σε γλυπτά από την πρώιμη αρχαική περίοδο μέχρι τα ρωμαικά χρόνια. Έχουν σωθεί στον αρχαιολογικό χώρου τις Δήλου και πολλές βάσεις από χάλκινα αγάλματα που δυστυχώς δεν άντεξαν τη φθορά του χρόνου. Το μουσείο διαθέτει 9 αίθουσες, όπου τα εκθέματα είναι τοποθετημένα χρονολογικά και θεματολογικά. Η Δήλος και η Ρήνεια τελούν υπό την προστασία του Υπουργείου Πολιτισμού και απαγορεύονται ο ελλιμενισμός σκαφών και η διανυκτέρευση ατόμων χωρίς ειδική άδεια.
*Η ονομασία Ειλήθυια, κατά τον Αδ. Ι. Αδαμαντίου φαίνεται να παράγεται εκ των αρχαίων ρημάτων «ειλέω» (=στενοχωρώ, πιέζω κλπ) και του «θύω» (=στενάζω με ορμή, τρελλαίνομαι). Κατά την αρχαία παράδοση το όνομα αυτό οφείλεται σε ικετευτική κραυγή των επιτόκων: «Ελθέ!», «Ελθέ!» με την οποία και καλούσαν τη θεά σε βοήθεια
hellasontheweb.org

Ποιός κατέστρεψε την Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας;

Τι συνέβη στη Βασιλική Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας; Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ιδρύθηκε από τον Πτολεμαίο Β’ Σωτήρα. Αποτελούσε τμήμα του Μουσείου που βρισκόταν στο βασιλικό ανάκτορο της Αλεξάνδρειας.
Αυτή η μεγάλη αρχαία πόλη, που κατέχει ένα μικρό κομμάτι γης στις ακτές της Μεσογείου, ιδρύθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο κατά την επίσκεψή του στην Αίγυπτο και έγινε η πρωτεύουσα της τελευταίας δυναστείας των Φαραώ, η οποία καταγόταν από το στρατηγό του Αλεξάνδρου Πτολεμαίο. Η Βασιλική Βιβλιοθήκη, αποτελούσε μέρος του Μουσείου, όμως παραμένει ασαφές αν αποτελούσε ξεχωριστό κτίριο.
Διάφορες ιστορίες για την εξαφάνιση της κυκλοφορούν εδώ και αιώνες και χρονολογούνται τουλάχιστον από τον πρώτο μ.Χ. αιώνα. Διαπιστώνουμε ότι για την καταστροφή ευθύνονται οι τρεις δυνάμεις κατοχής που κυβέρνησαν την Αλεξάνδρεια αφού την έχασαν οιΈλληνες. Θα αναφερθούμε πρώτα στις ιστορίες όπως τις ακούμε σήμερα – χωρίς αναφορές και μερικές σε μεγάλο βαθμό ανακριβείς. Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να εξακριβώσουμε ποιός ήταν ο υπαίτιος της καταστροφής της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.
Οι ύποπτοι είναι ένας ρωμαίος, ένας χριστιανός και τέλος ένας μουσουλμάνος – ο Ιούλιος Καίσαρας, ο πατριάρχης Θεόφιλος της Αλεξάνδρειας και ο Χαλίφης Ομάρ της Δαμασκού. Θα προσπαθήσουμε να φτάσουμε στην πιο αξιόπιστη ιστορία σχετικά με την καταστροφή της βιβλιοθήκης, αναλύοντας την πληθώρα σχετικών πηγών.
Ιούλιος Καίσαρας
Ας δούμε πρώτα την κυρίαρχη ιστορία:
«Λέγεται συχνά ότι οι Ρωμαίοι ήταν πολιτισμένοι, όμως ο πιο διάσημος στρατηγός τους είναι υπεύθυνος για τη μεγαλύτερη πράξη βανδαλισμού της αρχαιότητας. Ο Ιούλιος Καίσαρας επιτέθηκε στην Αλεξάνδρεια, καταδιώκοντας τον μεγαλύτερο αντίπαλο του Πομπήιο, όταν κατάλαβε πως ο Αιγυπτιακός στόλος επρόκειτο να τον αποκόψει. Συνειδητοποιώντας ότι αυτό θα τον αφήνε σε απελπιστικά δύσκολη θέση, έδρασε αποφασιστικά στέλνοντας φλεγόμενα πλοία στο λιμάνι. Το σχέδιο του πέτυχε και ο εχθρικός στόλος σύντομα πήρε φωτιά. Αλλά η φωτιά δεν σταμάτησε στα πλοία.
Πέρασε στην αποβάθρα η οποία ήταν γεμάτη με εύφλεκτα υλικά, έτοιμα για εξαγωγή. Κατόπιν εξαπλώθηκε στην πόλη και πριν προλάβει κανείς να τη σταματήσει, πήρε φωτιά η ίδια η Μεγάλη Βιβλιοθήκη με αποτέλεσμα 400.000 ανεκτίμητοι χειρόγραφοι πάπυροι να γίνουν στάχτη. Όσο για τον ίδιο τον Καίσαρα, δεν θεώρησε το γεγονός αυτό αρκετά σημαντικό ώστε να το αναφέρει στα απομνημονεύματά του».
Ο Ιούλιος Καίσαρας βρισκόταν πράγματι στην Αλεξάνδρεια το 47-48 π.Χ. καταδιώκοντας τον αντίπαλο του Πομπήιο. Ο Καίσαρας κατάφερε να καταλάβει την πόλη χωρίς κανένα πρόβλημα μετά την καταστροφή του Αιγυπτιακού στόλου και διέμενε στο παλάτι με την Κλεοπάτρα, όταν άρχισαν τα προβλήματα. Μερικά από τα πρωτοπαλίκαρα του Φαραώ επιτέθηκαν με μια αρκετά μεγάλη δύναμη και ο Καίσαρας βρέθηκε ξαφνικά κολλημένος σε μια εχθρική πόλη με πολύ λίγες δυνάμεις. Το ότι κέρδισε παρ’ολα αυτά οφείλεται στην τύχη του και τις ηγετικές του ικανότητες. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο αλλά για να διαλευκάνουμε την τύχη της Βασιλικής Βιβλιοθήκης θα πρέπει να εξετάσουμε τις αρχαίες πηγές.
Ιούλιος Καίσαρας – Οι εμφύλιοι πόλεμοι
Η παλαιότερη αναφορά που έχουμε για αυτά τα γεγονότα βρίσκεται στο βιβλίο «Εμφύλιοι πόλεμοι» που γράφτηκε από τον ίδιο τον Ιούλιο Καίσαρα (πέθανε το 44 π.Χ). Σε αυτό εξηγεί πώς έπρεπε να πυρπολήσει τα ναυπηγεία και τον Αλεξανδρινό στόλο για την ασφάλεια του, καθώς βρισκόταν σε δεινή θέση. Δεν κάνει όμως καμία αναφορά στο αν η φωτιά εξαπλωθηκε πέρα από την ακτή και κατέστρεψε και τη Βασιλική Βιβλιοθήκη.
Η αφήγηση στο βιβλίο σταματάει στην έναρξη της εκστρατείας στην Αίγυπτο και η ιστορία συνεχίζεται στο βιβλίο «Αλεξανδρινός πόλεμος», από έναν από τους υπολοχαγούς του, τον Χίρτιο (πέθανε το 43 π.Χ). Δεν περιλαμβάνει καμία αναφορά σχετική με την πυρπόληση της Αλεξάνδρειας, αντίθετα αναφέρει πως η πόλη δε μπορούσε να καεί εφόσον ήταν χτισμένη όλη από πέτρα.
Αν και αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως δήλωση αθωότητας, αξίζει να πούμε πως ένας λόγος για τον οποίο ανέφερε ότι η Αλεξάνδρεια δε μπορούσε να καεί μπορεί να είναι το ότι ήθελε να αποκρύψει την πράξη του.
Η μεταγενέστερη ιστορία απέδειξε πολλές φορές ότι η Αλεξάνδρεια καίγεται ακριβώς όπως και οποιαδήποτε άλλη πόλη.
Η φωτιά αυτή δεν αναφέρεται ούτε στους Φιλιππικούς του Κικέρωνα εναντίον του συμμάχου του Καίσαρα, Μάρκου Αντώνιου. Αυτό, παρόλο που αποτελεί μια πολύτιμη μαρτυρία για την υπεράσπιση του Καίσαρα, μια που ο Κικέρωνας δε συμπαθούσε καθόλου τον τελευταίο, δεν αποτελεί αδιάσειστο επιχείρημα μια που είναι πολύ πιθανό ο Κικέρωνας να μη γνώριζε όλα όσα συνέβησαν, δεν έκρινε απαραίτητο να αναφέρει το συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται σε αυτό σε απόσπασμα των έργων του το οποίο δε σώζεται.
Στράβων – Γεωγραφία
Ο Στράβωνας (πέθανε μετά το 24 μ.Χ) βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια το 20 π.Χ και πουθενά μέσα στις λεπτομερείς περιγραφές του για το παλάτι και το Μουσείο δεν αναφέρει τη βιβλιοθήκη. Η παράλειψη αυτή εξηγείται συχνά από λόγιους οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η βιβλιοθήκη βρισκόταν μέσα στο Μουσείο ή ήταν προσαρτημένη σε αυτό. Όμως ακόμη κι αν ήταν έτσι, η σιωπή του Στράβωνα είναι ύποπτη. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η βιβλιοθήκη δεν υπήρχε πλέον αλλά πολιτικοί περιορισμοί επέβαλαν να μην αναφέρεται η τύχη της.
Λίβιος και Φλόρος – Η Επιτομή της Ιστορίας της Ρώμης
Η πρώτη αναφορά της πυρκαγιάς στην Αλεξάνδρεια θα μπορούσε φαινομενικά να προέρχεται από το Λίβιο (πέθανε το 17 μ.Χ) στο έργο του «Η Ιστορία της Ρώμης». Το βιβλίο στο οποίο είχε συμπεριληφθεί η αναφορά αυτή έχει χαθεί, και οι ‘Περιλήψεις’ που έχουν διασωθεί είναι πολύ σύντομες για να τη περιέχουν.
Ωστόσο, η «Επιτομή» του 2ου αι. που γράφτηκε από το Φλόρο σώθηκε και λέει ότι η φωτιά ξεκίνησε από τον Καίσαρα για να καθαρίσει την περιοχή γύρω από τη θέση του, ώστε ο εχθρός να μην έχει καμία κάλυψη από τα βέλη του στρατού του. Η ίδια η βιβλιοθήκη δεν αναφέρεται από τον Φλόρο, αν και ήταν στην ίδια περιοχή της πόλης που βρισκόταν το παλάτι το οποίο είχε καταλάβει ο Καίσαρας.
Σενέκας – Σχετικά με την ηρεμία του μυαλού
Στην πραγματικότητα ξέρουμε ότι η Βασιλική Βιβλιοθήκη αναφέρεται από το Λίβιο, επειδή αργότερα μνημονεύεται από τον Σενέκα (πέθανε το 65 μ.Χ) στο διάλογο του «Σχετικά με την ηρεμία του μυαλού», στον οποίο αναφέρει επίσης πως καταστράφηκε μεγάλος αριθμός βιβλίων. Κάποιοι υποστηρίζουν πως ο Σενέκας έχει πάρει όλες τις πληροφορίες σχετικά με την καταστροφή της βιβλιοθήκης από τον Λίβιο, αλλά μια προσεκτική ανάγνωση του διαλόγου δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο.
Ο Σενέκας στην πραγματικότητα το μόνο που αναφέρει είναι ότι ο Λίβιος θεωρούσε τη βιβλιοθήκη ως «το πιο διακεκριμένο επίτευγμα της καλαισθησίας και της μέριμνας των βασιλέων» και αυτό μόνο και μόνο για να μπορέσει να διαφωνήσει.
Πλούταρχος και Δίων Κάσσιος – Η ζωή του Καίσαρος και η Ρωμαϊκή Ιστορία
Ο Πλούταρχος (πέθανε το 120 μ.Χ), στο έργο του «Η ζωή του Καίσαρος» κάνει μια αδιάφορη σχετικά αναφορά στην καταστροφή της βιβλιοθήκης. Ο Πλούταρχος παρόλο που δεν έχει κάτι εναντίον του Καίσαρα, τον επικρίνει με ευχαρίστηση, επομένως θα πρέπει να λάβουμε αυτή την αναφορά στα σοβαρά. Επιπλέον, είχε επισκεφθεί την Αλεξάνδρεια και κατά πάσα πιθανότητα θα είχε παρατηρήσει εάν η βιβλιοθήκη εξακολουθούσε να υφίσταται.
Ο Δίων Κάσσιος (πέθανε το 235 μ.Χ) μας λέει ότι οι αποθήκες των βιβλίων που βρίσκονταν κοντά τις αποβάθρες κάηκαν τυχαία από τους άνδρες του Καίσαρα. Τα λόγια του δεν είναι ξεκάθαρα και έχουν οδηγήσει ορισμένους μελετητές στο συμπέρασμα ότι καταστράφηκαν μόνο τα βιβλία που προορίζονταν για εξαγωγή.
Αύλος Γέλλιος – Αττικές Νύχτες
Ο Γέλλιος (πέθανε το 180 μ.Χ.), συμπεριέλαβε στις Αττικές Νύχτες ένα σύντομο απόσπασμα σχετικό με βιβλιοθήκες όπου η καταστροφή της Βασιλικής Βιβλιοθήκης αναφέρεται ότι έγινε από ατύχημα κατά τη διάρκεια του πρώτου πολέμου των Ρωμαίων κατά της Αλεξάνδρειας, όταν βοηθητικοί στρατιώτες έβαλαν φωτιά. Αυτός ο πρώτος πόλεμος ήταν η εκστρατεία του Καίσαρα και ο δεύτερος ήταν όταν ο Οκταβιανός πήρε την Αίγυπτο από το Μάρκο Αντώνιο και την Κλεοπάτρα. Ο Γέλλιος αναφέρει πως κάηκαν 700.000 βιβλία.
Αμμιανός Μαρκελλίνος και Ορόσιος – Ρωμαϊκή Ιστορία και Ιστορία κατά των ειδωλολατρών
Ένας από τους τελευταίους ειδωλολάτρες Ρωμαίους ιστορικούς, ο Αμμιανός Μαρκελλίνος (πέθανε το 395 μ.Χ.), μας λέει για την τύχη της βιβλιοθήκης γράφοντας για την πόλη της Αλεξάνδρειας στη «Ρωμαϊκή Ιστορία» του. Αναφέρει ότι το γεγονός πως η πυρκαγιά ξεκίνησε από τον Ιούλιο Καίσαρα αποτελεί την «ομόφωνη άποψη των αρχαίων συγγραφέων», αλλά συγχέει το κτίριο της βιβλιοθήκης με το Σεράπειο και αυξάνει τον αριθμό των παπύρων που καταστράφηκαν σε 700.000 (ίσως η πηγή του είναι ο Γέλλιος).
Η ιστορία επαναλαμβάνεται από τον Ορόσιο, έναν πρώιμο χριστιανό ιστορικό (πέθανε μετά το 415 μ.Χ.), ο οποίος αναφέρει στην «Ιστορία κατά των ειδωλολατρών» πως οι κατεστραμμένοι πάπυροι αριθμούσαν τους 400.000.
Και οι δύο αυτοί συγγραφείς είναι πολύ μεταγενέστεροι για να αποτελούν ακριβείς πηγές από μόνοι τους, όμως μας λένε ότι από τον τέταρτο αιώνα πιστεύονταν ευρέως οτι η Βασιλική Βιβλιοθήκη είχε καταστραφεί από τον Ιούλιο Καίσαρα. Θα τους ξαναδούμε παρακάτω σε σχέση με την καταστροφή του Σεράπειου, που συνέβη στα δικά τους χρόνια.
Συγκεντρώνοντας τις παραπάνω πηγές, μπορούμε να συμπεράνουμε τα εξής:
* Οι πρώτες περιγραφές τoυ Αλεξανδρινoύ Πολέμου, γραμμένες είτε από τον Καίσαρα είτε από τους στενούς φίλους του, καλύπτουν εσκεμμένα οτιδήποτε αντανακλά άσχημα πάνω στον σπουδαίο άνδρα. Δεν αποτελεί συνεπώς έκπληξη η σιωπή τους για τον εμπρησμό της μεγαλύτερης βιβλιοθήκης του κόσμου, ακόμα και αν συνέβη τυχαία.
* Η βιβλιοθήκη δεν υπήρχε ως ξεχωριστό κτίριο την εποχή της επίσκεψης του Στράβωνα το 20 π.Χ.
* Η πεποίθηση ότι Καίσαρας είχε καταστρέψει τη βιβλιοθήκη ήταν διαδεδομένη από την εποχή που η οικογένεια του έπαψε να κατέχει τον αυτοκρατορικό θρόνο στα τέλη του πρώτου μ.Χ. αιώνα. Ο Πλούταρχος, ο Γέλλιος και ο Σενέκας αποτελούν την απόδειξη γι’ αυτό. Πρέπει επομένως να υποθέσουμε ότι η βιβλιοθήκη δεν υπήρχε τότε. Ο Πλούταρχος ιδιαίτερα, ως Έλληνας, σίγουρα θα ήξερε εάν υπήρχε.
Μπορεί τα αναγνωστήρια, τα οποία αποτελούσαν μέρος του Μουσείου, να επέζησαν, όμως όπως μας λένε όλες οι πηγές, τα βιβλία κάηκαν από τον Ιούλιο Καίσαρα.
Θεόφιλος
Και πάλι, ας δούμε πρώτα την κυρίαρχη ιστορία:
Ο Θεόφιλος, ο Πατριάρχης της Αλεξανδρείας, είναι επίσης και ο προστάτης άγιος των εμπρηστών. Καθώς ο Χριστιανισμός στραγγάλιζε σιγά-σιγά τον κλασικό πολιτισμό, τον τέταρτο αιώνα ήταν πολύ δύσκολο να είναι κανείς ειδωλολάτρης. Στην Αλεξάνδρεια βρισκόταν ο μεγάλος ναός του Σέραπι, που ονομαζόταν Σεράπειο και κολλητά σε αυτό ήταν η Μεγάλη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, όπου διατηρούνταν όλη η σοφία των αρχαίων.
Ο Θεόφιλος ήξερε ότι όσο υπήρχε αυτή η γνώση, οι άνθρωποι θα έτειναν λιγότερο να πιστέψουν στην Αγία Γραφή, έτσι ξεκίνησε να καταστρέψει όλους τους ειδωλολατρικούς ναούς. Αλλά το Σεράπειο ήταν ένα τεράστιο κτίσμα, πάνω σε ανάχωμα και πέρα από τις ικανότητες των μαινόμενων χριστιανών φανατικών να το πλήξουν.
Ο Πατριάρχης λοιπόν επικοινώνησε με τη Ρώμη. Από εκεί, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας, ο οποίος είχε διατάξει την εξολόθρευση του παγανισμού, έδωσε την άδειά του για την καταστροφή του Σεραπείου. Συνειδητοποιώντας πως δεν θα είχαν καμία τύχη, οι ιερείς και οι ιέρειες εγκατέλειψαν το ναό τους στα νύχια του όχλου ο οποίος εισέβαλε σε αυτόν με αποτέλεσμα το οικοδόμημα να καταστραφεί συθέμελα και τα χειρόγραφα να καούν σε τεράστιες πυρές στους δρόμους της Αλεξάνδρειας.
Ο Θεόφιλος ήταν πράγματι ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας την εποχή που το Σεράπειο είχε μετατραπεί σε χριστιανική εκκλησία αλλά ο ίδιος ποτέ δεν έγινε άγιος. Η ημερομηνία που δίνεται συνήθως για τα γεγονότα είναι το 391 μ.Χ., όταν ήταν αυτοκράτορας ο Θεοδόσιος, ο οποίος «προσηλύτιζε» τους υπηκόους του στο Χριστιανισμό με μεγάλο ζήλο. Η αντιδικία που υπάρχει εδώ είναι ότι υπήρχε και μια άλλη βιβλιοθήκη στο Σεράπειο και ήταν αυτή που κατέστρεψε ο όχλος των χριστιανών κατά τη λεηλασία του ναού. Πρέπει επομένως να διαπιστώσουμε εάν όντως υπήρχε ακόμη μία βιβλιοθήκη εκεί και επίσης αν όντως την κατέστρεψε ο Θεόφιλος.
Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΣΤΟ ΣΕΡΑΠΕΙΟΝ.
Μία από τις πιο γνωστές μαρτυρίες για τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας προέρχεται από το 1780 περίπου και είναι αυτή του σημαντικού ιστορικού και οπαδού του Διαφωτισμού, Έντουαρντ Γκίμπον ο οποίος για την καταστροφή κατηγόρησε αποκλειστικά τους χριστιανούς κατά τη διάρκεια των γεγονότων του 391 μ.Χ. επί επισκόπου Θεοφίλου.
Ιστορικοί που διακρίνουν στοιχεία προκατάληψης από τον Γκίμπον ενάντια στον Xριστιανισμό, θεωρούν ότι ο Γκίμπον, από εσφαλμένη εκτίμηση, συνέχεε τη βασιλική βιβλιοθήκη με εκείνη που βρισκόταν κοντά στον ναό του Σέραπι. Σχετικά με τις αναφορές του Γκίμπον για το θέμα αυτό, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε μια αντίστοιχη περίπτωση της ιστορίας, με ευκολία αθώωνε τους Άραβες για την μεγάλη μαρτυρούμενη καταστροφή βιβλίων στην Αλεξάνδρεια στις αρχές του 7ου αιώνα και είναι ενδεικτικό ένα απόσπασμα στο οποίο υπερασπίζει τους Άραβες:
«Αν όμως, οι ογκώδεις τόμοι των διχογνωμιστών, αρειανών και μονοφυσιτών, χρησιμοποιήθηκαν πραγματικά για τη θέρμανση των δημόσιων λουτρών, ο φιλόσοφος θα παραδεχτεί χαμογελώντας ότι εντέλει θυσιάστηκαν για το καλό της ανθρωπότητας»
Τα χρόνια που μεσολάβησαν
Στα χρόνια που μεσολάβησαν, οι πηγές δεν αναφέρουν τίποτα για τη βιβλιοθήκη. Ωστόσο, η Αλεξάνδρεια παρέμεινε το κέντρο των επιστημών ενώ υπήρχαν και άλλες βιβλιοθήκες. Ο αυτοκράτορας Κλαύδιος ίδρυσε την επώνυμη Κλαυδιανή βιβλιοθήκη ως κέντρο ιστορικών μελετών και ο Αδριανός ίδρυσε μια βιβλιοθήκη στο ναό του Καίσαρα κατά την επίσκεψή του στην Αλεξάνδρεια. Ο δε Πλούταρχος μας πληροφορεί ότι ο Μάρκος Αντώνιος έδωσε στην Κλεοπάτρα ως δώρο όλο το περιεχόμενο – περίπου 200.000 πάπυροι – της βιβλιοθήκης της Περγάμου.
Ο Ιωάννης Τζέτζης, βυζαντινολόγος του 12ου αιώνα, στα «Προλεγόμενα στον Αριστοφάνη» δίνει κάποιες λεπτομέρειες σχετικά με τον κατάλογο του ποιητή Καλλίμαχου (πέθανε μετά το 250π.Χ), ο οποίος είπε ότι υπήρχαν περίπου 500.000 πάπυροι στη Βασιλική Βιβλιοθήκη και άλλοι 42.000 περίπου στην εξωτερική ή δημόσια βιβλιοθήκη.
Ο Καλλίμαχος είναι γνωστός ως προς τις αναφορές του στη βιβλιοθήκη του Σεραπείου αν και συχνά οι αναφορές αυτές διεξάγονται συμπερασματικά.
Ο Επίσκοπος Επιφάνιος της Κύπρου (πέθανε το 402 μ.Χ.) στο έργο του «Μέτρα και Σταθμά» (μια ερμηνεία της βίβλου) αναφέρει ότι υπήρχαν πάνω από 50.000 τόμοι στη «θυγατρική» βιβλιοθήκη την οποία τοποθετεί στο Σεράπειο. Οι προηγούμενες παρατηρήσεις μας σχετικά με τους αριθμούς εφαρμόζονται πλήρως εδώ αν και θα ήταν δίκαιο να πούμε ότι υπήρχαν πολλοί λιγότεροι πάπυροι στη θυγατρική από ότι στη Βασιλική Βιβλιοθήκη.
Παρά τη συνέχιση της ακαδημαϊκής δραστηριότητας, η Αλεξάνδρεια υπέστη πολλά μέχρι το 391 μ.Χ. Ο Αύγουστος την υποβάθμισε, οΚαρακάλλας κατέσφαξε πολλούς από τους πολίτες της ως αντίποινα προσβολής που θεώρησε ο ίδιος ότι έγινε στο πρόσωπο του και οΑυρήλιος επίσης λεηλάτησε την πόλη και το παλάτι στο οποίο βρισκόταν το Μουσείο. Τέλος, η πόλη καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από το Διοκλητιανό στις αρχές του τετάρτου αιώνα.
Αμμιανός Μαρκελλίνος – Ρωμαϊκή Ιστορία
Στην Ρωμαϊκή Ιστορία, ο Αμμιανός υμνεί το Σεράπειο αλλά στη συνέχεια τα συγχέει λίγο και λέει ότι οι βιβλιοθήκες που βρίσκονταν σε αυτό ήταν εκείνες που κάηκαν από τον Καίσαρα κατά τον Αλεξανδρινό πόλεμο. Το σημείο αυτό είναι σημαντικό, επειδή ο Αμμιανός είχε επισκεφθεί την Αλεξάνδρεια, όμως παρόλα αυτά λέει πως «στο Σεράπειο υπήρξαν πολύτιμες βιβλιοθήκες» σε συντελεσμένο χρόνο. Αυτό ήταν πριν το 391 μ.Χ., όταν ο Θεόφιλος και η συμμορία του άρχισαν το «έργο» τους και υποδηλώνει με έμφαση ότι δεν υπήρχαν βιβλία στο ναό κατά τη στιγμή της καταστροφής του.
Ρουφίνος Τυράννιος – Εκκλησιαστική Ιστορία
Η πρώτη περιγραφή για τη λεηλασία του Σεραπείου ήταν σίγουρα αυτή του Σωφρονίου Α’, ενός χριστιανού λόγιου, γνωστού από το έργο του «Σχετικά με την ανατροπή του Σέραπι» που έχει χαθεί. Ο Ρουφίνος (πέθανε το 410 μ.Χ.) ήταν ένας Λατίνος ορθόδοξος χριστιανός που πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του στην Αλεξάνδρεια. Έφτασε σε αυτήν το 372 μ.Χ. και μολονότι δε γνωρίζουμε αν ήταν ή όχι παρών κατά την καταστροφή του Σεραπείου, ήταν σίγουρα εκεί την ίδια περίπου χρονική περίοδο.
Έκανε μια μάλλον ελεύθερη μετάφραση της Ιστορίας της Εκκλησίας του Ευσέβιου στα λατινικά και στη συνέχεια, πρόσθεσε σε αυτή τα δικά του βιβλία X και XI, συνεχίζοντας την αφήγηση μέχρι τη δική του εποχή. το βιβλίο ΧΙ αποτελεί την καλύτερη πηγή για τα γεγονότα στο Σεράπειο, τα οποία περιγράφει λεπτομερώς. Η αναφορά του σχετικά με τον αριθμό των βιβλίων συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό με αυτή που δίνεται παραπάνω. Φαίνεται να εκφράζει τη λύπη του για την καταστροφή του Σεραπείου αλλά θέτει ξεκάθαρα την ευθύνη στους ειδωλολάτρες που υποκίνησαν τον όχλο των χριστιανών.
Ευνάπιος – Βίοι φιλοσόφων
Ο ειδωλολάτρης συγγραφέας Ευνάπιος από την Αντιόχεια (πέθανε μετά το 400 μ.Χ) συμπεριέλαβε τη λεηλασία του Σεραπείου στο βιβλίο του «Βίος Αντωνίου» ο οποίος, πριν πεθάνει το 390 μ.Χ, είχε προφητέψει ότι όλοι οι ειδωλολατρικοί ναοί της Αλεξάνδρειας θα καταστρέφονταν. Εκτός από το ότι ήταν ειδωλολάτρης, ο Ευνάπιος ήταν έντονα αντιχριστιανός και κατέβαλε κάθε προσπάθεια να κάνει τον Θεόφιλο και τους οπαδούς του να φαίνονται όσο το δυνατόν ανόητοι. Η αφήγηση του είναι γεμάτη δηλητήριο και σαρκασμό καθώς περιγράφει τη λεηλασία του ναού ως μάχη δίχως εχθρό. Συνεπώς, αν είχε καταστραφεί η μεγάλη βιβλιοθήκη τότε ο Ευνάπιος σίγουρα θα το είχε αναφέρει. Όμως δεν το κάνει.
Σωκράτης ο Σχολαστικός, Ερμίας και Θεοδώρητος
Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός (πέθανε μετά το 450 μ.χ) έγραψε επίσης ένα βιβλίο με τίτλο «Ιστορία της Εκκλησίας» ως συνέχεια αυτή του Ευσέβιου. Ήταν πιο λεπτομερής και γραμμένη στα ελληνικά. Περιέχει ένα κεφάλαιο σχετικά με την καταστροφή του Σεραπείου στο οποίο καταθέτει ότι η πράξη διατάχθηκε από τον αυτοκράτορα, ότι το κτίριο κατεδαφίστηκε και ότι μετατράπηκε αργότερα σε εκκλησία. Και πάλι όμως δεν γίνεται καμία αναφορά στα βιβλία που θα μπορούσαν να βρίσκονται στο Σεράπειο ή τι μπορούσε να έχει συμβεί σε αυτά.Το κείμενο του σχετικά με τα ιερογλυφικά σε σχήμα σταυρού που βρέθηκαν στο ιερό μας δίνει μια ιδέα για το πώς ο Χριστιανισμός μετέτρεπε διάφορα ειδωλολατρικά σύμβολα προς όφελός του.
Οι ιστορίες του Ερμία (πέθανε το 443 μ.Χ.) και του Θεοδώρητου (πέθανε μετά το 457 μ.Χ.) καλύπτουν μια παρόμοια περίοδο. Παρά την ικανοποίηση τους να εκθέσουν λεπτομερώς την καταστροφή του Σεραπείου, δεν αναφέρουν καθόλου τα βιβλία αν και ο Θεοδώρητος λέει ότι κάηκαν τα ξύλινα είδωλα του Σέραπι. Και οι δύο αυτές ιστορίες εξαρτώνται άμεσα από αυτή του Σωκράτη του Σχολαστικού, όμως περιλαμβάνουν στοιχεία και από άλλες πηγές.
Ορόσιος – Ιστορία κατά των ειδωλολατρών
Ο Ορόσιος (πέθανε μετά από το 415 μ.Χ.) ήταν φίλος του Αγίου Αυγουστίνου και έγραψε την Ιστορία κατά των ειδωλολατρών, η οποίαείχε στόχο να δώσει κακή εικόνα σε οτιδήποτε μη-χριστιανικό. Έτσι, ως ιστορικός είναι άχρηστος αλλά στην αναφορά του για τη Μεγάλη Βιβλιοθήκη λέει κάτι που ξεφεύγει από τη συνηθισμένη του μεροληψία, υποδηλώνοντας πως οι χριστιανοί έκαναν κάτι που ήταν λάθος. Διαβάζουμε: «… υπάρχουν στους ναούς κιβώτια με βιβλία που εμείς οι ίδιοι έχουμε δει και όταν λεηλατήθηκαν τα ιερά αυτά, μας λένε, εκκενώθηκαν από δικούς μας ανθρώπους στη δική μας εποχή.»
Η δήλωσή του ότι δεν υπήρχε άλλη σημαντική βιβλιοθήκη στην Αλεξάνδρεια κατά την εκστρατεία του Καίσαρα είναι ενδιαφέρουσα και πηγαίνει αντίθετα με την ύπαρξη μιας βιβλιοθήκης μέσα στο Σεράπειο εκείνη την εποχή. Ωστόσο, ο Ορόσιος αποτελεί πολύ μεταγενέστερη πηγή ώστε να φέρει βάρος σε αυτό το θέμα.
Στο μνημειώδες έργο του Edward Gibbon «η Παρακμή και η Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» συναντάμε τις πρώτες αναφορές για την καταστροφή της Μεγάλης Βιβλιοθήκης από τους χριστιανούς. Η ιστορία αυτή έγινε δημοφιλής από τον Carl Sagan που την συμπεριλαμβάνει στο Cosmos. Εκεί αναφέρει και τη δολοφονία της φιλοσόφου Υπατίας . Η δράση της Υπατίας θεωρήθηκε επικίνδυνη για την εξάπλωση του Χριστιανισμού. Έτσι, σταδιακά καλλιεργήθηκε κλίμα εναντίον της που οδήγησε στη βίαιη δολοφονία της από ομάδες φανατικών μοναχών. Παρότι η ίδια είχε πολλούς φίλους χριστιανούς, προτίμησε να μείνει πιστή στις αρχαιοελληνικές παραδόσεις.
Ο φόνος της Υπατίας περιγράφεται στα γραπτά του χριστιανού ιστορικού Σωκράτη του Σχολαστικού:
«Όλοι οι άνθρωποι την σεβόταν και την θαύμαζαν για την απλή ταπεινοφροσύνη του μυαλού της. Ωστόσο, πολλοί με πείσμα την ζήλευαν και επειδή συχνά συναντούσε και είχε μεγάλη οικειότητα με τον Ορέστη, ο λαός την κατηγόρησε ότι αυτή ήταν η αιτία που ο Επίσκοπος και ο Ορέστης δεν γινόταν φίλοι.
Με λίγα λόγια, ορισμένοι πεισματάρηδες και απερίσκεπτοι κοκορόμυαλοι με υποκινητή και αρχηγό τους τον Πέτρο, έναν οπαδό αυτής της Εκκλησίας, παρακολουθούσαν αυτή τη γυναίκα να επιστρέφει σπίτι της γυρνώντας από κάπου. Την κατέβασαν με τη βία από την άμαξά της, την μετέφεραν στην Εκκλησία που ονομαζόταν Caesarium, την γύμνωσαν εντελώς, της έσκισαν το δέρμα και έκοψαν τις σάρκες του σώματός της με κοφτερά κοχύλια μέχρι που ξεψύχησε, διαμέλισαν το σώμα της, έφεραν τα μέλη της σε ένα μέρος που ονομαζόταν Κίναρον και τα έκαψαν.»
Ηθικός αυτουργός θεωρήθηκε ο επίσκοπος της Αλεξάνδρειας, Κύριλλος, ο οποίος είχε έρθει σε μεγάλη αντίθεση με τον Ρωμαίο Κυβερνήτη της Αιγύπτου και φιλικά διακείμενου προς την Υπατία, Ορέστη.
Χαλίφης Ομάρ
Η ιστορία σύμφωνα με το θρύλο:
Οι μουσουλμάνοι εισέβαλαν στην Αίγυπτο κατά τον έβδομο αιώνα, καθώς ο φανατισμός τους, τους οδηγούσε σε κατακτήσεις οι οποίες θα σχημάτιζαν μια αυτοκρατορία που θα εκτεινόταν από την Ισπανία έως την Ινδία. Η Αίγυπτος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου και οι ντόπιοι βρήκαν την εξουσία του Χαλίφη πιο ανεκτική από εκείνη των Βυζαντινών πριν από αυτόν. Ωστόσο, όταν ένας Χριστιανός που ονομαζόταν Ιωάννης ενημέρωσε τον τοπικό Άραβα στρατηγό ότι υπήρχε στην Αλεξάνδρεια μια μεγάλη βιβλιοθήκη η οποία κρατούσε όλες τις γνώσεις του κόσμου, αυτός αναστατώθηκε.
Τελικά έστειλε μήνυμα στη Μέκκα από όπου ο Χαλίφης Ομάρ διέταξε πως όλα τα βιβλία στη βιβλιοθήκη θα έπρέπε να καταστραφούν, επειδή, όπως είπε «είτε θα αντικρούουν το Κοράνι, και στην περίπτωση αυτή θα είναι αιρετικά, είτε θα συμφωνούν με αυτό, οπότε θα είναι περιττά».
Ως εκ τούτου, όλα τα βιβλία και οι πάπυροι της βιβλιοθήκης δόθηκαν ως καύσιμο στα λουτρά της πόλης. Τόσο τεράστιος ήταν ο όγκος της βιβλιογραφίας ώστε χρειάστηκαν έξι μήνες για να απανθρακωθούν θερμαίνοντας τις σάουνες των κατακτητών.
Ο επικεφαλής των Μουσουλμανικών δυνάμεων ο οποίος κατέλαβε την Αίγυπτο το 640 μ.Χ. ονομαζόταν ‘Amr και ήταν αυτός που υποτίθεται ότι ρώτησε τον Ομάρ τι να κάνει με την περίφημη βιβλιοθήκη που βρέθηκε υπό τον έλεγχο του.
Λίγες μόνο πηγές χρειάζεται να εξετάσουμε και είναι πολύ μεταγενέστερες. Η πρώτη προέρχεται από το 12ο αιώνα και είναι γραμμένη από τον Abd al Latif (πέθανε το 1231) ο οποίος, στο βιβλίο «Απολογισμός της Αιγύπτου», καθώς περιγράφει την Αλεξάνδρεια, αναφέρει τα ερείπια του Σεραπείου. Τα προβλήματα με αυτό ως ιστορικό ντοκουμέντο, είναι τεράστια και ανυπέρβλητα, καθώς παραδέχεται ότι η πηγή των πληροφοριών του προέρχεται από φήμες.
Το δέκατο τρίτο αιώνα ο μεγάλος Ιακωβίτης χριστιανός Επίσκοπος Γρηγόριος Μπαρ (Hebræus-πέθανε το 1286), που ονομάζεται Abû ‘l Faraj στα αραβικά, ξεκαθαρίζει την ιστορία και περιλαμβάνει το περίφημο επίγραμμα από το Κοράνι. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο σχετικό με το πού βρήκε την ιστορία, αλλά φαίνεται ότι πρόκειται για μια ιστορία που έκανε το γύρο μεταξύ των Χριστιανών που ζούσαν κάτω από την κυριαρχία των μουσουλμάνων.
Ο Γρηγόριος κατέγραψε άφθονες παρατραβηγμένες ιστορίες σχετικά με οιωνούς και τερατουργήματα έτσι θα πρέπει αυτή η ιστορία να αντιμετωπιστεί με καχυποψία.
Στο βιβλίο «Η Εξαφανισμένη Βιβλιοθήκη», ο Canfora αναφέρει ένα Συριακό χειρόγραφο που δημοσιεύθηκε στο Παρίσι στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, του François Nau. Γράφτηκε από έναν χριστιανό μοναχό τον ένατο αιώνα και περιγράφει με λεπτομέρειες τη συνομιλία μεταξύ του Ιωάννη και του Χαλίφη Ομάρ. Στη γαλλική μετάφραση του βιβλίου αυτού όμως δεν υπάρχει αναφορά σε καμία βιβλιοθήκη και φαίνεται να αποτελεί παράδειγμα θεολογικού διαλόγου μεταξύ δύο ατόμων. Με άλλα λόγια, δεν είναι ιστορικό και ούτε αξιώνεται ως τέτοιο.
Τα σφάλματα στις πηγές είναι προφανή και η ίδια η ιστορία είναι σχεδόν εντελώς απίστευτη. Κατ ‘αρχάς,ο Γρηγόριος Μπαρ εκπροσωπεί το χριστιανό στην ιστορία του, δηλαδή κάποιον Ιωάννη από το Βυζάντιο, ο οποίος ήταν νεκρός την εποχή της μουσουλμανικής εισβολής. Επίσης, το ότι η βιβλιοθήκη έκανε έξι μήνες για να καεί είναι απλά φαντασία και το είδος της υπερβολής που μπορεί να περιμένει κανείς από τους αραβικούς θρύλους όπως οι «Αραβικές Νύχτες».
Ωστόσο, η διάσημη παρατήρηση του Alfred Butler, ότι τα βιβλία της βιβλιοθήκης ήταν φτιαγμένα από περγαμηνή, η οποία είναι υλικό που δεν καίγεται, δεν είναι αλήθεια. Οι πολύ μεταγενέστερες πηγές είναι ύποπτες, καθώς δεν υπάρχει ίχνος αυτής της θηριωδίας σε καμία προγενέστερη λογοτεχνία – ακόμη και στο Κοπτικό Χριστιανικό χρονικό του Ιωάννη Νικίου (πέθανε το 640 μ.Χ.) ο οποίος κατέγραψε την Αραβική εισβολή.Τέλος, η ιστορία προέρχεται από έναν χριστιανό διανοούμενο ο οποίος ήταν πολύ πρόθυμος να κακολογήσει τη μουσουλμανική θρησκεία. Εδώ ίσως Θα πρέπει λοιπόν να την απορρίψουμε ως θρύλο.
Άρθρο Δώρα Σπυρίδου
strangehellas

Ο Ροσίνι, ο Μότσαρτ και η τριλογία του Φίγκαρο ως τον Μιγιό

  Ο Ροσίνι όπως και ο Μότσαρτ είχε τεράστια ευκολία στο να συνθέτει (έλεγε χαριτολογώντας ότι «μπορεί να μελοποιήσει ακόμα και έναν τιμοκα...